Ένας “Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας” στην Καβάλα του 1928

Η κυκλοφορία των ζωήλατων οχημάτων στην Καβάλα του 1928



Στα 1929 τυπώθηκε στην Καβάλα από το Τυπογραφείο “Απόλλων” των Μερτζιανίδη – Τζιβανάκη, ένα δερματόδετο τομίδιο 24 σελίδων υπό τον τίτλο Κώδιξ των ισχυουσών εν Καβάλλα διατάξεων Περί κυκλοφορίας μη αυτοκινήτων οχημάτων και ζώων μεταγωγικών*. Εκδόθηκε από τη Διοίκηση Χωροφυλακής Καβάλας (ΔΧΚ) για τους οδηγούς και ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων οχημάτων και περιλάμβανε: 1) Την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος, 2) Την άδεια ικανότητος του οδηγού του οχήματος, 3) τη διάταξη «Περί προστασίας των ζώων» και 4) τη διάταξη «Περί κυκλοφορίας μη αυτοκινήτων οχημάτων και ζώων μεταγωγικών». Οι οδηγοί και οι ιδιοκτήτες των οχημάτων υποχρεούνταν να φέρουν τον Κώδικα μαζί τους και να τον επιδεικνύουν, όταν χρειαζόταν, στα όργανα της τάξης.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 λίγα «αυτοκίνητα» κυκλοφορούσαν στους δρόμους της Καβάλας. Η μεταφορά υλικών, αποσκευών και εμπορευμάτων γινόταν ακόμη με τις χειράμαξες και κυρίως με τις πολυάριθμες άμαξες, δηλ. με δίτροχα και τετράτροχα κάρα, σούστες, αραμπάδες κ.ά., που έλκονταν από ένα ή δύο μεταγωγικά ζώα. Τα οχήματα αυτού του είδους έπρεπε να έχουν άδεια κυκλοφορίας και ο οδηγός τους (είτε ήταν ιδιοκτήτης της άμαξας είτε όχι) έπρεπε να κατέχει «άδεια ικανότητος προς ηνιοχίαν». Αρμόδια για την έκδοσή τους ήταν η Διοίκηση Χωροφυλακής Καβάλας (ΔΧΚ), η οποία τηρούσε και δύο σχετικά βιβλία, το «Βιβλίο Οχημάτων» και το «Μητρώο Οδηγών».   
Στις 14 Οκτωβρίου 1928 η ΔΧΚ εξέδωσε την υπ. αριθ. 39/341 Αστυνομική Διάταξη «Περί κυκλοφορίας μη αυτοκινήτων οχημάτων και ζώων μεταγωγικών», έναν «Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας» που ίσχυε για την πόλη της Καβάλας. Από αυτή τη Διάταξη παρουσιάζουμε κάποια ενδιαφέροντα ή αξιοπερίεργα σημεία:


Τα μη αυτοκινούμενα οχήματα έφεραν στις δύο πλάγιες πλευρές της άμαξας μεταλλική πινακίδα με τα στοιχεία ΔΧΚ και τον αριθμό του οχήματος. Αριστερά από τη θέση του ηνιόχου είχαν κινητό φανό, το φως του οποίου (λευκό προς τα μπροστά και πλάγια, κόκκινο προς τα πίσω) έπρεπε να είναι ορατό σε απόσταση τουλάχιστον 20 μέτρων. Ο οδηγός ήταν εφοδιασμένος με σάλπιγγα («πουάρ») για προειδοποιητικά ηχητικά σήματα και με μαστίγιο, με το οποίο αφενός καθοδηγούσε το ζώο και αφετέρου έδειχνε την αλλαγή της κίνησης του οχήματος στις στροφές και στις προσπεράσεις. 
Σε κατοικημένους χώρους απαγορευόταν η «υπερβολική ταχύτητα», δηλ. ο «καλπασμός» των ζώων. Επιτρεπόταν μόνο ο «τροχασμός», στις στροφές όμως και σε δύσκολα σημεία μόνο το «βάδην». Οι οδηγοί γενικά μπορούσαν να οδηγούν καθήμενοι στις άμαξες, με εξαίρεση στα φορτωμένα μονόζωα δίτροχα οχήματα. Τότε έπρεπε να βαδίζουν και να οδηγούν το υποζύγιό τους με τα χαλινάρια.
Η Διάταξη έθετε και άλλους περιορισμούς, με σκοπό την πρόληψη «δημοσίων δυστυχημάτων». Π.χ. δεν επέτρεπε στα (μικρότερα) δίτροχα οχήματα να μεταφέρουν επιμήκη αντικείμενα, απαγόρευε τη χρήση σαθρών ή προβληματικών οχημάτων, τη «ζεύξη ατιθάσσων και δυσηνίων ζώων» καθώς και την «αποχαλίνωσή» τους μέσα στην πόλη (σε δρόμους, πεζοδρόμια και πλατείες) για ποτισμό ή για άλλο λόγο. Σε περίπτωση που αυτό ήταν αναγκαίο, ο ηνίοχος έπρεπε να στέκεται μπροστά τους για να προλάβει ενδεχόμενη «αφηνίαση».
Όλα τα ανωτέρω ήταν γενικές αρχές που ίσχυαν μάλλον σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Στη διάταξη περιλαμβάνονταν όμως και ειδικές ρυθμίσεις για την κίνηση των οχημάτων μέσα στην Καβάλα.
Ως χώρο στάθμευσης («πιάτσα») των οχημάτων η διάταξη όριζε τη χαράδρα που υπήρχε δίπλα στην οδό Κασσάνδρου, «από της καπναποθήκης της Εθνικής Τραπέζης μέχρι της προ της πύλης της καπναποθήκης Μαρούλη τμήματος αυτής». Εκεί μπορούσαν να σταθμεύσουν το πολύ 15 οχήματα με τα υποζύγιά τους. Τα υπόλοιπα οχήματα και τα μεταγωγικά ζώα μπορούσαν να σταθμεύουν μόνο μέσα στα διάφορα πανδοχεία (χάνια) της πόλης.
Τα οχήματα γενικά μπορούσαν να κάνουν στάση για λίγη ώρα (όση ήταν αναγκαία για τη φόρτωση ή εκφόρτωσή τους) σε όλες τις οδούς της Καβάλας, έξω από οικίες, καταστήματα ή ξενοδοχεία. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρούνταν μερικοί στενοί δρόμοι, όπως οι οδοί (ή τμήματα των οδών) Δοϊράνης, Γραβιάς, Δαγκλή. Η εξυπηρέτηση των εκεί καταστημάτων γινόταν από τους πιο κοντινούς ανοιχτούς χώρους ή από τις κοντινότερες ευρύχωρες οδούς.  Σε άλλους στενούς δρόμους (Παύλου Μελά, Φιλελλήνων, Βελισσαρίου) απαγορευόταν γενικά η κυκλοφορία, επιτρεπόταν όμως η διέλευση και η σύντομη στάση μόνο για τα οχήματα που επρόκειτο να φορτώσουν ή να ξεφορτώσουν εμπορεύματα στα εκεί καταστήματα.
Σε κάποιους δρόμους επιτρεπόταν η κίνηση μόνο προς μία κατεύθυνση. Μονόδρομοι, για παράδειγμα, ήταν οι οδοί (ή τμήματα των οδών) Κουντουριώτου (μόνο από βορρά προς νότο, δηλ. από τις Καμάρες προς το λιμάνι), Βενιζέλου, Δοϊράνης, Αμπάς Χιλμή (σημερ. Κωστή Παλαμά) κ.ά. Τη φορά της κίνησης έδειχναν πινακίδες που είχαν τοποθετηθεί στις άκρες των συγκεκριμένων οδών από τη ΔΧΚ.


Τα μεταγωγικά ζώα
Συμπληρωματική της εν λόγω διάταξης ήταν η άλλη διάταξη της Διοίκησης Χωροφυλακής Καβάλας, η υπ. αριθ. 1882/1 της 10ης Απριλίου 1926 «Περί προστασίας των ζώων», η οποία, εκ των άλλων, όριζε κανόνες και απαγορεύσεις για τη χρησιμοποίηση των μεταγωγικών ζώων, συνθήκες εργασίας, επιτρεπόμενα βάρη φορτίων για κάθε είδος ζώου και άμαξας κλπ.
Για παράδειγμα, απαγόρευε να χρησιμοποιούνται σε εργασία τα ασθενή ζώα που δεν μπορούσαν να σηκώσουν φορτίο, αυτά που έπασχαν από «χωλότητα των άκρων», τα εντελώς τυφλά (εκτός κι αν εργάζονταν σε ζευγάρι με άλλο ζώο υγιές) κι όσα είχαν πληγές σε σημεία του σώματος που εφάπτονταν με τα «εφίππια, ζεύγματα ή σάγματα» ή γενικά πληγές που προκαλούσαν «την κοινήν αηδίαν».
Απαγόρευε επίσης το βασανισμό των ζώων, τους γρονθισμούς, τα λακτίσματα και τη μαστίγωση στο κεφάλι και στην κοιλιά. Επέτρεπε μόνο τη χρήση του κοινού μαστίγιου από σκοινί, και όχι από υλικά που προξενούσαν πληγές ή πόνους στα ζώα (βούνευρα, ξύλα κ.ά.). Για τον ίδιο λόγο απαγόρευε και την εφαρμογή θεραπευτικών μεθόδων από μη ειδικούς κτηνιάτρους, «διά καυστικών φαρμάκων, καυτηριάσεων διά θερμοκαυστήρος» κ.ά. Σύμφωνα με τη διάταξη, τα εργαζόμενα ζώα δεν έπρεπε να μένουν χωρίς τροφή και νερό για περισσότερες από δώδεκα ώρες (ενώ τα μη εργαζόμενα για περισσότερες από είκοσι τέσσερις).
Όσον αφορά τα επιτρεπόμενα φορτία η διάταξη όριζε: Για τα δίτροχα κάρα – αμάξια που χρησιμοποιούσαν ένα ζώο, τα μέγιστα φορτία ήταν 1.000 οκάδες για άλογο (ή μουλάρι) «μεγάλου ή πρώτου αναστήματος», 800 για μεσαίου και 400 για μικρού αναστήματος. Για τα τετράτροχα μονόζωα κάρα αμάξια τα μέγιστα επιτρεπόμενα βάρη ήταν, ανάλογα με το ανάστημα του ζώου, 1.600, 700 και 500 οκάδες. 
Για τα τετράτροχα αμάξια που χρησιμοποιούσαν δύο ζώα, τα μέγιστα βάρη ήταν: Για τα μεν άλογα, αναλόγως του αναστήματός τους (πρώτου – μεσαίου – μικρού) 1.500, 1.000 και 800 οκάδες, για τα βόδια «εγχωρίου γενεάς» (δηλ. ντόπιας ράτσας) 1.600, 1.000 και 600, αντίστοιχα, για τα βόδια «ξένης γενεάς» (δηλ. εισαγόμενης ράτσας) 2.000, 1.600 και 1.000 και για τα βουβάλια, 3.000, 2.500 και 2.000 οκάδες (1 οκά = 1.280 γραμμάρια).
Η Διάταξη όριζε ότι τα «ζώα εργασίας» που ήταν πλέον άχρηστα, λόγω γήρατος, ασθένειας ή άλλης αιτίας, θανατώνονταν κατόπιν εκθέσεως του κτηνιάτρου, ο οποίος όριζε και τον τρόπο θανάτωσής τους.

Οι ηνίοχοι – οδηγοί
Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο ηνίοχος του τροχοφόρου οχήματος έπρεπε να κατέχει «άδεια ηνιοχίας» (επιβατικής ή φορτηγού άμαξας), σα να λέμε «δίπλωμα οδήγησης». Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Νομοθετικό Διάταγμα «Περί αδειών ηνιοχίας» (ΦΕΚ 225 Α΄/14-8-1923), την άδεια εξέδιδε η ΔΧΚ, μετά από γνωμοδότηση της αρμόδιας εξεταστικής επιτροπής, την οποία στελέχωναν ένας εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Εργασίας, ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής, ένας ιατρός και ένας κτηνίατρος που ορίζονταν από τη Νομαρχία και ένας αντιπρόσωπος του τοπικού σωματείου αμαξηλατών ή καραγωγέων.
Προϋποθέσεις για την απόκτηση της άδειας ήταν: Ο υποψήφιος να είναι τουλάχιστον 19 ετών (προσκόμιζε πιστοποιητικό του Δήμου ή προσφυγικού συλλόγου), να μην έχει «ποινικό μητρώο» και να γνωρίζει ανάγνωση και γραφή. Επιπλέον ήταν αναγκαίο: Να γνωρίζει την τοπογραφία της πόλης ή της περιοχής όπου θα εξασκούσε το επάγγελμά του. Να γνωρίζει τις ισχύουσες αστυνομικές διατάξεις για την κυκλοφορία των οχημάτων και την κίνηση στους δρόμους της πόλης. Να «γνωρίζει να ηνιοχεί, ούτως ώστε να αποφεύγονται δυστυχήματα εις τα οδούς» (υποβαλλόταν και σε πρακτική δοκιμασία).

Σε περίπτωση που ο ηνίοχος ήταν και ιδιοκτήτης της άμαξας, η επιτροπή εξέταζε: Αν έχει κατάλληλους «σταύλους και φάτνας» και αν κατέχει τις σχετικές γνώσεις να τις διατηρεί καθαρές και σε κατάσταση υγιεινή. Αν διαθέτει τα κατάλληλα ζώα για το τροχοφόρο του. Αν έχει επαρκείς γνώσεις για την επιμέλεια των ζώων και την παροχή πρώτων βοηθειών σε περίπτωση ελαφρών τραυμάτων.    

* Ευχαριστώ το φίλο Θόδωρο Βακαλόπουλο για το οπτικό υλικό (τομίδιο και απόδειξη).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου