Διώξεις ηγετών και μελών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ με την κατηγορία του δωσιλογισμού. Δίκες στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας (1945-1948)

Ανακοίνωση στο Β΄Διεθνές Συνέδριο Βαλκανικών Ιστορικών Σπουδών, Καβάλα 15-18  Σεπτεμβρίου 2005, Πρακτικά, Καβάλα 2009, σελ. 137-192. 



Από αριστερά: Χ. Ιορδάνογλου, Μ. Σουγιουτζόγλου (Άρης), Κ. Κωνσταντάρας -
Στέργιος Βαλιούλης - Κώστας Κωνσταντάρας στη Σχολή Ευελπίδων


                                                                                ●●●●●●

Διώξεις ηγετών και μελών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ με την κατηγορία του δωσιλογισμού. Δίκες στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας (1945-1948)[1]

Αμέσως μετά την απελευθέρωση ένα από τα κύρια αιτήματα της ελληνικής κοινωνίας και μία από τις πρωταρχικές κυβερνητικές επαγγελίες ήταν η τιμωρία των δωσίλογων, των ατόμων που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους κατακτητές και στήριξαν ή υποβοήθησαν το έργο της εχθρικής Κατοχής[2]. Στις αρχές του 1945 θεσπίστηκε η Συντακτική Πράξη «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού», βάσει της οποίας συστήθηκαν  τα Ειδικά Δικαστήρια Δωσιλόγων[3].

Το Δικαστήριο Δωσιλόγων της Καβάλας άρχισε τις εργασίες του στις 20 Οκτωβρίου 1945, δεκατρείς μήνες μετά την απελευθέρωση, και μέχρι το 1954 εκδίκασε υποθέσεις 292 κατηγορουμένων για συνεργασία με τις βουλγαρικές αρχές Κατοχής. Όμως στο εδώλιο των κατηγορουμένων του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Καβάλας δε βρέθηκαν μόνο συνεργάτες του κατακτητή, αλλά και ηγετικά στελέχη και μέλη του τοπικού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που κατά την περίοδο της Κατοχής είχαν αγωνιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δικάστηκαν κι αυτοί ως δωσίλογοι, με τις ίδιες κατηγορίες που βάρυναν τους πράκτορες της Οχράνα, τους ένστολους και ένοπλους συνεργάτες των Βουλγάρων, τα όργανα της βουλγαρικής προπαγάνδας, τους διώκτες, καταδότες και βασανιστές των Ελλήνων πολιτών και των αντιστασιακών ομάδων[4].

Αντικείμενο του παρόντος άρθρου είναι οι πολιτικού χαρακτήρα διώξεις των μελών του τοπικού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, οι οποίες επενδύθηκαν με το πρόσχημα του δωσιλογισμού. Ειδικότερα: α) Θα εξετάσουμε τη διαδικασία και τις μεθοδεύσεις των διώξεων, το χαρακτήρα των καταγγελιών και των κατηγορητηρίων, την εκδίκαση των υποθέσεων και την έκβαση των δικών και β) Θα εντάξουμε αυτές τις διώξεις στο πλαίσιο της εμφύλιας πολιτικής αντιπαράθεσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε σε τοπικό επίπεδο από την Απελευθέρωση μέχρι την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου.

Οι διώξεις για δωσιλογισμό κατά των στελεχών και μελών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αποτελούν μέρος της αντιΕΑΜικής πολιτικής που επιβλήθηκε στη χώρα μετά το Δεκέμβριο του 1944 και εφαρμόστηκε και στην εξεταζόμενη περιοχή μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας[5].

Feuille volante, 1945
Το ΕΑΜ, συνδυάζοντας από την περίοδο της Κατοχής τα αιτούμενα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με ένα πρόγραμμα αποκατάστασης της δημοκρατίας και ουσιαστικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, εμφανίζεται μετά την απελευθέρωση ως ένας από τους κύριους ρυθμιστικούς παράγοντες της πολιτικής ζωής και ως δύναμη ικανή να ανατρέψει τα προπολεμικά πολιτικά δεδομένα. Ο ΕΑΜικός συνασπισμός είχε με το μέρος του τη δυναμική και την αίγλη της αντίστασης, συγκινούσε πλατιά λαϊκά στρώματα και μπορούσε να κινητοποιήσει μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού. Η δύναμη και ακτινοβολία του φόβιζε τις συντηρητικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες επιζητούσαν να αποδυναμώσουν τον πολιτικό του ρόλο.

Η ευκαιρία και η νόμιμη αφορμή δόθηκε με τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944[6]. Το επίσημο κράτος που ανασυγκροτήθηκε μετά τα Δεκεμβριανά ήταν ένα κράτος αντιΕΑΜικό, που είχε ως βασική επιδίωξή του να αναχαιτίσει τη δυναμική του ΕΑΜ, με όλα τα δυνατά μέσα: με τον εκφοβισμό και την τρομοκρατία, με τις τεράστιας κλίμακας διώξεις, με τη χρησιμοποίηση όλων των τιμωρητικών πρακτικών και ακόμη με τη δυσφήμηση της αντιστασιακής δράσης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή και με την κατασυκοφάντηση των ιδεολογικών οραμάτων και των πολιτικών του σχεδίων για το μέλλον της ελεύθερης πατρίδας.

Μετά την εγκατάσταση των αρχών του συντεταγμένου κράτους, το Μάρτιο του 1945[7], αναπτύχθηκε και στην εξεταζόμενη περιοχή ένα ογκώδες κύμα τρομοκρατίας[8]: Οι πολίτες που είχαν συμμετάσχει στην ΕΑΜική αντίσταση και στις διαδικασίες της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης ή είχαν εκδηλώσει αριστερά φρονήματα κατά την περίοδο της Κατοχής και της ΕΑΜοκρατίας έγιναν αντικείμενο απειλών και εκφοβισμών, ξυλοδαρμών και κακοποιήσεων, συλλήψεων και βασανισμών, ακόμη και δολοφονιών. Η «λευκή τρομοκρατία» έλαβε ιδιαίτερη έκταση στις επαρχίες Καβάλας, Παγγαίου και Νέστου, όπου δρούσαν ανεξέλεγκτες οι ακροδεξιές και παραστρατιωτικές ομάδες των εθνικιστών οπλαρχηγών, κυρίως του Αντών Τσαούς[9], οι οποίες στελεχώθηκαν από όργανα της μεταξικής δικτατορίας, φανατικούς βασιλόφρονες, εθνικιστές αντάρτες του αντιβουλγαρικού αγώνα, θύματα της ΕΑΜοκρατίας και δωσίλογους της Κατοχής. Σε αρκετές περιπτώσεις η τρομοκρατική δράση αναπτύχθηκε με την προστασία, την ενθάρρυνση ή και τη συμμετοχή ανδρών της Χωροφυλακής και της νεοσύστατης Εθνοφυλακής, υπό την ανοχή των κρατικών αρχών, οι οποίες είτε αδιαφορούσαν είτε αδυνατούσαν να ελέγξουν τις δυνάμεις που από τότε ακόμη αποκαλούνταν «παρακράτος» [10].

Στις περιοχές όπου η Αριστερά είχε ισχυρή παρουσία και υπήρχε έδαφος για την ανάπτυξη πολιτικής δράσης (κυρίως στην πόλη της Καβάλας και στη Θάσο), οι εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις του ΕΑΜ διαλύονταν βίαια από τα όργανα της τάξης ή από οργανωμένες ομάδες ακροδεξιών, ενώ τα σπίτια των επώνυμων κυρίως στελεχών του και τα γραφεία των οργανώσεών του δέχονταν τις επιθέσεις και επιδρομές και ενίοτε καταστρέφονταν από «άγνωστους» ή παρακρατικούς[11]. Την ατμόσφαιρα φόβου συντηρούσαν επίσης η επίδειξη δύναμης, οι εκφοβιστικές διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας, τα υβριστικά και απειλητικά συνθήματα και τα κηρύγματα μίσους των ακροδεξιών ομάδων και οι εκδηλώσεις των εθνικοφρόνων οργανώσεων[12].

Όλα αυτά δημιουργούσαν, κυρίως στις αγροτικές επαρχίες, ένα αφόρητο κλίμα για τους αριστερούς. Μην έχοντας πού να απευθυνθούν για να καταγγείλουν τις αυθαιρεσίες και να αναζητήσουν προστασία[13], αρκετοί αναγκάζονταν να αποκηρύξουν την συμμετοχή τους στην ΕΑΜική αντίσταση, άλλοι εξωθούνταν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και πολλοί ζούσαν υπό συνθήκες παρανομίας.

Παράλληλα με την τρομοκρατική δράση των παρακρατικών ομάδων, εγκαθιδρύθηκε κι ένας μηχανισμός μαζικών δικαστικών διώξεων: Εκατοντάδες καπετάνιοι ή αγωνιστές του ΕΛΑΣ, στελέχη, μέλη ή υποστηρικτές του ΕΑΜ καταγγέλλονταν, συλλαμβάνονταν, κρατούνταν, προφυλακίζονταν ή καταζητούνταν κυρίως για αδικήματα που είχαν διαπραχθεί κατά την περίοδο της ΕΑΜικής Λαϊκής Αυτοδιοίκησης. Ο όρος της Συμφωνίας της Βάρκιζας που αμνήστευε τα πολιτικά εγκλήματα της περιόδου Δεκεμβρίου 1944 – Φεβρουαρίου 1945 διαστρεβλώθηκε και τα αδικήματα θεωρήθηκαν ποινικά, ενώ τα κατηγορητήρια επεκτάθηκαν και σε αδικήματα της κατοχικής περιόδου. Έτσι νομιμοποιήθηκε η έκδοση ενός πρωτοφανούς αριθμού ενταλμάτων σύλληψης, η φυλάκιση και η προληπτική κράτηση πλήθους αριστερών. Οι περισσότεροι είχαν καταγγελθεί για φόνους εθνικιστών ή «αντιδραστικών» κατά την περίοδο των εμφύλιων συγκρούσεων, από το Σεπτέμβριο του 1944 μέχρι το Φεβρουάριο του 1945, αλλά και για εκτελέσεις αντιπάλων ή δωσίλογων κατά την περίοδο της Κατοχής. Αρκετοί παραπέμφθηκαν στο Κακουργιοδικείο του Εφετείου Θράκης, οι περισσότεροι όμως  μετά από μήνες κράτησης και ταλαιπωρίας απαλλάχθηκαν, είτε γιατί τα στοιχεία ήταν αβάσιμα ή ανεπαρκή, είτε επειδή οι φόνοι αποδεικνύονταν φανταστικοί, είτε διότι τα θύματα ήταν συνεργάτες των Βουλγάρων και άρα η εκτέλεσή τους δεν αποτελούσε αδίκημα[14].

Την περίοδο αυτή διώκεται επίσης η πολιτική δράση: Οι εκδηλώσεις των οργανώσεων και υποστηρικτών του ΕΑΜ, ακόμη και οι εκδρομές της ΕΠΟΝ και οι οικογενειακές και φιλικές συνάξεις, θεωρούνταν παράνομες συγκεντρώσεις, διατάραξη της κοινής ησυχίας, πρόκληση των εθνικοφρόνων πολιτών κ.ά. και γίνονταν αφορμή για μαζικές συλλήψεις, ενώ όσοι αντιδρούσαν στη βία και τις αυθαιρεσίες των κρατικών οργάνων καταγγέλλονταν για στάση, απείθεια ή αντίσταση κατά της αρχής[15]. Επίσης οι διευθυντές και δημοσιογράφοι των εφημερίδων Λευτεριά και Νίκη, που αποκάλυπταν εγκλήματα των παρακρατικών και αυθαιρεσίες των αστυνομικών οργάνων ή ασκούσαν κριτική στην πολιτική του επίσημου κράτους, μηνύονταν επανειλημμένα για εξύβριση, συκοφαντική δυσφήμιση ή για αδικήματα στρεφόμενα κατά της ασφάλειας της χώρας[16].


Ένταλμα της 6ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ για
σύλληψη δωσίλογου, 1-2-1945
Οι ριζικές αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό επηρέασαν και τις εξελίξεις στο ζήτημα του δωσιλογισμού. Κατά την προηγηθείσα περίοδο της ΕΑΜοκρατίας (Σεπτ. 1944 – Μάρτ. 1945) η δίωξη των δωσίλογων στην εξεταζόμενη περιοχή χαρακτηρίστηκε από δύο διαφορετικές πρακτικές: Αφενός από το ζήλο και τη συστηματική προσπάθεια των πολιτικών αρχών του ΕΑΜ και της Διεύθυνσης Δικαστικού της 6ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ να συλλάβουν τους συνεργάτες των αρχών Κατοχής και να τους παραπέμψουν στη δικαιοσύνη. Αφετέρου από το υπερβάλλον πνεύμα αντεκδίκησης ΕΛΑΣιτών και πολιτοφυλάκων, που εκδηλώθηκε με εκκαθαρίσεις «εθνοπροδοτών», αλλά και πολιτικών αντιπάλων[17].

Από τα μέσα του 1945 η κάθαρση αντιμετώπισε σχεδόν ανυπέρβλητα εμπόδια[18]. Στα τέλη Μαρτίου οι περισσότεροι δωσίλογοι αποφυλακίστηκαν και οι κρατικές αρχές έθεσαν υπό επανεξέταση όλες τις υποθέσεις δωσιλογισμού. Όμως οι νέες πολιτικές προτεραιότητες και το κλίμα τρομοκρατίας δεν ευνοούσαν τη δίωξη εκείνων των συνεργατών που εκμεταλλευόμενοι την πολιτική συγκυρία είχαν σπεύσει να συστρατευτούν με τους νικητές των Δεκεμβριανών στον αντιΕΑΜικό αγώνα, ώστε να νομιμοποιήσουν εκ των υστέρων τις κατοχικές τους δραστηριότητες και να τις μετατρέψουν σε διαπιστευτήρια πατριωτισμού. Αρκετοί είχαν ενσωματωθεί στους κρατικούς και παρακρατικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, υπηρετούσαν σε κρατικές υπηρεσίες, στο στρατό ή στα τάγματα εθνοφυλακής ή είχαν στελεχώσει τις Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες του Αντών Τσαούς. Γι’ αυτούς τους λόγους, άτομα που ενέχονταν σε υποθέσεις δωσιλογισμού είτε βρέθηκαν στο απυρόβλητο της δίωξης, είτε απαλλάχθηκαν με βουλεύματα, είτε παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο Δωσιλόγων αλλά δεν καταδικάστηκαν[19].

Προς τα τέλη του 1945 είναι φανερό ότι η δίωξη των δωσίλογων δεν αποτελεί πλέον ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας και ότι στο πλαίσιο της αντιΕΑΜικής πολιτικής ευνοείται η απενοχοποίηση της συνεργασίας με τον κατακτητή[20] και υιοθετείται μια στρατηγική αποσιώπησης του εντόπιου δωσιλογισμού. Χαρακτηριστική ως προς το τελευταίο είναι η μεταστροφή του τοπικού τύπου: Μέχρι τα μέσα του 1945 ο Ταχυδρόμος, μετριοπαθής εφημερίδα του συντηρητικού χώρου, με πύρινα άρθρα στηλιτεύει τους «εθνικούς εξομότες» (δηλ. τους βουλγαρογραμμένους)[21] και τους προδότες, σαλπίζει το κήρυγμα της κάθαρσης και καλεί σε συστράτευση για την παραπομπή τους στη δικαιοσύνη και την τιμωρία τους:

«Υπήρξαν όμως και προδόται που ετάχθησαν εις το πλευρόν των κατακτητών… όρθωσαν το ανάστημά των κατά της πατρίδος… υπέπεσαν κατά της ζωής των μαρτυρικών πληθυσμών μας… Πρέπει να αποκαθάρωμεν το σώμα μας από τα καρκινώματα αυτά, τα οποία είναι πολύ πιο επικίνδυνα και από τους φρικαλέους κατακτητάς. Με το φραγγέλιον ανά χείρας χωρίς φόβον, χωρίς πάθος, χωρίς προκατάληψιν και προ παντός χωρίς αργοπορία πρέπει να κτυπηθούν αμείλικτα… Προς τούτο κάθε πολίτης έχει καθήκον να συμβάλει. Πρέπει όλοι ενωμένοι σήμερα, όπως ηνωμένοι είμεθα κατά τας ημέρας της δουλείας, να εκκαθαρίσωμεν την Ελλάδα από την πανούκλα των προδοτών και των εκτραφέντων και των πλουτισάντων εις βάρος του πόνου και του μαρτυρίου της Ελληνικής Φυλής»[22].

Κι όμως λίγους μήνες αργότερα, η ίδια εφημερίδα δεν αφιέρωσε ούτε ένα μονόστηλο στην έναρξη της λειτουργίας του Δικαστηρίου Δωσιλόγων και στη συνέχεια ελάχιστα ασχολήθηκε με τις εργασίες και τις αποφάσεις του, κυρίως στις περιπτώσεις που οι κατηγορούμενοι ήταν αριστεροί.

Αντίθετα την εποχή αυτή άρχισε να μεθοδεύεται από τους διωκτικούς μηχανισμούς και το παρακράτος η ενοχοποίηση των αγωνιστών της αριστερής αντίστασης. Με την τρομοκρατία και την επιστράτευση ψευδομαρτύρων, με την άσκηση αφόρητων πιέσεων προς τις ανακριτικές αρχές και με την απομάκρυνση των μη αρεστών δικαστικών λειτουργών. Ο Εισαγγελέας Καβάλας Ευκλείδης Περιστερίδης, που είχε αρνηθεί να ασκήσει ποινική δίωξη για δωσιλογισμό κατά των ηγετικών στελεχών του τοπικού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, μετατέθηκε λίγες μέρες πριν από την έναρξη της λειτουργίας του Δικαστηρίου Δωσιλόγων. Τις διώξεις αριστερών για δωσιλογισμό, με βάση τις καταθέσεις δωσίλογων ψευδομαρτύρων[23], καταδικάζει στα μέσα του 1945 και ο τοπικός τύπος της Δεξιάς:  

«Να παύσουν αι συλλήψεις επί τη βάσει στοιχείων ψευδών και υποβολιμαίων…Η αυστηρότης του κράτους δεν δύναται να εκδηλούται με τας συλλήψεις επί τη βάσει ανεξέλεγκτων στοιχείων, διδομένων πολλάκις υπό προσώπων άτινα βαρύνονται από ανομήματα, άτινα προσπαθούν να συγκαλύψουν με κάποιον όψιμον πατριωτισμόν και επιδεκτικόν αλλά επίπλαστον εθνικισμόν»[24].

Το δεύτερο Δημοτικό Συμβούλιο της "Λαϊκής
Αυτοδιοίκησης" Στο κέντρο με τα γυαλιά ο Δήμαρχος
Στέφανος Νικολαΐδης. Εκτελέστηκε στα τέλη του 1947
Οι καταγγελίες εναντίον των στελεχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, είτε από ιδιώτες είτε από τις κατά τόπους αστυνομικές αρχές[25], άρχισαν, σύμφωνα με τα δικαστικά αρχεία, τον Απρίλιο του 1945. Ως συνεργάτες των βουλγαρικών Αρχών Κατοχής καταγγέλθηκαν δεκάδες αριστεροί, αλλά και φιλελεύθεροι πολίτες[26]. Αξιωματικοί και καπετάνιοι του ΕΛΑΣ, ανώτερα στελέχη του ΕΑΜ, μέλη του δημοτικού και νομαρχιακού συμβουλίου της ΕΑΜικής περιόδου και άτομα που στελέχωσαν ή υπηρέτησαν τους θεσμούς και τα όργανα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης: το Στρατοδικείο του ΕΛΑΣ, το Λαϊκό Δικαστήριο, το Γραφείο Εργατικού, την Επιτροπή Επισιτισμού, την εφημερίδα «Νίκη», την ΕΠΟΝ, την καπνοβιομηχανία «Νίκη». Οι καταγγελίες στρέφονταν και εναντίον συγγενικών τους προσώπων και απλών ανταρτών του ΕΛΑΣ ή υποστηρικτών του ΕΑΜ[27].

Ένας περιορισμένος αριθμός καταγγελιών αφορούσε τη δράση των κατηγορουμένων κατά τη διάρκεια της Κατοχής: Μερικοί κατηγορήθηκαν ότι είχαν αναπτύξει σχέσεις οικονομικής συνεργασίας με Βουλγάρους ή ότι είχαν παράσχει σ’ αυτούς υπηρεσίες ως γραμματείς κοινοτήτων ή διερμηνείς. Άλλοι, μεταξύ αυτών και τα ηγετικά στελέχη του τοπικού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, καταγγέλθηκαν ως ηθικοί αυτουργοί για συλλήψεις και φόνους Ελλήνων εθνικιστών ανταρτών, αλλά και Βρετανών, ότι υπήρξαν συνειδητά όργανα της βουλγαρικής προπαγάνδας και ότι επιδίωξαν την αυτονόμηση της Μακεδονίας και την προσβολή της ακεραιότητας της χώρας[28].

Οι περισσότεροι όμως καταγγέλθηκαν για συνεργασία με τις αρχές του βουλγαρικού Πατριωτικού Μετώπου, από την ημέρα της απελευθέρωσης, στις 13 Σεπτεμβρίου 1944, μέχρι την ημέρα της οριστικής αποχώρησης των Βουλγάρων, στις 26 Οκτωβρίου. Στις εναντίον τους καταγγελίες ή μηνύσεις η περίοδος αυτή της συνύπαρξης των αρχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και του βουλγαρικού Πατριωτικού Μετώπου αναφέρεται ως περίοδος βουλγαρικής Κατοχής και κατά συνέπεια η όποια συνεργασία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ με το Πατριωτικό Μέτωπο, σε πολιτικό ή στρατιωτικό επίπεδο, καταγγέλλεται ως συνεργασία με τις αρχές Κατοχής[29]. Στην ενορχηστρωμένη προσπάθεια των διωκτικών μηχανισμών να επιβάλουν αυτή την εκδοχή, αντιτάχθηκε η πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών. Έτσι οι περισσότεροι από τους καταγγελθέντες απαλλάχθηκαν με βουλεύματα, αφού όμως είχαν συμπληρώσει λίγους ή πολλούς μήνες στις φυλακές Καβάλας, είτε κρατούμενοι χωρίς να τους αποδοθεί κατηγορία είτε προφυλακισμένοι.

Με την τακτική αυτή δε συμφωνούσαν και τα συντηρητικά τμήματα της τοπικής κοινωνίας, που μέχρι την έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου κρατούσαν αποστάσεις από την άκρα Δεξιά και τολμούσαν να εκφράζουν έστω και δειλά την αντίθεσή τους. Ο Ταχυδρόμος λ.χ., εκφραστής τέτοιων απόψεων, στα μέσα του 1945 αντιτίθεται στις άδικες συλλήψεις και στα τέλη του 1945 – αρχές 1946, όταν οι ηγέτες της ΕΑΜικής αντίστασης είχαν ήδη συμπληρώσει οκτώ – εννέα μήνες προφυλακισμένοι, παραδέχεται ότι «δεν θα έπρεπε να ταλαιπωρηθούν οι άνθρωποι επί τόσον χρόνον από μίαν μη συσταθείσαν κατηγορίαν» και θεωρεί ότι «θα πρέπει να απολυθούν από τας φυλακάς όσοι κακώς κρατούνται… διά τοιαύτην κατηγορίαν»[30].

Στο Δικαστήριο Δωσιλόγων οδηγήθηκαν τελικά είκοσι τέσσερις από τους καταγγελθέντες, που δικάστηκαν σε δεκατρείς δίκες[31]. Στην πρώτη (5 Νοεμβρίου 1945), δύο ΕΛΑΣίτες αντάρτες από χωριά της επαρχίας Νέστου κατηγορήθηκαν ότι «κατά τον Σεπτέμβριον 1944 και κατ’ εξακολούθησιν μέχρι της αποχωρήσεως των Βουλγάρων συνηργάσθησαν μετά του εχθρού…». Κατά το κατηγορητήριο, τις πρώτες ημέρες μετά την απελευθέρωση οδήγησαν στην περιοχή Χρυσούπολης σώμα ΕΛΑΣιτών και Βουλγάρων, το οποίο συγκρούστηκε με τις εκεί εθνικιστικές ομάδες, λεηλάτησε τον κάμπο της Χρυσούπολης και διέπραξε αγριότητες εις βάρος ενόπλων και αμάχων. Ένας από τους δικαστές πρότεινε να θεωρηθούν ένοχοι τουλάχιστον «εθνικής αναξιότητος»[32], με το εξής σκεπτικό:

«Αι βουλγαρικαί αρχαί ευρίσκοντο ακόμη εις τα εδάφη ταύτα κινούμεναι, εκδίδουσαι διαταγάς και επιφέρουσε τον όλεθρον εις το ελληνικόν στοιχείον και τας ελληνικάς περιουσίας. Είναι αδιάφορον εάν οι κατηγορούμενοι ούτοι εκ συστάσεως μετ’ άλλων απέβλεπον αμέσως εις την κατάληψιν της πολιτικής εξουσίας εν αμίλλη προς τους αντιπάλους εθνικιστάς αντάρτας τη βοηθεία των Βουλγάρων, διότι ούτω εμμέσως εξυπηρετείτο και η Κατοχή εις το εν γένει έργον της καταστροφής παντός του ελληνικού».

Το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε την άποψη ότι η περίοδος Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1944 αποτελούσε περίοδο «βουλγαρικής Κατοχής» και αθώωσε τους δύο κατηγορουμένους από την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή. Η πρώτη αυτή αθωωτική απόφαση αποτέλεσε «δεδικασμένο». Στις υπόλοιπες δίκες αριστερών το κατηγορητήριο χρονολογούσε τα «αδικήματα» της συνεργασίας από το 1941 ή 1942, ενώ γι’ αυτά που διαπράχθηκαν μετά την απελευθέρωση το Δικαστήριο Δωσιλόγων θεωρούσε εαυτό αναρμόδιο και δεν εξέδιδε απόφαση[33].


Από τα Πρακτικά της δίκης των έξι ηγετών
του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (22 Δεκ. 1945)
Η σημαντικότερη δίκη διεξήχθη στις 22 Δεκεμβρίου 1945. Τότε, παραμονές Χριστουγέννων, στο εδώλιο των κατηγορουμένων του Ειδικού Δικαστηρίου Σ.Π. 6/1945 βρέθηκαν έξι από τα ηγετικά στελέχη του τοπικού ΕΑΜ/ΕΛΑΣ: Ο Κώστας Κωσταντάρας (Λογοθέτης), διοικητής του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και μέραρχος της 6ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ μετά την απελευθέρωση, ο Γιώργος Τσαρουχάς, γραμματέας του ΕΑΜ Ανατολικής Μακεδονίας κατά την απελευθέρωση και Νομάρχης Καβάλας κατά την περίοδο της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, ο Κώστας Τσολάκης (Κίτσος), επικεφαλής λόχου του 1ου Τάγματος και στρατιωτικός διοικητής Θάσου επί ΕΑΜοκρατίας, ο Στέργιος Βαλιούλης (Φτωχός), υπασπιστής του 26ου Συντάγματος, ο Χαρίκος Ιορδάνογλου, φρούραρχος της πόλης μετά την απελευθέρωση, και ο Μεθόδιος (Μήτσος) Αλεξανδρόπουλος, πρόεδρος του Στρατοδικείου του ΕΛΑΣ που δίκασε τους Βούλγαρους εγκληματίες πολέμου[34].

Η πολύκροτη δίκη άρχισε μέσα σε τεταμένο κλίμα, καθώς ο χώρος του δικαστηρίου είχε κατακλυσθεί από ένα ογκώδες πλήθος αριστερών, που συγκεντρώθηκαν για να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους στους δικαζόμενους. Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν απευθείας από τις φυλακές σιδηροδέσμιοι (μόνο ο Βαλιούλης είχε αποφυλακιστεί πριν από τη δίκη), ενώ οι μάρτυρες κατηγορίας –ο Αντών Τσαούς, αξιωματικοί της ΠΑΟ, άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας αλλά και συγγενείς θυμάτων του ΕΛΑΣ– έφτασαν υπό την προστασία αστυνομικής δύναμης. Από τους 43 μάρτυρες κατηγορίες προσήλθαν μόνον οι 22. Ο εισαγγελέας Μεν. Κουτσάκος πρότεινε την αναβολή της δίκης, όμως με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής το Δικαστήριο αποφάσισε τη διεξαγωγή της.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι έξι κατηγορούμενοι είχαν διαπράξει από τις αρχές του 1942 και μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου 1944 τα εξής αδικήματα[35]:
«α) ανέλαβον υπηρεσίαν παρά ταις Αρχαίς Κατοχής (Βουλγαρικαίς)…και ενήργουν κατά τρόπον πιεστικόν διά τον λαόν και ούτω διευκόλυνον το έργον της Βουλγαρικής Κατοχής. β) Εγένοντο συνειδητά όργανα του εχθρού (Βουλγάρων) προς διάδοσιν της προπαγάνδας των, εξαίροντες το έργον του κατακτητού, όσον αφορά ιδία την απελευθέρωσιν της Ελληνικής Μακεδονίας και Θράκης, και προκαλούντες την ηττοπάθειαν παρά τω Ελληνικώ λαώ και την περιφρόνησιν του Εθνικού και συμμαχικού αγώνος. γ) Κατέδωσαν εις τον εχθρόν Έλληνας και ξένους υπηκόους και ενήργησαν δια την ανακάλυψιν και σύλληψίν των. δ) Προέβησαν εις πράξεις βίας συμπράξει μετά των οργάνων των Αρχών Κατοχής εις βάρος Ελλήνων, ήτοι των Εθνικιστικών Ανταρτικών Σωμάτων Αντών Τσαούς, Καπετάν Βαγγέλη κλπ., ιδία εν Χρυσουπόλει, Νικηφόρω και Κρηνίδαις και αλλαχού, ένεκα της δράσεώς των κατά του εχθρού, συντρέχει δε και ιδιαιτέρα επιβαρυντική περίπτωσις και ως εξοπλισθέντες παρά των αρχών κατοχής… ε) Εν συνεργασία και με την βοήθειαν του εχθρού (Βουλγάρων) έγινον αρχηγοί και οδηγοί κινήσεως τεινούσης εις την προσβολήν της ακεραιότητος της χώρας, ήτοι προς αυτονόμησιν της Ελληνικής Μακεδονίας».

 Πρώτος κατέθεσε ο ταγματάρχης Ι. Παπαγεωργίου, που υποστήριξε ότι ο ΕΛΑΣ δεν έκανε αντίσταση κατά των Βουλγάρων, αλλά συνεργαζόταν με τα κατοχικά στρατεύματα για την αυτονόμηση της Μακεδονίας και τη μετατροπή της σε Μακεδονικό κράτος. Η εξέταση του μάρτυρα από τους συνηγόρους υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα πρακτικά της δίκης, ένα βασανιστήριο: Ο Παπαγεωργίου δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, έπεσε σε αντιφάσεις, προκάλεσε με τις απαντήσεις του την αγανάκτηση ή τη θυμηδία του ακροατηρίου, δικαιολόγησε το «Σύμφωνο Αντών Τσαούς – Σιράκωφ» («ήταν σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο») και ξέσπασε σε διαμαρτυρίες και ύβρεις με τους υπαινιγμούς των δικηγόρων ότι τα τμήματα της ΠΑΟ που είχε υπό τις διαταγές του στις περιοχές του Κιλκίς ενισχύονταν από τους Γερμανούς και ότι ο ίδιος προσωπικά είχε σχέσεις μαζί τους κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη.

Λόγω της έντασης που προκλήθηκε και πριν ολοκληρωθεί η κατάθεση του μάρτυρα, ο εισαγγελέας εισηγήθηκε την ολιγόωρη διακοπή της δίκης. Παρασκηνιακά οι δικαστές και οι ένορκοι ζήτησαν από τους κατηγορουμένους να συναινέσουν στη οριστική διακοπή της «για εθνικούς λόγους». Στα πρακτικά της δίκης αναφέρεται ότι το δικαστήριο «αναβάλλει αορίστως την εκδίκασιν της προκειμένης υποθέσεως» και διατάσσει  «κρείσσονας αποδείξεις».

Την επομένη ο Ταχυδρόμος με ένα λιγόλογο μονόστηλο, χωρίς σχόλια και αναφορές στη υπόθεση, σημείωσε ότι η δίκη αναβλήθηκε «λόγω μη προσελεύσεως ουσιωδών μαρτύρων» και ότι το πλήθος εκδήλωσε την υποστήριξή του προς τους κατηγορουμένους και αποδοκίμασε τον Αντών Τσαούς. Αντίθετα, η Νίκη, όργανο του ΕΑΜ Καβάλας, δημοσίευσε πλήρη πρακτικά και στο κύριο άρθρο της σχολίασε εκτενώς τη δίωξη των ηγετών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ:


«Η δράση των ανθρώπων αυτών είναι τόσο καθαρή, τόσο πατριωτική και εθνική, που είναι να απορεί κανείς πώς βρέθηκαν Έλληνες να τους αποδώσουν μια τόσο άτιμη, τόσο πρόστυχη, τόσο αντεθνική κατηγορία για συνεργασία με τους Βουλγάρους. Η κατηγορία… δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια χοντροκομένη προσπάθεια των προδοτών να μολύνουν, να συκοφαντήσουν και να στιγματίσουν το Κίνημα της Εθνικής μας Αντιστάσεως για να σκεπάσουν τη δική τους προδοσία… Υποστηρίζαμε και υποστηρίζουμε ότι είναι αίσχος και προσβολή κατά του λαού και του Έθνους να σέρνονται στα δικαστήρια οι ήρωές του…οι ήρωες του Τσαλ Νταγ, του Μποζ Νταγ, του Παγγαίου, οι πρόμαχοι της λευτεριάς μας…»[36].  

Η δίκη δεν επαναλήφθηκε ποτέ και η κατηγορία για δωσιλογισμό εκκρεμούσε για δύο ακόμη χρόνια. Τον Οκτώβριο του 1947 το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών Καβάλας εξέδωσε απαλλακτικό βούλευμα, σύμφωνα με το οποίο οι έξι κατηγορούμενοι απαλλάσσονταν από την ποινική ευθύνη:  
«Ουδαμόθεν δύναται να υποστηριχθή βασίμως ότι επροπαγάνδισαν υπέρ του εχθρού ή κατέδωσαν Έλληνας ή ξένους υπηκόους ή ανέλαβον υπηρεσίαν παρά ταις αρχαίς Κατοχής ή προέβησαν εις πράξεις βίας εναντίον Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά του εχθρού, ή συνειργάσθησαν ή συμμετέσχον ως οδηγοί κινήσεως τεινούσης εις προσβολήν της ακεραιότητος της χώρας, ήτοι διά την αυτονόμησιν της Μακεδονίας»[37].

 Τον Ιανουάριο του 1946 δικάστηκε ο από τον Οκτώβριο του 1944 γραμματέας του ΕΑΜ Αν. Μακεδονίας  Γεώργιος Καραμίχας – Γρίβας, στον οποίο αποδόθηκαν οι ίδιες κατηγορίες: Ότι από το 1942 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1944 στις περιοχές της Βέροιας, Νάουσας, Έδεσσας και Καβάλας ανέλαβε υπηρεσία «παρά ταις αρχαίς Κατοχής», ότι υπήρξε όργανο του εχθρού προς διάδοση της προπαγάνδας του, εξαίροντας το έργο του κατακτητή και την υπεροχή των Βουλγάρων κ.ο.κ., και ότι «εν συνεργασία και με την βοήθειαν του εχθρού, Βουλγάρων και Σλαύων, έγινεν αρχηγός και οδηγός κινήσεως τεινούσης εις την προσβολήν της ακεραιότητος της χώρας, διά της αυτονομήσεως της Μακεδονίας και Θράκης»[38].

Η διαδικασία της παραπομπής του Καραμίχα – Γρίβα είναι αποκαλυπτική των μεθοδεύσεων: Το κατηγορητήριο κατασκευάστηκε από την Αστυνομία της Καβάλας και από ακροδεξιούς κύκλους της Βέροιας, όπου έδρασε ο Καραμίχας μέχρι το τέλος της Κατοχής. Οι μάρτυρες κατηγορίας από την Καβάλα είχαν καταθέσει κατά την προανάκριση ότι ο κατηγορούμενος «μιλούσε περί αυτονομήσεως». Στη δίκη όμως υπαναχωρούν, τονίζουν ότι οι αρχικές τους καταθέσεις ήταν αποτέλεσμα πιέσεων και βίας της Αστυνομία και της Εθνοφυλακής (γεγονός που είχαν ήδη καταγγείλει και στον τότε επίτροπο δοσιλόγων Περιστερίδη) και διευκρινίζουν ότι ο κατηγορούμενος δε μιλούσε «περί αυτονομήσεως», αλλά «περί αυτοδιοικήσεως». Οι μάρτυρες κατηγορίας από τη Βέροια είχαν καταθέσει προανακριτικά και επανέλαβαν και ενώπιον του δικαστηρίου ότι ο Καραμίχας συμμετείχε στην αυτονομιστική κίνηση των Κουτσόβλαχων της Ημαθίας και της Πέλλας και ότι ήταν υπεύθυνος για το φόνο δεκάδων πολιτών[39].

Την αποτελεσματικότερη υπεράσπισή του και εντός και εκτός του δικαστηρίου, ο Καραμίχας τη βρήκε στο πρόσωπο ενός πολιτικού του αντιπάλου. Ο δημοσιογράφος του Ταχυδρόμου Ι. Πριμικίδης, που κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχε διαφύγει στην γερμανοκρατούμενη Ελλάδα, έζησε στη Βέροια και γνώριζε πρόσωπα και πράγματα της περιοχής, κατέθεσε ότι ο Καραμίχας ήταν ο φανατικότερος πολέμιος και διώκτης των Βλάχων αυτονομιστών, ενώ με δημοσίευμά του στον Ταχυδρόμο, τις παραμονές της δίκης, αποκάλυψε το ποιόν των ψευδομαρτύρων:

«Είναι γνωστοί δοσίλογοι και ταγματασφαλίται, διαπράξαντες κατά την περίοδον της Κατοχής πολλά εγκλήματα εις βάρος του ελληνικού λαού. Δικαία επομένως υπήρξεν η προκληθείσα αγανάκτησις… ιδίως του κατηγορουμένου, ο οποίος κρατείται εννέα ολοκλήρους μήνας εις τας φυλακάς. Οφείλομεν –παρά τας ριζικάς πολιτικάς μας αντιθέσεις προς τον κατηγορούμενον– να τονίσωμεν ότι έχομεν σαφή αντίληψιν του εγκληματικού ποιού των κυριωτέρων εκ Βεροίας μαρτύρων της κατηγορίας. Υπήρξαν κατά την Κατοχήν ο φόβος και ο τρόμος μιας ολοκλήρου περιφερείας. Έλαβον τα όπλα από τον εχθρόν. Απηρνήθησαν επισήμως την πατρίδα των και συνετέλεσαν εις την θανάτωσιν Ελλήνων… δεν είναι παραδεκτόν να εμφανίζονται σήμερον ως πατριώται…»[40].

Ο Καραμίχας – Γρίβας αθωώθηκε. Αθώοι κρίθηκαν και οι υπόλοιποι αριστεροί που δικάστηκαν στο Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας μέχρι τα μέσα του 1946. Στα τέλη του 1948, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, δικάστηκε ερήμην ο ανθυπίατρος Γιάννης Πετρίδης, αρχηγός τάγματος και αρχίατρος του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Κατηγορήθηκε ότι ανέλαβε υπηρεσία «παρά ταις αρχαίς Κατοχής…»[41] και ότι υπήρξε συνειδητό όργανο της βουλγαρικής προπαγάνδας. Για την παραπομπή του Πετρίδη υπήρχε κάποιο νομικό έρεισμα: Ο ποντιακής καταγωγής αρχίατρος του ΕΛΑΣ είχε εγκατασταθεί στο Ζυγό το 1942 ως κοινοτικός γιατρός.  

 Στη δίκη κατέθεσαν εννέα μάρτυρες κατηγορίας από το Ζυγό, το Κρυονέρι και τις Κρηνίδες, εκ των οποίων οι τρεις ήταν οπλαρχηγοί τμημάτων του Αντών Τσαούς και από τις αρχές του Εμφυλίου είχαν κληθεί στα όπλα με βαθμό υπολοχαγού και ανθυπολογαχού. Διαβάστηκαν επίσης οι ένορκες καταθέσεις δύο ατόμων (η μία ήταν του Αντών Τσαούς), οι οποίες όμως δεν καταχωρίστηκαν στα πρακτικά και συνεπώς δε γνωρίζουμε το περιεχόμενό τους[42]. Μάρτυρες υπεράσπισης δεν υπήρξαν. 

Ο Αρχίατρος του 26ου Συντάγματος
του ΕΛΑΣ Γιάννης Πετρίδης (αριστ.)
Καταδικάστηκε στην ποινή του
θανάτου στα τέλη του 1948
Από τις καταθέσεις των εννέα μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου, δε στοιχειοθετούνται τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Σύμφωνα με αυτές, ο Πετρίδης ήρθε στο Ζυγό μαζί με τους Βούλγαρους, κατά τις περιοδείες του στα γύρω χωριά (προφανώς για την άσκηση του ιατρικού έργου) συνοδευόταν από 2-3 Βούλγαρους χωροφύλακες ή στρατιώτες και είχε μεταβεί στη Σόφια ως εκπρόσωπος της περιφέρειας Ζυγού για να παραστεί στην κηδεία του Βόρη. Οι περισσότεροι κατέθεσαν ότι ο Πετρίδης έκανε διαφώτιση υπέρ του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ότι μάζευε τρόφιμα για τους αντάρτες και ότι πήρε μέρος σε συγκρούσεις με τις ένοπλες εθνικιστικές ομάδες του Αντών Τσαούς μετά το Σεπτέμβριο του 1944. Στο ερώτημα αν ο Πετρίδης έκανε προπαγάνδα υπέρ των Βουλγάρων οι μάρτυρες απάντησαν αρνητικά.

Η απόφαση του δικαστηρίου προσδιορίστηκε αναμφίβολα από τις συγκυρίες: Η δίκη διεξήχθη μέσα στην καρδιά του Εμφυλίου Πολέμου και ο κατηγορούμενος φυγοδικούσε και δικάστηκε ερήμην. Έτσι παρά την ανεπάρκεια των μαρτυρικών καταθέσεων και την πρόταση του επιτρόπου για ποινή πρόσκαιρης φυλάκισης, το Δικαστήριο επέβαλε στον Πετρίδη την ποινή του θανάτου[43].

Όπως προαναφέραμε, οι περισσότεροι από τους καταγγελθέντες δεν οδηγήθηκαν στο Δικαστήριο Δωσιλόγων, αλλά απαλλάχθηκαν με βουλεύματα[44]. Το δικαστικό συμβούλιο των Πλημμελειοδικών Καβάλας έκρινε ότι η κατηγορία της συνεργασίας με τις βουλγαρικές αρχές Κατοχής ήταν αβάσιμη («ουδαμόθεν συνάγεται», «ουδέν συγκεκριμένον περιστατικόν βεβαιούται», «δεν εξάγεται βασίμως», «δεν προέκυψαν επαρκείς και αποχρώσαι ενδείξεις»), ενώ αποφάνθηκε ότι η συνεργασία ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βουλγαρικού Πατριωτικού Μετώπου, από τις 13 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 26 Οκτωβρίου 1944, δε συνιστούσε ποινικό αδίκημα συνεργασίας με τις αρχές Κατοχής.

Κατά την ετυμηγορία των δικαστικών αρχών, η συνεργασία των ανθρώπων της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης με τις πολιτικοστρατιωτικές αρχές του Πατριωτικού Μετώπου στην Καβάλα ήταν αυτονόητη και επιβεβλημένη. Στην περίπτωση λ.χ. του Στέργιου Βαλιούλη αναφέρεται:
«Ούτος μετά την ενταύθα εγκατάστασιν της αυτοδιοικήσεως και την επικράτησιν του ΕΛΑΣ και την συνθηκολόγησιν της Βουλγαρίας προσέφερεν υπηρεσίας εις τας ανωτέρω οργανώσεις, ήτοι εις  την αυτοδιοίκησιν και τον ΕΛΑΣ, και ως εκ τούτου ως ήτο επόμενον ήλθεν και εις επαφήν με τα παραμείναντα ενταύθα βουλγαρικά στρατεύματα, άτινα ουδεμίαν άσκησαν εξουσίαν»[45].

Στην περίπτωση των δύο δημάρχων της ΕΑΜοκρατίας, Γεώργιου Βασιλικού και Στέφανου Νικολαΐδη, πολλών δημοτικών και νομαρχιακών συμβούλων και μελών των ΕΑΜικών οργάνων, τονίζεται:
«Εξ όλων των στοιχείων της δικογραφίας συνάγεται ότι ούτοι κυρίως μετά την απελευθέρωσιν της Μακεδονίας και την συνθηκολόγησιν της Βουλγαρίας ήλθον εις επαφήν με τας μη αποχωρησάσας εισέτι στρατιωτικάς και πολιτικάς βουλγαρικάς αρχάς, αίτινες ουδεμίαν ήσκουν εξουσίαν ιδία μετά την 13ην Σεπτεμβρίου 1944, προς τον σκοπόν να επιτύχουν την ομαλήν διαδοχήν εις την εξουσίαν διά την διοίκησιν των απελευθερωθέντων εδαφών…»[46].

Αδίκημα συνεργασίας με τις αρχές Κατοχής δε στοιχειοθετούσε ούτε η μετάβαση ανθρώπων της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης στη Βουλγαρία, το τελευταίο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου 1944. Κατά το δικαστικό συμβούλιο, οι επαφές με τις επίσημες βουλγαρικές αρχές του Πατριωτικού Μετώπου αποσκοπούσαν στη διευθέτηση τοπικών ζητημάτων, στην αποστολή τροφίμων και φαρμάκων προς την καθημαγμένη περιοχή της Καβάλας και στη λήψη μέτρων εναντίον του στρατηγού Σιράκωφ, ο οποίος παραβίαζε τους όρους της συνθηκολόγησης[47].

Με την ίδια λογική αντιμετώπισαν οι δικαστικές αρχές και τις καταγγελίες για την κοινή δράση δυνάμεων του ΕΛΑΣ και Βουλγάρων  κομμουνιστών εναντίον των εθνικιστικών ομάδων, κατά το Σεπτέμβριο – Οκτώβριο του 1944. Έτσι λ.χ. στην περίπτωση του Πετρίδη, αρχίατρου του ΕΛΑΣ, επισημαίνεται:
«Ο κατηγορούμενος συμμετέσχε μετά των λοιπών δυνάμεων του ΕΛΑΣ εν συνεργασία μετά των Βουλγάρων εις τον κατά των εθνικιστικών ανταρτικών ομάδων αγώνα, αλλά τούτο εγένετο μετά την συνθηκολόγησιν της Βουλγαρίας και ότε έπαυσε η εχθρική κατοχή, η δε τοιαύτη ενέργεια του ΕΛΑΣ απέβλεπεν εις την  κατάληψιν της πολιτικής εξουσίας και ως εκ τούτου δεν συντρέχουν τα στοιχεία του άρθρου 1, εδάφ. ζ΄… δεδομένου ότι κατά τον χρόνον της επιθέσεως  του ΕΛΑΣ αι ενταύθα περαμείνασαι βουλγαρικαί στρατιωτικαί δυνάμεις δεν ήσαν όργανα των αρχών κατοχής, αφού η τοιαύτη κατοχή έπαυσε υφισταμένη εν τη περιφερεία Καβάλλας και Δράμας… ο δε αγών μεταξύ των αντιμαχομένων εγένετο διά την οριστικήν κατάληψιν της εξουσίας εν ταις άνω περιφερείαις»[48]

Τα βουλεύματα απαλλάσσουν μεν τους κατηγορουμένους από την ποινική ευθύνη, επιρρίπτουν όμως στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ πολιτικές και ηθικές ευθύνες για τον εθνικό διχασμό και έμμεσα καταλογίζουν μονομερώς στην Αριστερά την αιτία της εμφύλιας αντιπαράθεσης. Ενδεικτικό είναι το βούλευμα των έξι ηγετικών στελεχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (και άλλων εννέα αξιωματικών και καπετάνιων του ΕΛΑΣ), που εκδόθηκε δύο χρόνια μετά την διακοπείσα δίκη τους. Σ’ αυτό μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής:

 «Ότε πλέον κατά τον Μάιον του 1944 διεφάνη ότι πολύ συντόμως η Βουλγαρία θα ηττάτο ή θα εξηναγκάζετο εις συνθηκολόγησιν, οι ειρημένοι εξεδήλωσαν αναφανδόν την αντίθεσίν των προς τας λοιπάς εθνικάς ανταρτικάς οργανώσεις του Αντών Τσαούς, Καπετάν Βαγγέλη κλπ., με μοναδικόν σκοπόν την κατάληψιν της εξουσίας, και ουχί διά την εξυπηρέτησιν της εχθρικής κατοχής. Διά την πραγματοποίησιν του επιδιωκομένου σκοπού των, ήτοι της καταλήψεως της εξουσίας, δεν εδίστασαν να έλθουν εις επαφήν και συνεννόησιν μετά των βουλγαρικών αρχών και ότε η Βουλγαρία ηναγκάσθη να συνθηκολογήση, εχρησιμοποίησαν βουλγαρικόν στρατόν και εν συμπράξει μετ’ αυτού εκτύπησαν τας εθνικιστικάς ανταρτικάς οργανώσεις και ούτω επήλθεν ο διχασμός της εθνικής αντιστάσεως, ήτις καθ’ όλον το διάστημα της κατοχής προσέφερε υψίστας υπηρεσίας εις τον απελευθερωτικόν της Πατρίδος ημών αγώνα…

Η επαφή και η συνεργασία την οποίαν είχον οι κατηγορούμενοι μετά των εν Ανατ. Μακεδονία και Δυτική Θράκη ευρισκομένων και μη αποχωρησάντων εισέτι βουλγαρικών αρχών και ιδία των στρατιωτικών τοιούτων, εγένετο με τον μοναδικόν σκοπόν, ίνα διά της συνεργασίας και της συνδρομής των τελευταίων επιτύχωσι ουχί την εξυπηρέτησιν και διευκόλυνσιν του έργου της κατοχής, αλλά την εξόντωσιν και διάλυσιν των εθνικιστικών ανταρτικών τμημάτων, τούτο δε επέτυχον εν τινι μέτρω τη συνδρομή δυστυχώς και βουλγαρικών στρατευμάτων.

Η τοιαύτη αξιοκατάκριτος κατά τα λοιπά και επιζημία διά τα συμφέροντα της Ελλάδος ενέργεια των κατηγορουμένων δεν δύναται να εμπέση εις παράβασιν τινά των διατάξεων της υπ. αρ. 6/45 Σ.Π…, δεδομένου ότι η βούλησις αυτών δεν κατηυθύνετο εις την διευκόλυνσιν ή την εξυπηρέτησιν του έργου της κατοχής, αλλά εις την πολιτικήν των επικράτησιν και την κατάληψιν της εξουσίας και δι’ αυτήν και μόνην»[49].

Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του άρθρου, οι διώξεις για δωσιλογισμό κατά των στελεχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ πρέπει να εξεταστούν ως μέρος της γενικότερης πολιτικής του μεταδεκεμβριανού κράτους, που απέβλεπε στην αναχαίτιση της δυναμικής του ΕΑΜ και στην αποδυνάμωση του πολιτικού ρόλου των ΕΑΜογενών δυνάμεων, μέσω της τρομοκρατίας, των διώξεων αλλά και της προπαγάνδας. Η πολιτική αυτή ασκήθηκε με κύρια ιδεολογικά όπλα τον αντικομμουνισμό και τον αντιβουλγαρισμό, με τα οποία επιχειρήθηκε η δυσφήμηση αφενός της αντιστασιακής δράσης του ΕΑΜ κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αφετέρου των οραμάτων και επιδιώξεων του για το μεταπολεμικό καθεστώς στην Ελλάδα.


Η "βουλγαροποίηση" του
αντιπάλου. Προκήρυξη του 1946
Στις διάφορες εκφράσεις της αντιΕΑΜικής προπαγάνδας ο αντιστασιακός συνασπισμός της εποχής του πολέμου παρουσιάζεται ως δόλιος, που με πρόφαση την αντίσταση κατά του κατακτητή απεργαζόταν εξαρχής την ανταρσία και έμελε να αποτελέσει το δούρειο ίππο για την επικράτηση του κομμουνισμού. Η δράση του ΕΛΑΣ εναντίον των Βουλγάρων, όταν δεν αμφισβητείται[50], ερμηνεύεται ως επίβουλη επιχείρηση που αποσκοπούσε στην πρόκληση βουλγαρικών αντίποινων, ώστε οι κάτοικοι των χωριών «να παίρνουν τα βουνά» και να πυκνώνουν τις τάξεις του κομμουνιστικού στρατοπέδου[51]. Κατά τον τοπικό τύπο, που σταδιακά ευθυγραμμίζεται με την κυρίαρχη άποψη και αναπαράγει τα στερεότυπά της,
«το ΕΑΜ δεν ήτο, ως ελέγετο, Απελευθερωτικόν Μέτωπον, αλλ’ ήτο μία μάσκα με την οποίαν ο κομμουνισμός εξεμεταλλεύετο την πατριωτικήν φλόγαν των Ελλήνων που έπαιρναν τα βουνά για να χτυπήσουν τους κατακτητές», «το ΚΚΕ ενεφάνισε το ΕΑΜ ως οργάνωσιν απελευθερωτικήν διά να την μεταβάλη εντός ολίγου εις οργάνωσιν καταλύσεως των ελευθεριών του λαού και εις δύναμιν επιβολής διά της βίας και τρομοκρατίας του κομμουνιστικού καθεστώτος»[52].

Όπως δηλώνεται και στα ανωτέρω αποσπάσματα, για την ενοχοποίηση του ΕΑΜ αρκούσε απλώς η ταύτισή του με τον κομμουνισμό. Κατά την αντικομμουνιστική ιδεολογία, που αποτέλεσε το βασικό άξονα της ιδεολογικής συγκρότησης του μεταπολεμικού κράτους, οι κομμουνιστές δεν αποτελούσαν έναν εσωτερικό πολιτικό αντίπαλο, αλλά συνιστούσαν μια δύναμη που επιβουλευόταν την υπόσταση και τη συλλογική ταυτότητα του ελληνικού έθνους και ταυτίζονταν με την εξωτερική απειλή[53].

Από όλα τα επιχειρήματα ενοχοποίησης των κομμουνιστών, άρα και του ΕΑΜ, το πλέον αποτελεσματικό υπήρξε η κατάδειξη της σχέσης τους με τους Σλάβους και κυρίως τους Βουλγάρους. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα και λόγω των γνωστών εξελίξεων στο Μακεδονικό Ζήτημα, ο αντιβουλγαρισμός είχε καταστεί συνώνυμος του πατριωτισμού και είχε αποτελέσει σύνθημα εθνικής συσπείρωσης. Τα αντιβουλγαρικά αισθήματα αυξήθηκαν δικαιολογημένα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, καθώς ο ελληνικός πληθυσμός των βουλγαροκρατούμενων περιοχών υφίστατο της συνέπειες της πολιτικής του βίαιου αφελληνισμού και του εκβουλγαρισμού και ο ελληνισμός στο σύνολό του αντιμετώπιζε τον κίνδυνο της προσβολής της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας[54]. Έτσι μετά την πολιτική μεταστροφή της Βουλγαρίας, η διακηρυγμένη σχέση αλληλεγγύης των Ελλήνων κομμουνιστών προς τους ομοϊδεάτες Βουλγάρους, τους «προαιώνιους εχθρούς της φυλής», βοήθησε στη «βουλγαροποίηση» του αντιπάλου και στην κατασκευή του ιδεολογήματος του «ΕΑΜοβούλγαρου», «ΕΑΜοσλάβου», «σλαβοκομμουνιστή» και νομιμοποίησε τον αποκλεισμό τους από το σώμα του έθνους[55]. Κατά τον τοπικό τύπο, οι ΕΑΜίτες και οι κομμουνιστές –«αυτοί που αγωνίζονται διά την συναδέλφωσίν μας μετά των σφαγέων της Δράμας και του Δοξάτου», με τον «βαρβαρότερον λαόν της Ευρώπης, τους Ούνους της Βαλκανικής»– δεν μπορεί να είναι Έλληνες:

«Δεν είναι δυνατόν να πάλλη ελληνική ψυχή εις τα στήθη εκείνων που ομιλούν και αγωνίζονται με τα συνθήματα αυτά… Δεν είναι δυνατόν να ρέη αίμα ελληνικόν εις τας φλέβας εκείνων οι οποίοι ανάμεσα από τους τάφους μυριάδων θυμάτων της βουλγαρικής θηριωδίας δίδουν συγχωροχάρτια εις τους δημίους υπό το πρόσχημα του αντιφασίστα, διότι είναι απαράδεκτον ότι εις τας αγέλας των λύκων –όπως είνε οι Βούλγαροι– είναι δυνατόν να διαβιούν και άκακα αρνία. Όλοι είναι λύκοι. Και λύκοι λυσσασμένοι»[56].     
 
Στο χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας τα ιδεολογικά και πολιτικά επιχειρήματα εναντίον του ΕΑΜ βασίστηκαν και στα γεγονότα της περιόδου Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1944[57]. Θυμίζουμε συνοπτικά ότι στις 9 Σεπτεμβρίου του 1944 το Πατριωτικό Μέτωπο της Βουλγαρίας κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία, προσχώρησε στο πλευρό των συμμάχων και παρέδωσε τις πολιτικές αρχές των κατεχόμενων ελληνικών περιοχών στο ΕΑΜ, χωρίς να αποκηρύξει ρητά τις βουλγαρικές διεκδικήσεις για τα εδάφη αυτά. Τις επόμενες ημέρες, μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου, εισήλθαν τα στρατεύματα του ΕΛΑΣ στις μεγάλες πόλεις και κωμοπόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, όπου και εγκαθιδρύθηκαν δομές Λαϊκής Αυτοδιοίκησης. Η παράδοση της εξουσίας από το βουλγαρικό Πατριωτικό Μέτωπο στο ΕΑΜ και η αμαχητί είσοδος του ΕΛΑΣ στις πόλεις, δημιούργησε υπόνοιες για παρασκηνιακές συμφωνίες των δύο κομμουνιστικών κομμάτων, σύμφωνα με τις οποίες το ΚΚΕ προέβη μυστικά σε παραχωρήσεις εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, δηλ. δεχόταν να ικανοποιηθούν οι βουλγαρικές βλέψεις στη Μακεδονία και Θράκη, με αντάλλαγμα την ενίσχυσή του από τους Βουλγάρους στον αγώνα του εναντίον των εθνικιστών μετά την απελευθέρωση.

Τις υποψίες για εξυπηρέτηση των σχεδίων της Σόφιας από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ενίσχυσε η εδώ παραμονή των βουλγαρικών πληθυσμών, ορισμένων βουλγαρικών υπηρεσιών και κυρίως των βουλγαρικών στρατευμάτων μέχρι τις 26 Οκτωβρίου (δηλ. για ενάμισι ακόμη μήνα). Η κατά το διάστημα αυτό συνεργασία των αρχών του ΕΑΜ με τις αρχές του Πατριωτικού Μετώπου ερμηνεύεται και καταγγέλλεται ως πράξη μειοδοσίας, που αποσκοπούσε στη διαμόρφωση των αναγκαίων συνθηκών για την προσβολή της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας ή για την επιβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος[58].

Τα γεγονότα της απελευθέρωσης και της περιόδου Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1944 αποτέλεσαν θεμέλιο της αντιΕΑΜικής εκστρατείας και προβλήθηκαν από την εθνικιστική ρητορεία ως αδιάσειστο τεκμήριο δωσιλογισμού. Το πολιτικό κατηγορητήριο ήταν δριμύ, απερίφραστο και συνεχές, όπως λ.χ. σε σειρά άρθρων του Ταχυδρόμου υπό τον τίτλο «Οι δοσίλογοι», όπου επαναλαμβάνονται με διάφορες παραλλαγές τα ερωτήματα:
«Είναι ή όχι γεγονός ότι οι εαμοκομμουνισταί επανηγύρισαν την απελευθέρωσιν της Καβάλλας μαζύ με τους Βουλγάρους; Είναι ή όχι αληθές ότι Βούλγαροι υπουργοί ωμίλησαν υπό τα χειροκροτήματα των εαμοκομμουνιστών κατά την ημέραν του εορτασμού της “απελευθέρωσης”; Είναι ή όχι αληθές ότι η πόλις εφρουρείτο τον Σεπτέμβριον 1944 από περιπόλους μικτάς από ελασίτας και Βουλγάρους στρατιώτας; Είναι ή όχι αληθές ότι υπήρχεν πλήρης συνεργασία πολιτική και στρατιωτική ΕΑΜ και Βουλγάρων πολιτικών και στρατιωτικών;»[59].

Είναι γεγονός ότι από τις 13 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 26 Οκτωβρίου του 1944 επικρατούσε και στην Καβάλα μια ιδιότυπη και αμήχανη διαρχία, ότι ο ΕΛΑΣ ενισχύθηκε με βουλγαρικό οπλισμό και ότι Βούλγαροι κομμουνιστές συνέπραξαν με δυνάμεις του ΕΛΑΣ σε επιχειρήσεις του εναντίον των εθνικιστών ανταρτών, όπως στη Χρυσούπολη, στη Νικήσιανη και στις Κρηνίδες[60]. Όλα αυτά, πτυχές της αρχόμενης εμφύλιας σύγκρουσης, δε στοιχειοθετούσαν αδίκημα συνεργασίας με τις βουλγαρικές αρχές Κατοχής, όπως επιδίωξε  η πλευρά των εθνικιστών, αφού αυτές είχαν καταλυθεί με την είσοδο του ΕΛΑΣ στην Καβάλα στις 13 Σεπτεμβρίου. Συνιστούσαν όμως μια βάσιμη πολιτική και ηθική καταγγελία, που αποτέλεσε και τη βάση της δεξιάς επιχειρηματολογίας. Τα λάθη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ αναγνωρίζει και ο Κωνσταντάρας, που ομολογεί ότι έγιναν «σοβαρώτερα σφάλματα κατά την απελευθέρωσι, που έδωσαν λαβή στους εχθρούς του ΕΑΜ να μιλούν για συνεργασία με τους Βουλγάρους».

Από τις εκδηλώσεις της 13ης Σεπτ. 1944. Στις φωτογραφίες
διακρίνονται αντάρτες του ΕΛΑΣ και ο δ/τής του 26ου Συντ.
Κώστας Κωνσταντάρας, οι Βούλγαροι υπουργοί του
Πατριωτικού Μετώπου Τσερπέτσεφ και Νέικωφ,
ο ιατρός Γ. Βασιλικός, πρώτος δήμαρχος της Λαΐκής Αυτοδιοίκησης,
ο δικηγόρος Ν. Βασταρδής, υποψήφιος του Λαϊκού Κόμματος στις
εκλογές του 1946, κ.ά.   



Ιδιαίτερα αξιοποιήθηκε από την αντιΕΑΜική προπαγάνδα η συμμετοχή Βουλγάρων εκπροσώπων της επαναστατικής κυβέρνησης στους εορτασμούς της 13ης Σεπτεμβρίου 1944, όταν η πόλη πανηγύριζε την απελευθέρωσή της μετά από 3,5 χρόνια σκληρής βουλγαρικής κατοχής[61]. Στα άρθρα του Ταχυδρόμου οι ΕΑΜίτες είναι αυτοί «που χάριν πολιτικού τυχοδιωκτισμού ενηγγαλίσθησαν τους σφαγείς της Δράμας και του Δοξάτου και επρόδωσαν τον μαρτυρικόν αυτόν λαόν», «που έδωσαν χορούς και ευωχούντο αδελφωμένοι [με τους Βουλγάρους] γύρω από τους ατελευτήτους τάφους των δυστυχών αδελφών που εσφαγιάσθησαν από τους Βουλγάρους» κλπ. Οι δημοσιευμένες μαρτυρίες γι’ αυτές τις εκδηλώσεις και κυρίως οι φωτογραφίες, όπου συνυπάρχουν άνδρες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βούλγαροι, χρησιμοποιήθηκαν επί σειρά ετών στις δίκες των αριστερών ως τεκμήριο ενοχής. Τα στοιχεία αυτά δε θεωρήθηκαν από τις δικαστικές αρχές ως σοβαρή ένδειξη, έπαιξαν όμως σημαντικό ρόλο στο παιγνίδι των πολιτικών εντυπώσεων και της προπαγάνδας, αφού χρησιμοποιήθηκαν έντεχνα ως απτή απόδειξη ότι «η συνεργασία αυτή [ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και Βουλγάρων] υπήρξε πλήρης. Και έγινε δημοσία. Μπροστά σ' όλον τον πληθυσμόν της Αν. Μακεδονίας και Θράκης». [62]

Η επιχειρηματολογία εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ενισχύθηκε και από την αρνητική στάση της τοπικής Αριστεράς στα ζητήματα των εθνικών διεκδικήσεων και την αμήχανη πολιτική της στα θέματα των βουλγαρικών πολεμικών αποζημιώσεων. Από το Μάρτη του 1945 διοργανώνονταν, με πρωτοβουλία τοπικών συλλόγων και εθνικοφρόνων οργανώσεων, συλλαλητήρια και διαμαρτυρίες για την ικανοποίηση των εθνικών δικαίων, την καταδίκη των βουλγαρικών διεκδικήσεων σε Μακεδονία και Θράκη και τη διατράνωση του αιτήματος για πολεμικές αποζημιώσεις και απόδοση των περιουσιών από τη Βουλγαρία[63]. Το κίνημα για εδαφικές και άλλες επανορθώσεις, που είχε κυρίως αντιβουλγαρικό χαρακτήρα, ερχόταν σε αντίθεση με την πολιτική της τοπικής Αριστεράς: Το ΕΑΜ καλούσε το λαό της Καβάλας να μη συμμετέχει σε «σοβινιστικές» εκδηλώσεις (λ.χ. στο  συλλαλητήριο υπέρ της ενσωμάτωσης της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα), ενώ οι εφημερίδες Λευτεριά και Νίκη κατήγγελλαν τα «αντιειρηνικά κηρύγματα και τις μεγαλοϊδεατικές βλέψεις εναντίον των γειτόνων μας», απέφευγαν να σχολιάσουν προκλητικά δημοσιεύματα εφημερίδων της Σόφιας και δεν έπαιρναν θέση στο αίτημα για διεκδικήσεις αποζημιώσεων από τη Βουλγαρία[64]. Η στάση αυτή της τοπικής Αριστεράς αποδοκιμάστηκε από μερίδα της τοπικής κοινωνίας ως αντεθνική, οι εκδηλώσεις για την αποκατάσταση των εθνικών δικαίων κατέληγαν ενίοτε σε επιθετικές ενέργειες «αγανακτισμένων» διαδηλωτών εναντίον ΕΑΜικών στόχων, οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ σε επιμνημόσυνες εκδηλώσεις για τους πεσόντες της Κατοχής γίνονταν δεκτοί με κατάρες και ύβρεις, ενώ τα στελέχη του ΚΚΕ που δεν υποστήριζαν αιτήματα του επαγγελματικού κόσμου της Καβάλας για βουλγαρικές αποζημιώσεις, αποδοκιμάζονταν ως προδότες και «Βούλγαροι»[65].

Στη φαρέτρα των επιχειρημάτων της η αντιΕΑΜική παράταξη είχε ένα ακόμη δραστικό όπλο: την επίκληση της εκτεταμένης αιματηρής βίας του ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της «Λαϊκής Αυτοδιοίκησης». Από το Σεπτέμβριο του 1944 μέχρι τις αρχές του 1945 ο ΕΛΑΣ υιοθέτησε και στην εξεταζόμενη περιοχή τη λογική της βίας, που εκδηλώθηκε με αυθαίρετες συλλήψεις, απαγωγές, δολοφονίες αμάχων ή αιχμαλώτων, σε ορισμένες περιπτώσεις και με μαζικές εκτελέσεις. Πολλές πράξεις αυτοδικίας αποδίδονται στην ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη δράση ανταρτών του ΕΛΑΣ και πολιτοφυλάκων. Εικάζεται όμως ότι οι μαζικές εκτελέσεις δε διαπράχθηκαν με πρωτοβουλία των φυσικών αυτουργών, αλλά κατ’ εφαρμογή κατευθυντήριων γραμμών και πάντως υπό την ανοχή περιφερειακών στελεχών ή υψηλόβαθμων τοπικών κομματικών οργάνων[66].

Από τα μέσα του 1945 οι ειδήσεις του τοπικού τύπου για την ανακάλυψη ομαδικών τάφων ή μεμονωμένων πτωμάτων, οι επιστολές συγγενών θυμάτων του ΕΛΑΣ, τα μνημόσυνα, οι εκδηλώσεις και οι ανακοινώσεις των δεξιών οργανώσεων, συντηρούσαν το θέμα «των σφαγιασθέντων υπό των ελασιτών», που έγινε αιχμή του δόρατος στη δεξιά επιχειρηματολογία και χρησιμοποιήθηκε αφενός για να καταδειχθεί η εγκληματική πρακτική της ΕΑΜικής αντίστασης και αφετέρου για να νομιμοποιηθεί συμψηφιστικά η εκτεταμένη παρακρατική βίας της άλλης πλευράς και για να δικαιολογηθούν οι απηνείς μαζικές διώξεις κατά της Αριστεράς, ακόμη και για δωσιλογισμό. Βάσει αυτών των αδικημάτων, ο αντιστασιακός συνασπισμός της εποχής του πολέμου αμαυρώνεται ηθικά, καταγγέλλεται πολιτικά και εξομοιώνεται με τους εχθρούς της πατρίδας:

«Οι συνεργάται των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων κατακτητών, τα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία εκακούργησαν εν ονόματι της εθνικιστικής ιδεολογίας, και οι εγκληματίαι του Κινήματος της Αντιστάσεως, οι οποίοι επλαστογράφησαν και εξεμεταλλεύθησαν την ιεράν αποστολήν των, εσκόρπισαν συμφοράς, έχυσαν αίμα, συνέτριψαν ό,τι είχε σταθεί όρθιον από την λαίλαπα των φασιστικών ορδών. Διεπράχθησαν αδικήματα των οποίων την άφεσιν δεν επιτρέπει ο κοινός ποινικός νόμος ούτε η ηθική συνείδησις ... πρέπει χωρίς οίκτον να αισθανθούν τον πέλεκυν της Δικαιοσύνης»[67].

Ως ερμηνευτική και δικαιολογητική βάση για τις αντιΕΑΜικές διώξεις χρησιμοποιήθηκαν, από το φιλελεύθερο και μετριοπαθή χώρο, και οι πολιτικές ευθύνες του ΕΑΜ: Το ΕΑΜ θεωρήθηκε υπαίτιο για τη διάσπαση της εθνικής ενότητας και την πρόκληση εθνικού διχασμού, για την πολιτική εκτροπή και την κυριαρχία ακραίων στοιχείων στην πολιτική ζωή της χώρας, κατά συνέπεια και για την ανάπτυξη των διωκτικών και κατασταλτικών πρακτικών. Η ματαίωση της υπεσχημένης κάθαρσης του κρατικού μηχανισμού και της κοινωνίας και η παλινόρθωση του δωσιλογισμού, αποδόθηκαν στη «δεκεμβριανή ανταρσία», η οποία εξέτρεψε την πορεία της χώρας προς την ομαλότητα και εκθεμελίωσε το κράτος και την κοινωνία σε τέτοιο βαθμό, ώστε να κατισχύσουν στη χώρα τα δωσιλογικά στοιχεία[68]. Συνέπεια αυτών των εξελίξεων ήταν και οι απηνείς και άδικες διώξεις των αριστερών πολιτών: «Συνέπεια της ΕΑΜοκομμουνιστικής ανταρσίας είναι οι περιπτώσεις καθ’ ας γνωστοί ταγματασφαλίται και δοσίλογοι εμφανίζονται ως μυνηταί και κατήγοροι άλλων πολιτών»[69].

Στο διάγγελμα της απελευθέρωσης (18-10-1944) ο Γεώργιος Παπανδρέου, πρωθυπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, διακήρυξε ότι «η εθνική νέμεση θα ήταν αδυσώπητη για τους προδότες της πατρίδας και τους εκμεταλλευτές του πόνου και της δυστυχίας του ελληνικού λαού»[70]. Η επαγγελία αυτή εξέφραζε το παλλαϊκό αίτημα για παραδειγματική τιμωρία των συνεργατών του κατακτητή, οριοθετούσε το κριτήριο της εθνικής προδοσίας και βάσει αυτού διαχώριζε τους πολίτες σε πατριώτες και δωσίλογους και επιπλέον προσδιόριζε το ρόλο του κράτους ως τιμωρού των προδοτών.

Μετά τα Δεκεμβριανά και λόγω των ριζικών αλλαγών στο πολιτικό σκηνικό, οι υπεσχημένες εξελίξεις στο ζήτημα του δωσιλογισμού ματαιώθηκαν, η διάκριση των πολιτών σε πατριώτες και προδότες αντικαταστάθηκε με το διαχωρισμό τους σε «εθνικόφρονες» και «αντεθνικά στοιχεία» και το κράτος εμφανίζεται πλέον ως τιμωρός όχι μόνο των δωσίλογων, αλλά κυρίως των «στασιαστών του Δεκεμβρίου». Παράλληλα η έννοια της εθνικής προδοσίας έλαβε διαφορετικό περιεχόμενο: Η κατηγορία του δωσιλογισμού έγινε συμβολικό όπλο στο λόγο των δύο αντίπαλων παρατάξεων και χρησιμοποιήθηκε όχι τόσο για να περιγράψει τη συνεργασία με τον κατακτητή, αλλά κυρίως για να χαρακτηρίσει αφενός τις διαφορετικές στάσεις και συμπεριφορές της κατοχικής αντιστασιακής δράσης και αφετέρου τα διαφορετικά οράματα και τις αντικρουόμενες πολιτικές επιδιώξεις για το μέλλον της ελεύθερης πατρίδας.

Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνονται από τα μέσα του 1945 και στη μακρά αντιδικία ανάμεσα στις δύο τοπικές εφημερίδες, τη Νίκη, «το πρωινόν όργανον της λαοκρατίας» ή «την πρωινήν Βελουχιώτισσα», και τον Ταχυδρόμο, «το εθνικόφρον φασιστόφυλλον της πόλεώς μας», κατά τους αμοιβαίους χαρακτηρισμούς. Οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές ελάχιστα ασχολούνταν πλέον με τους πραγματικούς δωσίλογους, τους συνεργάτες των Βουλγάρων. Στη ρητορική τους ως πράξη εθνικής προδοσίας μεταφράστηκε τώρα η αντιστασιακή πρακτική και οι πολιτικές επιδιώξεις του αντίπαλου. Για τους εθνικιστές, το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ήταν, όπως είδαμε, οργάνωση προδοτική, γιατί κυοφορούσε το σπέρμα της «ερυθράς συνομωσίας» και την παράδοση του έθνους στους προαιώνιους εχθρούς του, τους κομμουνιστές και Σλάβους. Η ίδια μανιχαϊστική λογική διέπει και τη στάση της αριστεράς: Στα κείμενα της Νίκης π.χ. οι ένοπλοι εθνικιστές αντάρτες της Κατοχής, οι «αντωντσαουσικοί», απαξιώνονταν ως ληστοσυμμορίτες και χαρακτηρίζονταν συλλήβδην δωσίλογοι, προδότες και εγκληματίες:


Φύλλο της "Νίκης" του ΕΑΜ Καβάλας την επομένη
της δίκης των ηγετών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ (23-12-1945)
«Όλοι αυτοί που “βγήκαν στο βουνό” να παραστήσουν τον “αντάρτη” ήταν συνδεδεμένοι με χίλια-δυο νήματα με τους κατακτητές, τα σχέδια των οποίων εξυπηρετούσαν. Δεν πήρανε άλλωστε τζάμπα τον χαρακτηρισμό του “γκούτ αντάρτεν” του “μπόνο παρτιζάνο” και του “χούμπουμπου σιουμκάρ”. Σήμερα όλοι αυτοί έγιναν γνήσιοι και ανόθευτοι πατριώτες και προσπαθούν να ξεκολλήσουν από το μέτωπό τους το στίγμα της προδοσίας και να το κολλήσουν σ’ αυτούς που πολέμησαν τους κατακτητές με μίσος και μανία»[71].

Με δεδομένο ότι στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αντίστασης και δωσιλογισμού υπήρξαν καθαρές μέχρι και το τέλος της Κατοχής[72], είναι προφανές ότι οι αμοιβαίες κατηγορίες για δωσιλογισμό και η διελκυστίνδα για το ένα και μόνο έπαθλο του πατριωτικού αγώνα αντανακλούν τη διχαστική λογική της εμφύλιας αντιπαράθεσης, κατά την οποία ο αντίπαλος είναι εξ ορισμού προδότης[73]. Στην εξεταζόμενη περιοχή και το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και οι ένοπλες εθνικιστικές ομάδες πολέμησαν τους Βούλγαρους κατακτητές και αγωνίστηκαν για την απελευθέρωση της πατρίδας[74]. Σύμφωνα όμως με τη στρεβλή διχοτομική λογική της εμφύλιας σύγκρουσης, και οι δύο –και οι «εαμοβούλγαροι» και οι «μοναρχοφασίστες»– ήταν εξ ορισμού δωσίλογοι.

Η λογική αυτή, με την οποία επενδύθηκαν συμφέροντα και επιδιώξεις Ελλήνων και ξένων για το μεταπολεμικό καθεστώς στην Ελλάδα, υπαγόρευε την απαξίωση, την κατασυκοφάντηση ακόμη και τη φυσική εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων. Ακραία έκφρασή της αποτέλεσαν οι αλλεπάλληλοι κύκλοι βίας, εκδίκησης και αντεκδίκησης: Οι εμφύλιες συγκρούσεις κατά το τελευταίο έτος της Κατοχής, η αιματηρή βία του ΕΛΑΣ ενάντια στους «αντιδραστικούς» κατά την εξάμηνη ΕΑΜοκρατία, η δράση των τρομοκρατικών ομάδων και οι ποικίλες διώξεις ενάντια στους αριστερούς μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας[75].


                                                                     ●●●●●●

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Τρεις είναι οι βασικές πηγές αυτής της εργασίας: α) Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Καβάλας (στο εξής: ΓΑΚ-ΑΝΚ), Αρχείο Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων (Σ.Π. 6/1945) Καβάλας, 1945-1968. Αποτελείται από ένα Ευρετήριο Αποφάσεων, 1945-1968, δώδεκα χαρτόδετους τόμους με Πρακτικά Συνεδριάσεων και Αποφάσεις του Δικαστηρίου, 1945-1954, και δύο φακέλους λυτών εγγράφων, 1945-1946. Το υλικό των δικογραφιών δεν έχει σωθεί (παραπέμπουμε σε Πρακτικά και Αποφάσεις: Δίκη ή Δίκες…). β) ΓΑΚ-ΑΝΚ, Αρχείο Πρωτοδικείου Καβάλας, 1932-1960, Βουλεύματα 1945-1948. Έξι δερματόδετοι τόμοι με αποφάσεις του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας, που κατά μεγάλο μέρος τους αναφέρονται σε πολιτικού χαρακτήρα υποθέσεις της Κατοχής, της ΕΑΜοκρατίας και των ετών 1945-1948 (στις παραπομπές: Βούλευμα ή Βουλεύματα…) και γ) Ταχυδρόμος, καθημερινή εφημερίδα της Καβάλας, 1945-1948. Τα φύλλα της περιόδου Μαΐου 1945 – Ιουνίου 1946 απόκεινται στο αρχείο του Ταχυδρόμου (οφείλω θερμές ευχαριστίες στον κύριο και στην κυρία Αλ. Μουτσοκάπα για την πρόθυμη και φιλική εξυπηρέτηση), της περιόδου Ιουλίου 1946 κ.ε. βρίσκονται και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας.

[2] Για τα χαρακτηριστικά του ελληνικού δωσιλογισμού, Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, Αθήνα 1989/1995, τ. 1, σ. 352-368, τ. 2, σ. 146-147, H. Fleischer, «Επαφές μεταξύ των γερμανικών αρχών κατοχής και των κυριοτέρων οργανώσεων της ελληνικής αντίστασης», στο Γ. Ιατρίδης (επιμ.), Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα 1984, σ. 91-115, Φλάισερ, «Κατοχή και Αντίσταση, 1941-1944. Ο Δοσιλογισμός», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ, Αθήνα 2000, σ. 43-47, Κωνσταντίνος Λούλος, «Οι συνεργάτες του κατακτητή», στο Η Ελλάδα στον εικοστό αιώνα, 1940-1944 (έκδ. Επτά Ημέρες – Καθημερινή, 14-11-1999), σ. 97-98. Για τις συνιστώσες και τα γενικά χαρακτηριστικά του δωσιλογισμού στην περιοχή Καβάλας, βλ. Κυριάκος Λυκουρίνος, «Ο δωσιλογισμός στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία. Δίκες στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας (1945-1956)», στο Ιάκωβος Μιχαηλίδης – Ηλίας Νικολακόπουλος – Χάγκεν Φλάισερ (επιμ.), “Εχθρός” εντός των τειχών: Όψεις του δωσιλογισμού στην Ελλάδα της Κατοχής, Αθήνα 2006, σ. 337-363. Πρβλ. Νίκος Καραγιαννακίδης, «Δωσιλογισμός και συλλογική μνήμη: το παράδειγμα της Καβάλας», ό.π., σ. 309-336.

[3] Συντακτική Πράξη υπ’ αριθμ. 6, «Περί επιβολής κυρώσεων κατά των συνεργασθέντων μετά του εχθρού», ΦΕΚ 12, 20 Ιανουαρίου 1945, και Αναγκαστικός Νόμος υπ’ αριθμ. 533, «Περί τροποποιήσεως και κωδικοποιήσεως της υπ. αριθμ. 6/45 Συντακτικής Πράξεως κλπ. ως έχει τροποποιηθή», ΦΕΚ 224, 3 Σεπτεμβρίου 1945. Για το νομικό πλαίσιο της σύστασης και λειτουργίας των δικαστηρίων δωσιλόγων, Ελένη Χαϊδιά, Ο δοσιλογισμός στη Μακεδονία: Τα πρακτικά των δικών των δοσιλόγων (1945-1946), ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας και Λαογραφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 22-34. 

[4] Το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων (στο εξής αναφέρεται και ως ΕΔΔ) της Καβάλας ασχολήθηκε με 192 υποθέσεις δωσιλογισμού (οι 171 εκδικάστηκαν μέχρι τα μέσα του 1946 και μόνον 21 από τον Ιούνιο του 1946 μέχρι το 1954). Καταδίκασε 9 άτομα στην ποινή του θανάτου, 3 σε ισόβια δεσμά, 17 σε ποινές φυλάκισης 5-20 ετών, 43 για «εθνική αναξιότητα» σε φυλάκιση έως 5 χρόνων, 17 σε ισόβια υπερορία (απέλαση εκτός ελληνικών συνόρων) και αθώωσε 197. Για 6 άτομα το Δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση (Λυκουρίνος, ό.π., σ. 338-351).

[5] Η Συμφωνία της Βάρκιζας, με την οποία δόθηκε επίσημα τέλος στην εξέγερση του Δεκεμβρίου 1944, υπογράφτηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 από την Ελληνική κυβέρνηση και εκπροσώπους του ΕΑΜ και επικυρώθηκε αναδρομικά με την ΚΓ΄ Συντακτική Πράξη της 23ης Μαρτίου 1945, αποκτώντας έτσι συνταγματική ισχύ. Για τους στόχους, το περιεχόμενο και τον τρόπο εφαρμογής της, Heinz Richter, «Η Συμφωνία της Βάρκιζας και τα αίτια του Εμφυλίου Πολέμου», Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, σ. 285-306, Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, 1922-1974, Αθήνα 1995, σ. 154-159, 451-457.

[6] Ενδεικτικά, Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης, Εμφύλιος πόλεμος, 1944-1949: το δεύτερο αντάρτικο, τ. 1, Αθήνα 1975, Σόλων Γρηγοριάδης, Δεκέμβρης – Εμφύλιος 1944-1949: συνοπτική ιστορία, Αθήνα 1989.


Από την ημέρα της Απελευθέρωσης της Καβάλας, 13-9-1944
[7] Αμέσως μετά την απελευθέρωση (στα μέσα Σεπτεμβρίου 1944) το ΕΑΜ επιβάλλει στις πρώην βουλγαροκρατούμενες περιοχές δομές «λαϊκής αυτοδιοίκησης» (βλ. Διατάξεις Αυτοδιοίκησης και Λαϊκής Δικαιοσύνης για τη λεύτερη Ελλάδα, έκδ. Λαϊκού Τυπογραφείου Καβάλλας, 1944). Η «Λαϊκή Αυτοδιοίκηση» υπαγόταν στην Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) και από τον Οκτώβριο του 1944 στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Την 1η Δεκεμβρίου 1944 οι υπουργοί του ΕΑΜ παραιτούνται από την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και η Λαϊκή Αυτοδιοίκηση γίνεται πόλος εξουσίας αντίπαλος στο επίσημο κράτος. Η περίοδος της «ΕΑΜοκρατίας» έληξε το Μάρτιο του 1945: Κατ’ εφαρμογή της Συμφωνίας της Βάρκιζας, το ΕΑΜ παραδίδει την εξουσία και εγκαθίστανται στην περιοχή οι αρχές του συντεταγμένου κράτους. 

[8] Η οργανωμένη βία της μετακατοχικής Δεξιάς είναι γνωστή ως «λευκή τρομοκρατία». Για το φαινόμενο και τις διαστάσεις του, Γ.Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι εκλογές και το Δημοψήφισμα του 1946 προοίμιο του Εμφυλίου Πολέμου», Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, σ. 311-313 και 330-331, σημ. 20, Νίκος Αλιβιζάτος, «Καθεστώς “έκτακτης ανάγκης” και πολιτικές ελευθερίες, 1946-1949», ό.π., σ. 384-386, Για την οργάνωση, τις μορφές και την ουσία της «λευκής τρομοκρατίας», Λη Σαράφη, «Η “Λευκή Τρομοκρατία”, μοχλός σύνθλιψης του αντιστασιακού φρονήματος. Ο Νομός Τρικάλων το 1945», στο Ηλ. Νικολακόπουλος – Άλ. Ρήγος – Γρ. Ψαλίδας (επιμ.), Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο (Φεβρουάριος 1945 – Αύγουστος 1949), Αθήνα 2002, σ. 165-175 και Στάθης Καλύβας, «Μορφές, διαστάσεις και πρακτικές της βίας στον Εμφύλιο (1943-1949): Μια πρώτη προσέγγιση», Ο Εμφύλιος Πόλεμος, σ. 188-192, 203-207.

[9] Ο Αντών Τσαούς (Αντώνιος Φωστερίδης), από την Πάφρα του Πόντου, κάτοικος Κρηνίδων Καβάλας,  αναγνωρίστηκε στις αρχές του 1944 αρχηγός των Εθνικιστικών Ανταρτικών Ομάδων (ΕΑΟ) της περιοχής. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας συμμετείχε ενεργά στη συγκρότηση και δράση παραστρατιωτικών ομάδων και κατά τον Εμφύλιο πόλεμο έδρασε ως επικεφαλής δικής του ομάδας στην Αν. Μακεδονία και Θράκη. Αργότερα αναδείχθηκε σε ηγετική πολιτική φυσιογνωμία του εθνικόφρονος ποντιακού πληθυσμού της περιοχής. Το 1950 ίδρυσε το Κόμμα Εθνικής Αντιστάσεως Ελλάδος, το 1951 εξελέγη βουλευτής Δράμας με τον Ελληνικό Συναγερμό και το 1961 με το Κόμμα Προοδευτικών (βλ. Τάσος Χατζηαναστασίου, «Οι εθνικιστές οπλαρχηγοί στη βουλγαροκρατούμενη Μακεδονία και Θράκη» στο Νίκος Μαραντζίδης (επιμ.), Οι άλλοι καπετάνιοι. Αντικομουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, Αθήνα 2006, σ. 304-311).

[10] Η εικόνα της «λευκής τρομοκρατίας» στην εξεταζόμενη περιοχή δεν προκύπτει μόνο από αριστερές μαρτυρίες (ορισμένες, λ.χ. των Κωσταντάρα και Πέγιου, μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες, καθώς χαρακτηρίζονται από αντικειμενικότητα και αυτοκριτική διάθεση) αλλά και από «υπεράνω υποψίας» πηγές: Ο Ταχυδρόμος από τα μέσα του 1945 δημοσιεύει ειδήσεις (ή σχολιάζει αντίστοιχες ειδήσεις και καταγγελίες της Νίκης του ΕΑΜ) για εκδηλώσεις της δεξιάς βίας στην πόλη της Καβάλας και στην ευρύτερη περιοχή, τις οποίες ενίοτε καταδικάζει. Επίσης στα Βουλεύματα του Πρωτοδικείου Καβάλας καταγράφεται σωρεία τρομοκρατικών εκδηλώσεων: Αναίτιες συλλήψεις «υπόπτων» από όργανα της Χωροφυλακής ή από ιδιώτες που αναλάμβαναν καθήκοντα «τήρησης της τάξης», είτε αυθαίρετα είτε κατόπιν εντολών του Τμήματος Ασφαλείας και της Χωροφυλακή προς τους προέδρους των κοινοτήτων. Απαγωγές και παράνομες κατακρατήσεις ατόμων, άδικες και απρόκλητες επιθέσεις που κατέληγαν σε τραυματισμούς, ενίοτε θανατηφόρους. Εισβολές χωροφυλάκων ή παρακρατικών σε οικίες, με το πρόσχημα της έρευνας για ανακάλυψη όπλων, φυγόδικων ή ινδικής κάνναβης. Επιλεκτική αφαίρεση αγαθών, σιτηρών ή ζώων κ.ά., από αριστερούς για τις ανάγκες της Εθνοφυλακής κλπ. Οι υποθέσεις που έφτασαν στις εισαγγελικές και ανακριτικές αρχές είναι, για ευνόητους λόγους, λίγες σε σχέση με την έκταση του φαινομένου. Κι από αυτές όμως προκύπτει μια σαφής και αξιόπιστη εικόνα της ακροδεξιάς βίας.
Φορείς της τρομοκρατικής δράσης δεν ήταν τόσο τα κρατικά όργανα, όσο κυρίως οι ένοπλες ακροδεξιές ομάδες, των Φωστερίδη, Κάπα κ.ά., που δρούσαν στις επαρχίες Καβάλας, Νέστου και Παγγαίου. Η συγκρότησή τους δεν πρέπει να ήταν αυθόρμητη, αλλά μάλλον σχεδιασμένη για τον εκφοβισμό του πληθυσμού που είχε συμμετάσχει στην Αντίσταση και την αποδυνάμωσή του. Η δράση τους περιοριζόταν σε τοπικό επίπεδο, στρεφόταν εναντίον αμάχων (με βασικά μέσα την επίδειξη δύναμης, τις απειλές, τους ξυλοδαρμούς, την παραβίαση του ιδιωτικού χώρου κ.ά., γενικά με μεθόδους που δημιουργούσαν κλίμα διάχυτου φόβου και ανασφάλειας, σπανιότερα με φόνους) και είχε ως βασικό κίνητρο το ατομικό όφελος και την εκδίκηση προς τους προσωπικούς ή πολιτικούς αντιπάλους. Πληροφορίες για τον τρόπο δράσης τους, τη σύμπραξή τους με τις κατά τόπους αστυνομικές αρχές και την Εθνοφυλακή κ.ά. περιέχονται και στα δικαστικά αρχεία: «οι κατηγορούμενοι εμφανίζονται ως κράτος εν κράτει τη εκδήλω μάλιστα ενοχή του αστυνομικού σταθμάρχου Π., όστις εις ουδεμίαν ενέργειαν προέβη, όταν μετήγαγον εις τον αστυνομικόν σταθμόν τον μηνυτήν, ούτε δι’ αντιποίησιν καν της αρχής» (Βούλευμα 31/45), «ως αρχηγός των εθνικιστικών ανταρτικών ομάδων ετήρει την τάξιν εις την περιφέρειαν Παγγαίου μέχρι της αποκαταστάσεως των νομίμων αρχών» (Βούλευμα 500/46), «μετά την προώθησιν της Εθνοφυλακής παρετηρήθησαν κρούσματα τινά εγκληματικά εις βάρος κομμουνιστών» (Βούλευμα 116/45) κλπ.
Στις παρακρατικές ομάδες είχαν βρει καταφύγιο και συνεργάτες των βουλγαρικών αρχών Κατοχής και συγγενείς τους. Π.χ. κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1945 δρούσε στην περιοχή Νέστου ο Κοσμάς Φ. (αναφέρεται και σε αντάρτικο τραγούδι: «Εμπρός παιδιά / χτυπάτε σκληρά / χτυπάτε τον Δελιάκωφ / μαζί με τον Κοσμά», μαρτυρία Παναγιώτη Αναστασιάδη), ο οποίος καταδικάστηκε δύο φορές στην ποινή του θανάτου (στα τέλη του 1944 από το Στρατοδικείο του ΕΛΑΣ και στις αρχές του 1946 από το Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας), αλλά και σε ποινές πολυετούς φυλάκισης για ληστείες και κλοπές. Στην Καβάλα ανέλαβε δράση ο γιος του δωσίλογου γιατρού Γεώργιου Π., συνεργάτη της Οχράνα, που εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ. Σε χωριό της επαρχίας Καβάλας η σύζυγος του Πολυχρόνη Γ., ένστολου και ένοπλου οργάνου των Βουλγάρων, που καταδικάστηκε από το ΕΔΔ σε 20ετή φυλάκιση, στην περιοχή της Χρυσούπολης ο γιος του συναρχηγού της προδοτικής ομάδας που έδρασε κατά του «Ρήγα Φεραίου» στο Τσαλ Νταγ κ.ά. (Δίκη 120/1946 και Βούλευμα 33/1945, Βούλευμα 714/1946, Δίκη 39/1945 και Βούλευμα 284/1946, Βούλευμα 41/1946, αντίστοιχα). Ορισμένοι από τους συνεργάτες του κατακτητή είχαν προσχωρήσει στις Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες (ΕΑΟ) αμέσως μετά την απελευθέρωση, ενώ άλλοι μετά το Μάρτη του 1945 κατατάχθηκαν στα Τάγματα Εθνοφυλακής.

[11]Αναφέρουμε ενδεικτικά την εισβολή κουκουλοφόρων στο σπίτι του Π. Μπακλαβά, διευθυντή της εφημερίδας Νίκη του ΕΑΜ Καβάλας, και την κακοποίηση του ίδιου και των οικείων του, τις επιθέσεις αγνώστων στα γραφεία του ΕΑΜ και του ΑΚΕ στην Καβάλα, την επιδρομή Χιτών στα γραφεία της ΕΠΟΝ και εθνοφυλάκων στο Εργατικό Κέντρο Καβάλας και την εισβολή στα γραφεία του Αγροτικού Κόμματος στη Χρυσούπολη, με αποτέλεσμα το θάνατο ενός μέλους του (Ταχυδρόμος, 23-10-1945, 1-2-1946, 1-5-1946, Βουλεύματα 141/1946, 337/1946, 714/1946). Τη βίαιη αντιμετώπιση των διαδηλώσεων του ΕΑΜ στο Σούγιολου, στα Χίλια και στου Κυρτζή, όπου υπήρξε και νεκρός διαδηλωτής από πυρά αστυνομικού οργάνου (Βουλεύματα 79/1945, 182/1945). Βλ. και Κώστας Κωσταντάρας, Αγώνες και διωγμοί, Αθήνα 1964, σ. 329-332, Γιώργος Πέγιος, Κατοχή, αφελληνισμός, Εθνική Αντίσταση (1941-1944), Καβάλα 1996, σ. 182-183.


Έντυπο του ΕΑΜ Παγγαίου,
μάλλον των αρχών του 1945
[12] Από τα μέσα του 1945 τον τόνο στην τοπική πολιτική ζωή δίνουν οι ποικιλώνυμες οργανώσεις εθνικοφρόνων (ο «Σύνδεσμος Εθνικοφρόνων Ν. Καβάλας» και τα παραρτήματά του σε κωμοπόλεις και χωριά, η «Εθνική Βασιλική Οργάνωσις Ελλήνων Ανταρτών Ανατ. Μακεδονίας – Θράκης», οι ενώσεις ομήρων και θυμάτων Κατοχής και ΕΑΜοκρατίας, οι σύνδεσμοι εφεδροπολεμιστών κ.ά.), που αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη του εθνοπατριωτικού φρονήματος και στην καταπολέμηση του κομμουνισμού. Για τις εκδηλώσεις τους, Ταχυδρόμος (φύλλα 1945-1946), για την ίδρυσή τους, ΓΑΚ-ΑΝΚ, Αρχείο Πρωτοδικείου Καβάλας, Πολιτικές Αποφάσεις 1945-1946. Στις 17-9-1945, περίοδο κατά την οποία ιδρύονται οι ανωτέρω οργανώσεις, απορρίπτεται η ίδρυση της «Ενώσεως Αγωνιστών Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνος», με το αιτιολογικό ότι «αποσκοπεί καταφανώς εις έμμεσον ανασυγκρότησιν του ιδιωτικού στρατού του ΕΑΜ, ΕΛΑΣ και ΕΛΑΝ» και αντίκειται στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Για το ρόλο τους, Βασίλης Κ. Γούναρης, Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου, Θεσσαλονίκη 2002.

[13] Σύμφωνα με τα Βουλεύματα των ετών 1945-1946, οι πράξεις των εθνικιστών οπλαρχηγών, των παρακρατικών οργάνων, των αστυνομικών, εθνοφυλάκων, δεσμοφυλάκων, του διοικητή Ασφαλείας Καβάλας, Θ. Σκαλούμπακα, του διευθυντή των φυλακών Καβάλας κ.ά. υποβαθμίζονται ή δικαιολογούνται (λόγω και των ευνοϊκών καταθέσεων των μαρτύρων) και οι εναντίον τους μηνύσεις ενίοτε ανακαλούνται και κατά κανόνα δεν καταλήγουν σε ποινική δίωξη. Οι εξαιρέσεις είναι λίγες: π.χ. αστυνομικό όργανο παραπέμπεται στο Στρατοδικείο για το φόνο διαδηλωτή στα Χίλια της Καβάλας (Βούλευμα 79/45).

[14] Μεγάλο μέρος των βουλευμάτων του Πρωτοδικείου Καβάλας αφορούν σε εγκλήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν μέλη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Σε κάποιες περιπτώσεις τα αδικήματα ήταν ανύπαρκτα. Π.χ. ο Κωσταντάρας, διοικητής του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, κατηγορήθηκε για το φόνο έξι «βλαχοποιμένων», υπόθεση για την οποία ο  εισαγγελέας εκτιμά ότι «είναι εξ ολοκλήρου ένας φανταστικός μύθος» (Βούλευμα 65/1946). Τα περισσότερα φαίνεται πως ήταν πραγματικά, αλλά αποδόθηκαν και σε πλήθος αθώων. Π.χ. για την υπόθεση των δύο αδελφών Κ., που απήχθησαν στην Καβάλα και δολοφονήθηκαν στο Αγαλάρ του Νέστου, κατηγορήθηκαν και κρατήθηκαν τουλάχιστον 82 άτομα, αλλά μόνο για 9 ασκήθηκε ποινική αγωγή, για τη δολοφονία δωσίλογων και «αντιδραστικών» στην περιοχή της Χρυσούπολης κρατήθηκαν τουλάχιστον 53 άτομα, αλλά κατηγορίες απαγγέλθηκαν σε 8 κλπ. Ενδεικτικό της μαζικότητας των διώξεων είναι ότι στα βουλεύματα του δωδεκάμηνου Μαΐου 1945 – Απριλίου 1946, τα καταγραμμένα ονόματα των μελών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ που κατηγορούνται για σοβαρά αδικήματα, φυσική ή ηθική αυτουργία σε φόνο ή απόπειρα φόνου, ανέρχονται σε 547 (ο αριθμός των ατόμων είναι βέβαια μικρότερος, αφού πολλοί κατηγορούνται για περισσότερα του ενός αδικήματα)! Η Συμφωνία της Βάρκιζας αμνήστευσε τα πολιτικά αδικήματα που διαπράχθηκαν από 3-12-1944 μέχρι 12-2-1945, εξαίρεσε όμως από την πολιτική αμνηστία «τα συναφή κοινά αδικήματα κατά της ζωής και της περιουσίας, τα οποία δεν ήσαν απαραιτήτως αναγκαία διά την επιτυχίαν του πολιτικού αδικήματος». Έτσι οι φυσικοί αυτουργοί φόνων ή και άλλων αδικημάτων θεωρήθηκαν δράστες εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου και δεν έτυχαν των ευεργετημάτων της αμνήστευσης. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του Α.Ν. 753/45, οι φόνοι συνεργατών των Βουλγάρων, που διαπράχθηκαν από 27-4-1941 μέχρι την αποχώρηση των εχθρικών στρατευμάτων, δε θεωρήθηκαν αξιόποινες πράξεις.  

[15] Σε τέτοια συμβάντα, κυρίως σε χωριά της Θάσου, αναφέρονται δεκάδες βουλεύματα του 1945 και 1946. Στη μεγάλη πλειονότητά τους είναι απαλλακτικά.

[16] Βουλεύματα 116/1945, 190/1945, 835/1946, 837/1946, 481/1946, που αφορούν σε διώξεις των Περικλή Μπακλαβά, Τίτου Γιαλούρη, Χρήστου Μαρμαρινού και Ναούμ Νικολέρη.

[17] Για τις εκκαθαρίσεις δωσίλογων και «αντιδραστικών», Λυκουρίνος, ό.π., σ. 352, αλλά και στη συνέχεια του άρθρου.  

[18] Για τις εξελίξεις στο ζήτημα του δωσιλογισμού μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, Heinz Richter, «Η Συμφωνία της Βάρκιζας και τα αίτια του Εμφυλίου Πολέμου», Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, σ. 285-306, κυρίως 293-295, Χαϊδιά, Ο δοσιλογισμός στη Μακεδονία, σ. 41-75, Mark Mazower, «Τρεις μορφές πολιτικής δικαιοσύνης, 1944-45» στο Mazower (επιμ.), Μετά τον πόλεμο. Η ανασυγκρότηση  της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, Αθήνα 2003, σ. 33-51, Κωνσταντίνος Λούλος, «Διαρθρωτικές τομές και συνέχειες σε βασικούς μηχανισμούς εξουσίας διά μέσου των “εκκαθαρίσεων”, 1936-1946», στο Χ. Φλάισερ (επιμ.), Η  Ελλάδα ’36-’49. Από τη δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και συνέχειες, Αθήνα 2003, σ. 301-307.

[19] Απόρροια της πολιτικής κατάστασης ήταν η έλλειψη αυτεπάγγελτων διώξεων, η αδυναμία των εισαγγελικών αρχών να στοιχειοθετήσουν ισχυρά και βάσιμα κατηγορητήρια και η στάση των μαρτύρων κατά τη φάση της προανάκρισης και κατά την εκδίκαση των υποθέσεων στο ΕΔΔ. Στα βουλεύματα των ετών 1945-1947 υπάρχουν απαλλακτικές αποφάσεις για άτομα που αδιαμφισβήτητα συνεργάστηκαν με τις αρχές Κατοχής, λ.χ. που υπηρέτησαν στο βουλγαρικό στρατό, που έφεραν στολή Βούλγαρου χωροφύλακα κ.ά. Πολλές αθωωτικές αποφάσεις του ΕΔΔ οφείλονται στους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι, προφανώς υπό το κράτος πιέσεων, ανακαλούσαν τις αρχικές τους καταθέσεις ή άφηναν αμφιβολίες για την ενοχή των κατηγορουμένων. Συχνά ως μάρτυρες υπεράσπισης έσπευδαν οι ίδιοι οι εθνικιστές ηγέτες (κυρίως ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος από τον Κεχρόκαμπο, γραμματέας των ΕΑΟ και βουλευτής Καβάλας το 1946 με την Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων), που κατέθεταν ότι οι δικαζόμενοι είχαν βοηθήσει τις ΕΑΟ ή είχαν συνεργαστεί με τους Βουλγάρους κατόπιν διαταγών τους, για σκοπούς του κινήματος αντίστασης (παρά τη θερμή συνηγορία τους, μερικοί καταδικάστηκαν σε μικρές ποινές για «εθνική αναξιότητα»). Από τους υπηρετούντες στο Στρατό και στην Εθνοφυλακή άλλοι δε δικάστηκαν ποτέ και άλλοι το 1948 ή 1949, επειδή κωλυσιεργούσαν οι διοικητές των μονάδων τους (για τα ανωτέρω, Λυκουρίνος, ό.π., σ. 353-355). Από τις περιπτώσεις ατιμωρησίας η πιο κραυγαλέα είναι του Ταγματάρχη Αναστασόπουλου, διοικητή Χωροφυλακής Καβάλας: Υποδέχθηκε τους Βουλγάρους, τους παρέδωσε την πόλη, τα αρχεία της υπηρεσίας, φακέλους και καταστάσεις κομμουνιστών, τους δώρισε μαστίγια και κλομπς για να «δαμάσουν τους αναρχικούς», παρέθεσε στους αξιωματικούς τους γεύμα σε κεντρικό εστιατόριο της Καβάλας, όπου έκλεισε την προσφώνηση του με το «Ζήτω η Βουλγαρία», και έφυγε για την Αθήνα. Μετά την απελευθέρωση προήχθη σε γενικό διοικητή Χωροφυλακής Στερεάς Ελλάδος (Πέγιος, ό.π., σ. 51-52, Νίκος Καρκάνης, Οι δοσίλογοι της Κατοχής, Αθήνα 1983, σ. 39-40).

[20] Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα του μεγαλέμπορου «Παναγιωτώφ». Ο Π., βουλευτής Καβάλας με το κόμμα του Κονδύλη (1935), συνεργάστηκε οικονομικά με τους Βουλγάρους και αποκόμισε μεγάλα κέρδη. Τις μέρες της απελευθέρωσης, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του από τον ΕΛΑΣ, διέφυγε στην Αθήνα. Συνελήφθη εκεί, κρατήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ και το Δεκέμβριο του 1944 παραδόθηκε στη Διεύθυνση Δικαστικού της VI Μεραρχίας του ΕΛΑΣ και προφυλακίστηκε στις φυλακές Καβάλας. Το Μάρτιο του 1945 αποφυλακίστηκε και τον Ιούλιο προσελήφθη στο Δήμο Καβάλας! Παρά την «αποκατάστασή» του, το Δεκέμβριο του 1945 καταδικάστηκε από το Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας σε 10ετή φυλάκιση, ολική δήμευση της περιουσίας του και ισόβια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων (Δίκη 66/10-12-1945).

[21] Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο υπό τον τίτλο «Οι εξομόται»: «Το ότι βρέθηκαν Έλληνες(;) που τόλμησαν να πούνε με όρκο ότι είναι Βούλγαροι από αίμα και καταγωγή, ήταν για μας ένα κτύπημα γερό, τόσο αναπάντεχο, τόσο τερατώδες, που στην αρχή μας φάνηκε σαν φριχτό όνειρο και ούτε να το συζητήσουμε τολμούσαμε. Μα όταν με το πέρασμα του καιρού οι εθνικοί εξομόται άρχισαν πλέον αδιάντροπα να δείχνουν την ατιμίαν τους και να την παρουσιάζουν μάλιστα για εξυπνάδα, τότε η πικρία και η αγανάκτησις των Ελλήνων δεν είχε όρια. Να φαντασθή κανείς ότι άνθρωποι που έζησαν όλη τους την ζωή μέσα στην καϋμένη την Ελλάδα μας, κέρδισαν λεφτά, μεγάλωσαν παιδιά, άσκησαν δικαιώματα, πήραν μερτικό απ’ τες χαρές και τες δόξες της, είδαν προκοπή και απολαβές, ήταν ελεύθεροι να γκρινιάζουν για ό,τι δεν τους άρεζε και να ζητούν ό,τι τους καπνίσει, τα πέρασαν σφουγγάρι μονοκοπανιάς όλα αυτά, μόλις φάνηκαν οι δύσκολες μέρες και λιποτάκτησαν άνανδρα από την εθνικήν γραμμήν... Να ψάξουμε αν συνέτρεχαν αιτίες. Θα επικαλεστούν κίνδυνον ζωής; Μα αυτόν τον διέτρεξαν όλοι. Κίνδυνον περιουσίας; Και από αυτόν κανένας δεν ήταν απηλλαγμένος. Τι λοιπόν τους έσπρωξε στον άπατο κατήφορο;» (Ταχυδρόμος, 14-6-1945).

[22] Ταχυδρόμος, 4-5-1945. Και σε άλλα κείμενα (π.χ. στις 10-6-1945, 11-7-1945) τονίζεται η ανάγκη να βρεθούν και να λογοδοτήσουν οι δωσίλογοι, να πληρώσουν όσοι αποκόμισαν οφέλη κατά τη διάρκεια της Κατοχής κλπ.

[23] Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Στη δικογραφία του Κωνσταντάρα υπήρχε κατάθεση του Αθανάσιου Π., από χωριό της επαρχίας Παγγαίου, ο οποίος επιστρατεύτηκε για να κατηγορήσει το διοικητή του 26ου Συντάγματος ως συνεργάτη των Βουλγάρων. Ο Αθ. Π., όργανο της Οχράνα, εξοπλίστηκε από τους Βουλγάρους και χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός στις επιθέσεις τους εναντίον του ΕΛΑΣ. Τη νύκτα της 3ης προς 4η Απριλίου 1944 οδήγησε από άγνωστα μονοπάτια βουλγαρικό σώμα, που κύκλωσε τμήμα του ΕΛΑΣ στη Μονή Εικοσιφοίνισσας. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ο αντάρτης Β.Γ., από το Ροδολείβος, που έτυχε να φέρει σακίδιο με το όνομα του Κωνσταντάρα. Πιστεύοντας ότι επρόκειτο για τον ηγέτη του ΕΛΑΣ, ο δωσίλογος έκοψε το κεφάλι του νεκρού και μαζί με το σακίδιο τα περιέφερε στο χωριό του. Στις 22 Οκτωβρίου 1945 το Δικαστήριο Δωσιλόγων Καβάλας καταδίκασε τον Αθ. Π. στην ποινή των ισοβίων (Δίκη 4/1945).   

[24] Ταχυδρόμος, 3-6-1945.

[25] Σύμφωνα με τα δικαστικά αρχεία, οι διώξεις βασίστηκαν σε μηνύσεις ιδιωτών, αλλά και σε αναφορές των Αστυνομικών Τμημάτων, της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής και της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Καβάλας, που υποβλήθηκαν στην Εισαγγελία της Καβάλας και στην Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αν. Μακεδονίας. 

[26] Οι τελευταίοι, επειδή είχαν συμμετάσχει σε όργανα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης της πρώτης περιόδου, μέχρι τις εκλογές του Οκτωβρίου. Ορισμένοι από τους δημαρχιακούς και νομαρχιακούς συμβούλους, όπως λ.χ. ο Γερ. Οικονομίδης και ο Παν. Τάντηρας, αλλά και ο πρώτος δήμαρχος Γ. Βασιλικός, δεν ήταν αριστεροί. Κατά τη δεύτερη περίοδο το δημοτικό και νομαρχιακό συμβούλιο στελεχώνονται αποκλειστικά (ή σχεδόν) από κομμουνιστές.

[27] Στους καταγγελθέντες περιλαμβάνονται ο διοικητής του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, Κ. Κωνσταντάρας (Λογοθέτης), και αρκετοί επικεφαλής ταγμάτων, λόχων και καπετάνιοι: ο Δ. Χαρισιάδης (καπετάν Καραϊσκάκης), ο Ν. Χατζηνικολάου (καπετάν Μαύρος), ο Μ. Σουγιουτζόγλου (καπετάν Άρης), ο Κ. Τσολάκης (Κίτσος), ο Χαρ. Ιορδάνογλου, ο Στ. Βαλιούλης (Φτωχός), ο αρχίατρος του Συντάγματος Γ. Πετρίδης, ο αντισυνταγματάρχης Γ. Γλύπτης, ο Ι. Ρίζος, ο Χρ. Κοσμίδης. Ανώτερα στελέχη και κατά καιρούς γραμματείς του τοπικού ΕΑΜ: ο καθηγητής Τάκης Πετκίδης, ο Γ. Καραμίχος – Γρίβας, ο Γ. Ερυθριάδης (Πέτρος), οργανωτικός και καθοδηγητικός υπεύθυνος, ο Γ. Τσαρουχάς, νομάρχης Καβάλας κατά την περίοδο της ΕΑΜοκρατίας. Επίσης ο φιλελεύθερος Γ. Βασιλικός, πρώτος δήμαρχος της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, για λίγες εβδομάδες, ο Στ. Νικολαΐδης, δήμαρχος Καβάλας από τον Οκτώβριο του 1944, ο Μ. Αλεξανδρόπουλος, πρόεδρος του Στρατοδικείου, ο Κ. Καστανιώτης, δικαστής του Λαϊκού Δικαστηρίου, ο  Ι. Β. Τσέλιος, του Γραφείου Εργατικού, ο Ν. Χαμούρης, της Επιτροπής Επισιτισμού, ο Π. Μπακλαβάς, διευθυντής της «Νίκης». Ακόμη η Τασ. Γ. Βενεδίκογλου, ο Γ. Πέγιος, ο Δ. Δεληβογιατζής, ο Γερ. Οικονομίδης, ο Θ. Ντόλος, ο Π. Τάντηρας, ο Χρ. Κωνσταντινίδης, ο Γ.Α. Σταυρόπουλος, ο Θ. Δράκος, η Στ. Αστεριάδου, ο Π. Παπαδόπουλος, ο Ν. Παπαδόπουλος, Ν. Λαμπαδίτης, Ελ. Νικολαΐδη - Νικολέρη, που υπηρέτησαν ως νομαρχιακοί ή δημοτικοί σύμβουλοι ή (και) σε άλλα όργανα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, και άλλοι που αναφέρονται μόνο με τα βαπτιστικά τους ονόματα ή με ψευδώνυμα.   

[28] Όπως εικάζεται από βουλεύματα και πρακτικά των δικών, στις περισσότερες περιπτώσεις οι καταγγελίες υποκρύπτουν όχι μόνο πολιτικά, αλλά και προσωπικά κίνητρα (διαφορές και αντιδικίες), κυρίως τη διάθεση αντεκδίκησης. Οι συγγενείς των θυμάτων του ΕΛΑΣ και όσοι είχαν υποστεί την αριστερή βία μηνύουν τους αντιπάλους τους (και) για δωσιλογισμό, βάσει της παρ. ζ΄ του άρθρ. 1 της Σ.Π. 6/1945, κατά την οποία τιμωρούνταν ως συνεργάτες του κατακτητή «όσοι προέβησαν εις πράξεις βίας… εις βάρος Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά του εχθρού». Η κατηγορία της συνεργασίας κρίθηκε αβάσιμη. Όλοι σχεδόν οι καταγγελθέντες είχαν συλληφθεί από τους Βουλγάρους και είχαν καταδικαστεί για την αντιστασιακή τους δράση σε ποινές πολυετούς φυλάκισης, ένας στην ποινή του θανάτου, ή είχαν αναγκαστεί να διαφύγουν στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα. Όσοι παραπέμφθηκαν στο Δικαστήριο Δωσιλόγων αθωώθηκαν, ενώ μερικοί από τους μηνυτές τους και τους μάρτυρες κατηγορίας δικάστηκαν για ψευδή καταμήνυση ή ψευδομαρτυρία (Βουλεύματα 53/1945, 306/1946, 25/1946, 276/1947, 684/1947, 701/1947, Δίκες 14/1945, 31/1945, 47/1945, 67/1945, 69/1945, 89/1945, 94/1945). 

[29] Όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια, δύο ήταν οι εναντίον τους κατηγορίες: Όσοι άσκησαν κάποιο αξίωμα της Λαϊκής Αυτοδιοίκησης, κατηγορήθηκαν αορίστως για επαφές και συνεργασία με τις αρχές του Πατριωτικού Μετώπου στην Καβάλα. Άλλοι κατηγορήθηκαν ότι κατά το Σεπτέμβριο – Οκτώβριο 1944 συνέπραξαν με βουλγαρικά στρατιωτικά σώματα εναντίον εθνικιστών, π.χ. ότι μαζί με τους Βουλγάρους ή με «τους Βουλγαροπομάκηδες» λεηλάτησαν τον κάμπο της Χρυσούπολης, ότι καταδίωξαν τους εθνικιστές αντάρτες στην περιοχή του Παγγαίου κλπ. (Βουλεύματα 701/47, 272/48, Δίκες ΕΔΔ, 11/45, 12/45, 26/45, 180/46). 

[30] Ταχυδρόμος 3-6-1945 και 7-11-1945 αντίστοιχα. Μέχρι και τις αρχές του 1946 ο «Ταχυδρόμος» τηρεί μετριοπαθή στάση: Διαφοροποιείται από τα δύο άκρα, υπερασπίζεται την πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης, εκφράζει τις θέσεις των απλών ανθρώπων που αρνούνται την πολιτική των άκρων («όλοι αυτοί οι φιλήσυχοι, απλοί άνθρωποι, ίστανται μεταξύ των φανατισμένων της μαύρης και ερυθράς τρομοκρατίας», 7-6-1945) και διεκτραγωδεί τα δεινά της επερχόμενης εμφύλιας σύρραξης. Σταδιακά όμως μεταπίπτει σε ακραίες θέσεις, υιοθετώντας όλα τα αντικομουνιστικά στερεότυπα, που δαιμονοποιούν τον αντίπαλο και εμφανίζουν την πολιτική αντιπαράθεση ως μάχη επιβίωσης του έθνους ενάντια στους εχθρούς του, τους «ΕΑΜοβούλγαρους συμμορίτες».  

[31]  Δίκες 11/1945, 12/1945, 14/1945, 26/1945, 31/1945, 47/1945, 67/1945, 69/1945, 89/1945, 94/1945, 30/1946, 180/1946, 11/1948.

[32] Κατά το άρθρο 4 της Σ.Π. 6/45, για εθνική αναξιότητα ετιμωρείτο «όστις καίτοι μη υποπεσών εις αδίκημα φέρον άπαντα τα στοιχεία του άρθρου 1, συνειργάσθη εν τούτοις μετά του εχθρού κατά τρόπον ανάξιον Έλληνος πολίτου θίγοντα την εθνικήν αξιοπρέπειαν και διευκόλυνεν ούτω το έργον της Κατοχής».

[33]  Π.χ. το Σεπτέμβριο του 1946 δικάστηκαν τρεις ΕΛΑΣίτες αντάρτες από την Ηλιοκώμη και την Πρώτη των Σερρών. Το Δικαστήριο εκδίδει αθωωτική απόφαση για την κατηγορία της συνεργασίας με τους Βουλγάρους από Ιούνιο 1941 μέχρι Σεπτέμβριο 1944, δηλώνει αναρμόδιο για την κατηγορία του φόνου εθνικιστών σε χωριά του Παγγαίου μεταξύ 17 Σεπτεμβρίου – 2 Οκτωβρίου 1944, διατάσσει όμως τη σύλληψη των δύο για τις ανθρωποκτονίες και την παραπομπή τους στον αρμόδιο εισαγγελέα (Δίκη 180/1946).


Αποσπάσματα από το Ημερολόγιο του
26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που
συνέτασσε ο υπασπιστής Στέργιος
Βαλιούλης (Φτωχός). Τελευταία
καταχώριση "Κατεβαίνουμε στην
Καβάλα", 13/9/1944
(ημέρα της Απελευθέρωσης).
[34] Δίκη 94/22-12-1945. Ο Κώστας Κωνσταντάρας καταγόταν από τη Σάμο και στα τέλη της δεκαετίας του 1930 εγκαταστάθηκε στην Ελευθερούπολη της Καβάλας. Ήταν μόνιμος αξιωματικός του ελληνικού στρατού και το 1958 εξελέγη βουλευτής Καβάλας με την ΕΔΑ. Οι καταγραμμένες μαρτυρίες του (Αγώνες και διωγμοί, Αθήνα 1964) αποτελούν την πιο έντιμη και αντικειμενική πηγή για τα γεγονότα της Αντίστασης και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου στην εξεταζόμενη περιοχή. Ο Γιώργος Τσαρουχάς καταγόταν από τις Σέρρες, ήταν δικηγόρος, και εξελέγη βουλευτής Καβάλας με την ΕΔΑ το 1961. Τραυματίστηκε από παρακρατικούς κατά την ημέρα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη και πέθανε από τα βασανιστήρια των οργάνων της Δικτατορίας στις 10 Μαΐου 1968 στη Θεσσαλονίκη. Ο Κώστας Τσολάκης, Καβαλιώτης προσφυγικής καταγωγής, διετέλεσε δήμαρχος της πόλης από 1-3-1964 έως 21-4-1967 και από 1-6-1975 έως 31-12-1978. Ο Βαλιούλης, γνωστός συγγραφέας, ήταν προσφυγικής καταγωγής, έζησε στις Σέρρες και εργάστηκε ως δάσκαλος. Κατέγραψε τις μαρτυρίες του από τον πόλεμο και την Αντίσταση στο Πολίτης β΄ κατηγορίας (Θεσσαλονίκη 1975). Ο Χαρίκος Ιορδάνογλου και ο Μεθόδιος (Μήτσος) Αλεξανδρόπουλος ήταν Καβαλιώτες. Ο πρώτος, από εύπορη οικογένεια καπνεμπόρων, ασχολήθηκε με την οικογενειακή επιχείρηση και ήταν έφεδρος υπολοχαγός, ο δεύτερος ήταν στρατιωτικός.  

[35] Οι κατηγορίες αυτές αντιστοιχούσαν στις παραγράφους δ΄, ε΄, στ΄, ζ΄ και ι΄ του άρθρου 1 της Συντακτικής Πράξης 6/1945, οι διατάξεις του οποίου οριοθετούσαν το πλαίσιο της ενσυνείδητης συνεργασίας με τον κατακτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Σ.Π., για τα αδικήματα αυτά προβλεπόταν, ανάλογα με την θέση ή ιδιότητα του ενόχου και τις συνέπειες των πράξεών του, η ποινή του θανάτου, των ισόβιων ή πρόσκαιρων (10-20 χρόνων) δεσμών ή της ειρκτής (5-10 χρόνων), σε περίπτωση που συνέτρεχαν ελαφρυντικά.

[36]  Ταχυδρόμος, 23-12-1945, Νίκη, 23-12-1945. Αναλυτική περιγραφή της δίκης και Κωνσταντάρας, ό.π., σ. 341-344, Στέργιος Βαλιούλης, Πολίτης β΄ κατηγορίας, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 468-470.

[37]  Βούλευμα 701/31-10-1947. Ο Κωνσταντάρας, ό.π., σ. 183, τονίζει ότι κανείς ΕΛΑΣίτης δεν καταδικάστηκε ως δωσίλογος (αγνοούσε προφανώς τη δίκη του 1948, περί της οποίας βλ. στη συνέχεια), χάρη στη διάσωση μέρους του αρχείου του 26ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, που τεκμηρίωνε τη δράση κατά των Βουλγάρων (τμήμα του αρχείου, λ.χ. το Ημερολόγιο του Συντάγματος κ.ά., απόκειται στα ΓΑΚ-Αρχεία Ν. Καβάλας).

[38] Δίκες 7/5-1-1946 (αναβολή), 30/26-1-1946. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Καραμίχας – Γρίβας βρισκόταν μέχρι το τέλος της Κατοχής σε γερμανοκρατούμενες περιοχές της κεντρικής Μακεδονίας και ήρθε στην Καβάλα μόλις στις αρχές Οκτωβρίου 1994, περίπου 20 μέρες μετά την απελευθέρωση.  

[39] Λένα Διβάνη, «Το θνησιγενές πριγκηπάτο της Πίνδου: Γιατί δεν ανταποκρίθηκαν οι Κουτσόβλαχοι της Ελλάδας στην ιταλο-ρουμανική προπαγάνδα», στο Μακεδονία και Θράκη, 1941-1944. Κατοχή – Αντίσταση – Απελευθέρωση, Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 189-210. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, τ. 1, σ. 365-368.

[40] Ταχυδρόμος, 6-1-1946.

[41] Κατά το άρθρο 1 παρ. δ΄ της Σ.Π. 6/1945, τιμωρούνταν «όσοι ανέλαβον υπηρεσίαν παρά ταις Αρχαίς Κατοχής και ενήργησαν κατά τρόπον πιεστικόν διά τον Λαόν ή διευκόλυναν το έργον της Κατοχής». Δεκάδες πρόεδροι κοινοτήτων, γραμματείς, αγροφύλακες, δασοφύλακες, υπάλληλοι υπηρεσιών κ.ά. που δεν έβλαψαν τους συντοπίτες τους, ή δεν παραπέμφθηκαν σε δίκη ή αθωώθηκαν από το ΕΔΔ (βλ. Λυκουρίνος, ό.π., σ. 339-340). Ο Πετρίδης κατηγορήθηκε ότι «ενήργησε πιεστικώς…», αλλά στις μαρτυρικές καταθέσεις δεν αναφέρεται κανένα συγκεκριμένο περιστατικό τέτοιας συμπεριφοράς. Απορίας άξιο είναι ωστόσο πώς ο Πετρίδης ήρθε από τις Σέρρες στο Ζυγό για να εργαστεί ως κοινοτικός γιατρός, σε μια εποχή που οι Βούλγαροι απαγόρευαν στους επιστήμονες να ασκούν το επάγγελμά τους και τους εξωθούσαν σε «εκούσια» φυγή προς τις γερμανοκρατούμενες περιοχές. Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στη μαρτυρία κατοίκου της περιοχής (Ουρανία Ηλιάδου – Γρηγοριάδου, Από τα βάθη της ψυχής. Αυτοβιογραφία, Αθήνα 2001, σ. 79-80, 130), ότι ο Βούλγαρος πρόεδρος του Ζυγού ήταν κομμουνιστής και ότι στην περιοχή είχε οργανωθεί ένα δίκτυο από Έλληνες και Βούλγαρους αντιφασίστες.

[42] Έξι από τις καταθέσεις ελήφθησαν το 1948. Το 701/31-10-1947 βούλευμα απαλλάσσει τους 14 συγκατηγορουμένους του, διαχωρίζει όμως την  υπόθεση Πετρίδη: «Ως προς τον Ιωάννην Πετρίδην, όστις εκ της μέχρι τούδε διενεργηθείσης ανακρίσεως φέρεται ως αναλαβών υπηρεσίαν ιατρού εις την περιφέρειαν Ζυγού… δεν έχει διαλευκανθεί εισέτι πλήρως ο ρόλος και η διαγωγή την οποίαν επέδειξε και ως εκ τούτου φρονώ ότι ως προς αυτόν δέον να συνεχισθή η ανάκρισις, ιδία εξεταζομένων ως μαρτύρων κατοίκων της περιφερείας Ζυγού διά την συλλογήν στοιχείων περί της δράσεως του ειρημένου». Το 272/29-9-1948 βούλευμα αθωώνει τον Πετρίδη για τις υπόλοιπες κατηγορίες (ότι εξοπλίστηκε από τους Βουλγάρους, κατέδιδε Έλληνες πολίτες, εργάστηκε για την αυτονόμηση της Μακεδονίας κ.ά.) τον παραπέμπει όμως στο Δικαστήριο Δωσιλόγων για τις δύο προαναφερθείσες κατηγορίες, με βάση τις έξι καταθέσεις του 1948 («τα ανωτέρω εκτιθέμενα βεβαιούμενα εκ των καταθέσεων του Αντωνίου Φωστερίδου…»). 

[43] Δίκη 11/4-11-1948.

[44] Βουλεύματα 53/1945, 306/1946, 890/1946, 25/1946, 276/1947, 684/1947, 701/1947.

[45] Βούλευμα 306/29-4-1946.

[46] Βούλευμα 890/6-12-1946.

[47] Βουλεύματα 53/12-10-1945 και 890/6-12-1946. Ανάμεσα στα δύο βουλεύματα υπάρχουν διαφορές, οι οποίες αφενός φανερώνουν τη διαφοροποίηση των κριτηρίων της δικαστικής αρχής και αφετέρου υποδηλώνουν τις επελθούσες πολιτικές εξελίξεις. Στο πρώιμο βούλευμα του 1945 (εκδόθηκε πριν αρχίσει η λειτουργία του ΕΔΔ Καβάλας) το δικαστικό συμβούλιο αντιμετωπίζει την περίοδο της συνύπαρξης του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και του βουλγαρικού Πατριωτικού Μετώπου ως περίοδο βουλγαρικής Κατοχής και κρίνει επί της ουσίας: Θεωρεί ότι από την ανάκριση δεν προέκυψαν «ικαναί και αποχρώσαι ενδείξεις ενοχής» του κατηγορουμένου (δεν είχε επαφές με μέλη «του βουλγαρικού κομιτάτου αποβλέποντος εις την αυτονόμησιν της Μακεδονίας και Θράκης», όπως υποστήριζαν οι καταγγελίες) και διατάσσει την απόλυσή του από τις φυλακές. Στο δεύτερο βούλευμα (που εκδόθηκε κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και φαίνεται να απηχεί το πνεύμα του Γ΄ ψηφίσματος της 18ης Ιουνίου 1946, το οποίο θεσπίστηκε για την καταστολή των «αντεθνικών» και «αυτονομιστικών» ενεργειών) το δικαστικό συμβούλιο δε θεωρεί το διάστημα Σεπτ. – Οκτ. 1944 ως περίοδο Κατοχής και κρίνει ότι «η μετάβασις … εις Σόφιαν, γενομένη μετά την κατάρρευσιν της Βουλγαρίας … δεν δύναται να εμπέση εις τα διατάξεις της υπ. αρ. 6/45 Σ.Π.». Ωστόσο, σε αντίθεση με το πρώτο βούλευμα, θεωρεί ότι η ενέργεια των κατηγορουμένων «δύναται να χαρακτηρισθεί ως αδίκημα εσχάτης προδοσίας, δι’ ο μετά την έκδοσιν του βουλεύματος δέον να ασκηθεί η δέουσα ποινική αγωγή».

[48]  Βούλευμα 272/29-9-1948.

[49] Βούλευμα 701/31-10-1947.

[50] Στα κείμενα της Δεξιάς, μαρτυρίες και ιστορίες που δημοσιεύτηκαν μετά τον Εμφύλιο, κοινός τόπος είναι ότι το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ συνεργαζόταν απροκάλυπτα με τους κατακτητές, με σκοπό την αυτονόμηση της Μακεδονίας (Τάσος Χατζηαναστασίου, «Η Εθνική Αντίσταση στην Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Τα προβλήματα των ελληνικών πηγών και της ιστοριογραφίας», Μακεδονία και Θράκη, 1941-1944, σ. 251-259).

[51] Σε αρκετά μέρη της εξεταζόμενης περιοχής η αριστερή αντίσταση αντιμετωπίστηκε εξαρχής με επιφύλαξη και καχυποψία, που απηχούσε και την οδυνηρή εμπειρία των κατοίκων από τα μέτρα καταστολής του κινήματος της Δράμας (Σεπτ.-Οκτ.1941). Η τραγική κατάληξη του κινήματος δημιούργησε υπόνοιες για τα κίνητρα και τους στόχους των εξεγερθέντων και κλόνισε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στην αποτελεσματικότητα της ένοπλης δράσης. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή κατοίκου χωριού του Παγγαίου, ο οποίος κατηγορήθηκε από την εφημερίδα Νίκη του ΕΑΜ ως συνεργάτης των Βουλγάρων: Αναφέρει ότι οι συγχωριανοί του εξαγόραζαν τη σωτηρία τους με διάφορες εκδουλεύσεις προς τους κατακτητές, ενώ «τα μπλόκα του Κουτσικαριού [Ελαιοχωρίου] και των Ελευθερών… τα προκαλούσε η τακτική των σωμάτων του ΕΛΑΣ, τα οποία κύριον σκοπόν είχον να εκθέτουν τα χωριά απέναντι των κατακτητών για να υφίστανται πιέσεις και τρομοκρατίαν και ν’ αναγκάζωνται οι νέοι να φεύγουν εις το βουνό για να πληθαίνη το μπουλούκι τους…» (Ταχυδρόμος, 13-9-1945). Για το κίνημα της Δράμας, Δημήτρης Πασχαλίδης - Τάσος Χατζηαναστασίου, Τα γεγονότα της Δράμας (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1941). Εξέγερση ή προβοκάτσια;, Δράμα 2003. Για την καταστολή και τις επιπτώσεις στο Ν. Καβάλας, ό.π., σ. 256-265, 307-308, Αικατερίνη Τσέκου, Τρίτη Βουλγαρική Κατοχή της Καβάλας (1941-1944), ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία στην Ιστορία των σλαβικών λαών, Φιλοσοφική Σχολή ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 79-86, Κωσταντάρας, ό.π., σ. 46-52, 122-123, 204.

[52] Ταχυδρόμος, 8-12-1945 και 8-1-1946, αντίστοιχα.

[53] Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, «Η ιδεολογική επίδραση του Εμφυλίου Πολέμου», Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, σ. 575-577, Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, σ. 447-449, 496-501.

[54] Ξανθίπη Κοτζαγεώργη – Ζυμάρη (επιμ.), Η Βουλγαρική Κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, 1941-1944. Καθεστώς – Παράμετροι - Συνέπειες, Θεσσαλονίκη 2002, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εθνικής Αντίστασης, τ. 8, σ. 262-264, όπου «Πρόγραμμα Εκβουλγαρισμού της Ανατ. Μακεδονίας και Δυτ. Θράκης». Για την περιοχή Καβάλας, Τσέκου, ό.π., Λυκουρίνος, Καβάλα 1391-1967. Βιβλιογραφικός Οδηγός για τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της πόλης και της περιοχής, Καβάλα 1995, λήμματα: «Κατοχή βουλγαρική (1941-1944» και «Εθνική Αντίσταση».

[55] Βασίλης Γούναρης, «“ΕΑΜοβούλγαροι” και Μακεδονομάχοι. Ιδεολογικές και άλλες βεντέτες στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου», Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, σ. 233-245.

[56] Ταχυδρόμος, 1-5-1945. 

[57] Για τα γεγονότα και την ερμηνεία τους, Τάσος Χατζηαναστασίου, Ομάδες ένοπλης αντίστασης στη βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης, 1941-1944, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 399-406.

[58] Χαρακτηριστικό είναι το εξής: Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1944 εννιαμελής επιτροπή του Δήμου Καβάλας μετέβη στην Ξάνθη για να συναντήσει το Ρώσο στρατηγό Τολμπούχιν, με σκοπό να διαμαρτυρηθεί για την επικείμενη μεταφορά καπνών στη Βουλγαρία και να ζητήσει την κάλυψη των τοπικών αναγκών σε τρόφιμα και φάρμακα. Απόντος αυτού στη Βουλγαρία, αναγκάστηκε να μεταβεί στη Σόφια, όπου παρέμεινε μερικές ημέρες και είχε συναντήσεις με υπουργούς της κυβέρνησης του Πατριωτικού Μετώπου και με τον Τολμπούχιν. Κατά τις διαδόσεις (και τις μετέπειτα καταγγελίες), η επιτροπή ενεργούσε για την προσάρτηση της Μακεδονίας και Θράκης στη Βουλγαρία ή για την κάθοδο ρωσικών στρατευμάτων στα εδάφη αυτά. Ο φιλελεύθερος δήμαρχος Γ. Βασιλικός, που δε μετέβη στη Σόφια, και οι οκτώ δημοτικοί  σύμβουλοι κατηγορήθηκαν στα τέλη του 1946 για εσχάτη προδοσία  Οι οκτώ (ο Στ. Νικολαΐδης είχε εκτελεστεί το 1947) απαλλάχθηκαν με το 222/31-7-1948 βούλευμα.

[59] Ταχυδρόμος, 17-8-1945. Σε άλλα κείμενα του Ταχυδρόμου καταγγέλλεται η συνεργασία του ΕΛΑΣ με βουλγαρικά στρατεύματα («βουλγαρικά κανόνια με ελληνικά χέρια χτυπούσαν αλύπητα τα ελληνικά χωριά», 4-5-1945), ότι «οι Ελασίτες μαζί με τους Βουλγάρους κατέκλεψαν ό,τι είχε απομείνει…» (24-11-1945), η στάση ορισμένων αριστερών κατά την είσοδο των Γερμανών («τους υποδέχθηκαν με λουλούδια οι οπαδοί του Βελουχιώτη», 27-7-1945) κ.ά.

[60] Για την εμπλοκή Βουλγάρων στις εμφύλιες συγκρούσεις του Σεπτ.–Οκτ. 1944, κυρίως με το μέρος του ΕΛΑΣ, Δίκες 11/1945, 26/1945, 94/1945, 180/1946, Κωνσταντάρας, ό.π., σ. 269, Χατζηαναστασίου, ό.π., σ. 402-406.


Διαταγές του 26ου Συντ. του ΕΛΑΣ με την υπογραφή του Λογοθέτη
(Κ. Κωνσταντάρα). Οι διαταγές, τα ανακοινωθέντα, το Ημερολόγιο
κ.ά. χρησιμοποιήθηκαν στις δικογραφίες των ηγετών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ
για να ανασκευαστεί η κατηγορία της συνεργασίας με τους
Βουλγάρους
[61] Στους εορτασμούς παρέστησαν οι Τερπετσέφ και Νέικωφ, υπουργοί της νέας κυβέρνησης του Πατριωτικού Μετώπου. Κατά τις αριστερές μαρτυρίες, ο πρώτος χαιρέτησε το λαό της Καβάλας με τα εξής λόγια: «Εμείς από σήμερα παραδίδουμε τις αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές, στον ελληνικό λαό. Η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη είναι πια ελεύθερες. Όλοι οι Βούλγαροι φασίστες κομιτατζήδες θα συλληφθούν» (Γρ. Μπαχάρη, «Χαίρε ω χαίρε λευτεριά. 13-9-1944 ο ΕΛΑΣ απελευθερώνει την Καβάλα», Εβδόμη Καβάλας, 14-9-2004).

[62] Ταχυδρόμος, 16-6-1945, 24-11-1945 και 7-11-1945 αντίστοιχα. Για τα γεγονότα των ημερών αυτών ο Κωνταντάρας αναφέρει σε έγγραφη απολογία του προς τον πρόεδρο του Ανακριτικού Συμβουλίου (9 Απριλίου 1946) τα εξής: «Δύο Βούλγαροι υπουργοί έφθασαν εις Καβάλλαν μαζί με παρτιζάνους και εζήτησαν να παραδώσουν τας πολιτικάς και στρατιωτικάς αρχάς εις τους Έλληνας. Με αυτούς τους Βουλγάρους ήλθομεν εις επαφήν, όταν κατήλθομεν και καταλάβαμεν και απελευθερώσαμεν τας περιοχάς αυτάς. Ήλθομεν εις επαφήν ως νικηταί προς ηττημένους. Αφαιρέσαμεν από τους Βουλγάρους όλας τας εξουσίας και έλαχεν εις ημάς ο κλήρος και η εξαιρετική τιμή να στήσωμεν πρώτοι την Κυανόλευκον εις τας πόλεις και τα χωρία της Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης… Εγκαταστήσαμεν αμέσως Φρουραρχείον εις τας πόλεις και φυλάκια εις τας εξόδους των πόλεων και εις τας διασταυρώσεις των οδών, διασώσαντες τον εθνικόν πλούτον από την αρπακτικήν μανίαν των Βουλγάρων. Το χέρι μας ξέσχισε τας βουλγαρικάς ταμπέλλας, ξήλωσε τα βουλγαρικά σήματα και έσβυσε τα βουλγαρικά ονόματα. Ημείς είμεθα εκείνοι που παρεδώσαμεν εις τους Άγγλους περί τους 240 Γερμανούς αιχμαλώτους του Έβρου, Ιταλούς αιχμαλώτους και μέγαν αριθμόν Βουλγάρων εγκληματιών πολέμου, εκ των οποίων υπάρχουν ακόμα αρκετοί εις τας φυλακάς της περιοχής. Από ημάς είδον οι κάτοικοι να σέρνωνται και να διαπομπεύωνται, να φυλακίζωνται, να δικάζωνται και να εκτελούνται εις τας κεντρικάς πλατείας των πόλεων οι εγκληματίαι Βούλγαροι που επί 3,5 χρόνια εβασάνιζον, όπως ο Γρηγόρωφ, διοικητής της Οχράνας Καβάλλας, ο έπαρχος Χρυσουπόλεως, ο Κλέτσκωφ και ο Ντότσεφ (ο εις διοικητής της Οχράνας και ο άλλος γενικός διοικητής της Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης), ο βασανιστής Μπορίς και τόσοι άλλοι» (το απόσπασμα προέρχεται από πολυσέλιδο χειρόγραφο του ηγέτη του ΕΛΑΣ, που μας διέθεσε, μαζί με πολλά άλλα τεκμήρια, ο εγγονός του, Κώστας Κωνσταντάρας. Τον ευχαριστούμε).   

[63] Ταχυδρόμος, 13-5-1945, 24-11-1945, 14-5-1946, 21-6-1946 κ.ά.

[64] Βουλεύματα 116/45, 190/45, Ταχυδρόμος, 5-2-1946, 14-5-1946.

[65] Ταχυδρόμος, 14-5-1945, 23-10-1945, 7-11-1945, 24-11-1945, Πέγιος, ό.π., σ. 92, 198.

[66] Η βία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ μετά τη λήξη της Κατοχής επιδέχεται διπλή ερμηνεία: Πρώτα – πρώτα εκπορεύεται από το αίσθημα απονομής δικαιοσύνης και αντεκδίκησης για την αιματηρή δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας και των συνεργατών του εχθρού, το οποίο νομιμοποιούσε και δικαίωνε τις εκκαθαρίσεις των «εθνοπροδοτών». Προδότες της πατρίδας δε θεωρούνταν μόνο όσοι συνεργάστηκαν απροκάλυπτα με τις αρχές Κατοχής (λ.χ. τα τμήματα της πρώην ΠΑΟ και των Μπαφραλήδων χωρικών στη γειτονική γερμανοκρατούμενη περιοχή της Νιγρίτας, βλ. Χατζηαναστασίου, ό.π., σ. 359-364), αλλά και όλοι οι εθνικιστές αντάρτες, οι «αντωντσαουσικοί», που με τη δράση τους εναντίον του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ διευκόλυναν το έργο του κατακτητή. Η πεποίθηση αυτή εδραιώθηκε μετά την ύπουλη εξόντωση 16-19 ανταρτών του «Ρήγα Φεραίου» από άνδρες του Αντών Τσαούς στο Τσαλ-Νταγ την Πρωτοχρονιά του 1944, γεγονός που επέφερε την οριστική ρήξη στις σχέσεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ με τις ένοπλες εθνικιστικές ομάδες και αποτέλεσε έναυσμα για τις μεταξύ τους συγκρούσεις μέχρι το τέλος της Κατοχής. Αυξήθηκε κατά τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, όταν οι ένοπλες εθνικιστικές ομάδες της περιοχής ενισχύθηκαν με άνδρες της ΠΑΟ και των Ταγμάτων Ασφαλείας από την κεντρική Μακεδονία (για τις αιτίες διάσπασης του αντιστασιακού κινήματος και τη ρήξη μεταξύ εθνικιστών και ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, Χατζηαναστασίου, ό.π., σ. 251-256, 264-266, 307-308, Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλλέτ – Ζήτω το Έθνος, Ηράκλειο 2001, σ. 134-159).
Από την άλλη όμως η αλόγιστη βία αυτής της περιόδου υπηρετούσε την επιδίωξη του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ να νοηματοδοτήσει την εξουσία του, να καθυποτάξει κάθε δυνατή αντίδραση και να εδραιώσει σε περιφερειακό επίπεδο την κυριαρχία του. Γι’ αυτό και η αριστερή βία αυτής της περιόδου δεν ήταν μόνο θερμή και εξατομικευμένη, που εκδηλωνόταν λ.χ. στο πεδίο της μάχης εναντίον συλληφθέντων αντιπάλων, που αποσκοπούσε σε ξεκαθάρισμα προσωπικών ή τοπικών διαφορών ή που υπαγορευόταν από διάθεση αντεκδίκησης, αλλά και βία απρόσωπη, που υποκινούνταν από ιδεολογικά κίνητρα και απέβλεπε στη φυσική εξόντωση δηλωμένων ή πιθανών πολιτικών αντιπάλων, «αντιφρονούντων» ή «αντιδραστικών».
Οι πληροφορίες για την εξεταζόμενη περιοχή καταγράφουν πλήθος θυμάτων του ΕΛΑΣ (νεκρών στο πεδίο της μάχης, αιχμαλώτων μετά από συγκρούσεις, απαχθέντων από την Καβάλα και χωριά, συλληφθέντων που μεταφέρονταν στον Έβρο κ.ά.), δε στοιχειοθετούν όμως μια λογική γενικών εκκαθαρίσεων ούτε μια τακτική τυφλής και ανεξέλεγκτης τρομοκρατικής δράσης (για άλλες περιοχές της Ανατ. Μακεδονίας, Νίκος Μαραντζίδης, ό.π., σ. 179-190). Στη λογική της βίας αντιτάχθηκαν αρκετά ηγετικά στελέχη και κατά τόπους υπεύθυνοι του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που έλαβαν και μέτρα για την περιστολή της.
Μαζικές εκτελέσεις αναφέρονται στο χώρο των στρατώνων της Ελευθερούπολης, σε χαράδρα του Παγγαίου κοντά στο χωριό Δωμάτια, πλησίον του αεροδρομίου της Χρυσούπολης και στο Αγαλάρ του Νέστου (πηγές για τα γεγονότα: ΓΑΚ-ΑΝΚ, Αρχείο Πρωτοδικείου Καβάλας, Βουλεύματα 1945-1948, ΓΑΚ-ΑΝΚ, Αρχείο Δικαστηρίου Δωσιλόγων (πρακτικά δικών του 1945-1946), Ταχυδρόμος (φύλλα Ιουνίου – Αυγούστου 1945), ΓΑΚ-ΑΝΚ, Αρχείο Τμήματος Διοικήσεως Δήμου Καβάλας, 1944-1962, Βιβλία Πρωτοκόλλου 1945 (όπου δηλώσεις συγγενών «συλληφθέντων υπό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ομήρων και αγνοουμένων εισέτι»), ΓΑΚ-ΑΝΚ, Αρχείο Διεύθυνσης Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών Δήμου Ελευθερούπολης, 1917-1990, φ. «Δηλώσεις και δικαιολογητικά έκδοσης ληξιαρχικών πράξεων, 1945-1952» και «Βιβλίο Θυμάτων και Ομήρων Πραβίου, 1916-1949», Κωνσταντάρας, ό.π., σ. 250-251, 326, Πέγιος, ό.π., σ. 169-170). Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα θύματα προέρχονται από διαφορετικά μέρη, δεν εκτελέστηκαν επιτόπου αμέσως μετά τη σύλληψή τους, αλλά κρατήθηκαν και οδηγήθηκαν σε άλλες περιοχές. Έτσι υποδηλώνεται ότι κατά το ενδιάμεσο διάστημα εξετάστηκαν οι περιπτώσεις τους και υπήρξαν συνεννοήσεις και άρα εικάζεται ότι οι εκτελέσεις διαπράχθηκαν με τη συναίνεση, κατόπιν διαταγής ή υπό την ανοχή «ανωτέρων» (ο Κωνσταντάρας, ό.π., σ. 250-251, επιρρίπτει ευθύνες σε ηγετικά στελέχη του τοπικού ΚΚΕ, για την αντίθεση μεταξύ της στρατιωτικής διοίκησης του ΕΛΑΣ και της πολιτικής καθοδήγησης του ΚΚΕ και ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στο θέμα της αντιμετώπισης των αντιπάλων,  Χατζηαναστασίου, ό.π., σ. 375). Τελικά, το αν η τακτική αυτή αποτελούσε κεντρική πολιτική επιλογή, «γραμμή» της τοπικής ηγεσίας ή προϊόν αυθαίρετων υπερβάσεων των κατά τόπους υπεύθυνων, αποτελεί ζητούμενο της ιστορικής έρευνας.

[67] Ταχυδρόμος, 3-6-1945.

[68] Κατά τον Ταχυδρόμο, «κληρονομία του ΕΑΜ και της εθνοκτόνου ανταρσίας του αποτελούν όλοι οι ταγματασφαλίται και οι λοιποί δοσίλογοι, οι οποίοι μέσα εις την μεταδεκεμβριανήν σύγχυσιν προσεπάθησαν να αποκρύψουν τα εθνικά των ανομήματα, εμφανιζόμενοι ως πατριώται και υπερπατριώται…» (8-1-1946), «υπαίτιοι διά την μη τιμωρίαν αυτών είναι οι στασιασταί του Δεκεμβρίου, οι οποίοι εδημιούργησαν εις το Κράτος την πλήρη σύγχυσιν, ώστε να μη δυνηθή να επιβάλη τας κυρώσεις του κατά των προδοτών και δοσιλόγων…» (6-1-1946).

[69] Ταχυδρόμος, 8-1-1946.

[70] «Διάγγελμα του Προέδρου της Κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου προς τον Ελληνικόν Λαόν», ΦΕΚ 1, 18 Οκτωβρίου 1944.

[71] Νίκη, 23-12-1945. Σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν των αριστερών πηγών, που θεωρούν τους εθνικιστές ληστοσυμμορίτες (Χατζηαναστασίου, «Η Εθνική Αντίσταση… Τα προβλήματα των ελληνικών πηγών και της ιστοριογραφίας», Μακεδονία και Θράκη, 1941-1944, σ. 251-259), ο Κωσταντάρας, έντιμη και αντικειμενική πηγή, παραδέχεται ότι «τα εθνικιστικά τμήματα στην Ανατ. Μακεδονία μέχρι τον Αύγουστο του 1944 αποτελούν εθνική αντίσταση και διαφέρουν πολύ από τα τάγματα ασφαλείας με τα οποία τα ανέμιξαν οι Άγγλοι κατά την απελευθέρωσι για να τα ρίξουν εναντίον του ΕΛΑΣ» και ότι εθνικιστές οπλαρχηγοί «είχαν παλληκαριά και πατριωτική φλόγα» (σ. 158 και 290 αντίστοιχα). Η κατηγορία για συνεργασία των ένοπλων εθνικιστικών ομάδων με τους Βουλγάρους θεμελιώνεται ιδεολογικά στα τέλη της Κατοχής, όταν οι ΕΑΟ ενισχύονται με άνδρες της ΠΑΟ και των Ταγμάτων Ασφαλείας από την κεντρική Μακεδονία. Ουσιαστικά όμως οικοδομείται, κι αυτή, με τη λήξη της Κατοχής, κατά την περίοδο των εμφύλιων συρράξεων Σεπτεμβρίου - Δεκεμβρίου 1944, όταν η αντιπαράθεση επικεντρώνεται στην εξασφάλιση των προϋποθέσεων για το μεταπολεμικό καθεστώς στην Ελλάδα. Τότε η πλευρά των εδώ εθνικιστών εγκαλείται κυρίως για το «προδοτικό» σύμφωνο Αντών Τσαούς – Σιράκωφ, «τεκμήριο» αντίστοιχο με τη «δωσιλογική» συνεργασία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, και χρεώνεται όλη την κρατική πολιτική παλινόρθωσης και απενοχοποίησης του δωσιλογισμού (το δημοσιευμένο κείμενο της «Σύμβασης» Αντών Τσαούς – Σιράκωφ, Κωνσταντάρας, ό.π., σ. 271-274, 352, που τη θεωρεί αιτία «των θλιβερών γεγονότων που συνέβησαν μετά την απελευθέρωση», Γεώργιος Θ. Αντωνιάδης, Οι Γενναίοι του Βορρά. Θυσίες, δάκρυ και αίμα στην Ανατ. Μακεδονία και Θράκη 1941-1945, εκδ. ΕΣΕΑ, Δράμα 1997, τ. 2, σ. 190-195, όπου και επιχειρήματα για την πλαστότητά της). Γεγονός είναι όμως ότι οι «αντωνσταουσικοί» εύλογα φορτώθηκαν με τις αμαρτίες του δωσιλογισμού: Αν και δε συνεργάστηκαν με τους Βουλγάρους κατά τη διάρκεια της Κατοχής (βλ. στην επόμενη σημείωση), όμως στη μετακατοχική περίοδο βρέθηκαν στο ίδιο στρατόπεδο με συνεργάτες των κατακτητών, συστρατιώτες στον κοινό αγώνα της εθνικοφροσύνης. Για τους σκοπούς του αντικομμουνιστικού αγώνα και την διεκδίκηση της μεταπολεμικής εξουσίας οι εδώ εθνικιστές προσέφεραν στέγη σε συνεργάτες των Βουλγάρων, τους απενοχοποίησαν για τις επιλήψιμες κατοχικές δραστηριότητές τους, τους υπερασπίστηκαν στο Δικαστήριο Δωσιλόγων, τους χορήγησαν διαπιστευτήρια πατριωτισμού.

[72] Σε αντίθεση με άλλες περιοχές του βορειοελλαδικού χώρου, λ.χ. την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, αλλά και το γερμανοκρατούμενο τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας (Φλάισερ, ό.π., τ. 2, σ. 112-149, Μαραντζίδης, ό.π., σ. 166-173, Χατζηαναστασίου, ό.π., 237-238, 359-364), στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία οι ένοπλοι εθνικιστές αντάρτες, παρά τον αντικομμουνισμό τους, δε φαίνεται να διέσχισαν το κατώφλι του δωσιλογισμού. Η διαφορετική αυτή εξέλιξη ευνοήθηκε από τα ειδικά χαρακτηριστικά της βουλγαρικής Κατοχής και από τη δημογραφική και εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού: Στην περιοχή αναφοράς μας ο πληθυσμός συγκροτούνταν από ένα πολυπληθές προσφυγικό στοιχείο και ελληνόφωνους γηγενείς με παρελθόν αγώνων ενάντια στο βουλγαρικό αλυτρωτισμό. Κατά συνέπεια τα κηρύγματα της βουλγαρικής προπαγάνδας για αποκατάσταση ιστορικών αδικιών και δικαιωματική προσάρτηση των εδαφών στη βουλγαρική πατρίδα δεν μπορούσαν να έχουν απήχηση (παρά μόνο στους σλαβόφωνους πληθυσμούς των βορειότερων περιοχών). Αντιθέτως, οι απροκάλυπτοι σκοποί των κατακτητών και τα μέσα υλοποίησής τους, δηλ. η πολιτική συστηματικού εκβουλγαρισμού και βίαιου αφελληνισμού, στρέφονταν ευθέως εναντίον των κατοίκων και εκλαμβάνονταν ως άμεση απειλή για την ίδια την υπόστασή τους. Έτσι δεν ήταν εύκολο να αναπτυχθούν εδώ επιχειρήματα για τη συνεργασία με τον κατακτητή, λ.χ. της προστασίας του πληθυσμού ή της αντιμετώπισης του κομμουνιστικού κινδύνου, τα οποία στη γερμανοκρατούμενη Ελλάδα αποτέλεσαν την ιδεολογική βάση ή το βολικό ιδεολογικό πρόσχημα του δωσιλογισμού (βλ. Φλάισερ, ό.π.,  τ. 1,  σ. 352-354, τ. 2, σ. 112-149). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται επίσης στο συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στους δύο πόλους της ένοπλης αντίστασης και στην πορεία του αντιστασιακού κινήματος: Στην Ανατολική Μακεδονία, όπου η ισχύς του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ ήταν μειωμένη σε σχέση με άλλες περιοχές, οι ένοπλες εθνικιστικές ομάδες δεν υπέστησαν ισχυρά πλήγματα στις συγκρούσεις τους με τον ΕΛΑΣ, από τις αρχές του 1944, δε διαλύθηκαν ούτε εξωθήθηκαν να συνταχθούν στο πλευρό των κατακτητών, αλλά διαφύλαξαν την αυτονομία τους και συγκροτούσαν μια αξιόμαχη δύναμη. Έτσι οι ΕΑΟ, έχοντας ισχυρή υποστήριξη από τα ποντιακά κυρίως χωριά της περιοχής και αργότερα και από τον βρετανικό παράγοντα, δρούσαν σχεδόν κυριαρχικά στα όρη της Λεκάνης και στην περιοχή του Κοτζά Ορμάν, διεξάγοντας διμέτωπο αγώνα, και εναντίον του κατακτητή και, από τις αρχές του 1944, εναντίον του ΕΛΑΣ.

[73] Για το ιδεολογικό και ψυχικό υπόβαθρο της εμφύλιας αντιπαράθεσης, Νίκος Κοταρίδης – Νίκος Σιδέρης, «Εμφύλιος Πόλεμος: Ιδεολογικά και πολιτικά διακυβεύματα», Ο Εμφύλιος Πόλεμος, σ. 115-124.

[74] Λυκουρίνος, Καβάλα 1391-1967. Βιβλιογραφικός Οδηγός, λήμμα: «Εθνική Αντίσταση».

[75] Από τα μέσα του 1946 –μετά  τις εκλογές της 31ης Μαρτίου, κυρίως με τη θέσπιση του Γ΄ Ψηφίσματος (18-6-1946) και πολύ περισσότερο μετά την ψήφιση του Αναγκαστικού Νόμου 509 της 27ης Δεκεμβρίου 1947 (βλ. Αλιβιζάτος, ό.π., σ. 495-511)– επιβλήθηκε η θεσμική τρομοκρατία του επίσημου κράτους, που ποινικοποιούσε τα πολιτικά φρονήματα και τιμωρούσε τις πραγματικές ή υποτιθέμενες προθέσεις. Για όσους υπέστησαν τις πρώτες μεταπολεμικές διώξεις διαμορφώνεται ένα καθεστώς έντονων κοινωνικών και πολιτικών διακρίσεων και αποκλεισμών και αρχίζει ένας πολυετής γύρος σκληρότερων τιμωριών, συνήθως φυλακίσεων και εκτοπισμών (βλ. Κωνσταντάρας, ό.π., σ. 331-362). Πιο τραγική ήταν η μοίρα άλλων, όπως, ενδεικτικά, του Στέφανου Νικολαΐδη: Φυλακίστηκε από τους Βουλγάρους στις φυλακές Σερρών από τις αρχές του 1943 μέχρι το τέλος της βουλγαρικής Κατοχής. Κατά την περίοδο της ΕΑΜικής «Λαΐκής Αυτοδιοίκησης» ο 32χρονος μηχανικός εξελέγη δήμαρχος Καβάλας. Μετά το Μάρτιο του 1945 κατηγορήθηκε για συνεργασία με τους Βουλγάρους και κρατήθηκε στις φυλακές Καβάλας, ενώ στα τέλη του 1946 κατηγορήθηκε και για εσχάτη προδοσία. Στα τέλη του 1947 απαλλάχθηκε οριστικά από την κατηγορία του δωσιλογισμού. Τις μέρες που εκδόθηκε το βούλευμα, ο Νικολαΐδης δικαζόταν στο Έκτακτο Στρατοδικείο Δράμας για διενέργεια εράνων υπέρ του ΚΚΕ. Καταδικάστηκε σε θάνατο και παραμονές Χριστουγέννων του 1947 εκτελέστηκε (Ταχυδρόμος, 11 και 12-9-1947, 13-11 έως 23-12-1947). 


Τρίτο κατά σειρά Βασιλ. Διάταγμα (1952),
με το οποίο η αρχική εις θάνατον καταδίκη
του δωσίλογου μετατρέπεται σε ποινή
φυλάκισης 10 ετών. Ο συνεργάτης των
Βουλγάρων είχε κριθεί ένοχος για το θάνατο
πολλών Ελλήνων στο κίνημα της Δράμας
Απ’ την άλλη, κατά την περίοδο αυτή της νομιμοποιημένης κρατικής τρομοκρατίας εδραιώθηκε πλήρως η πολιτική απενοχοποίησης και αποκατάστασης του δωσιλογισμού. Οι καταδικασθέντες από το ΕΔΔ της Καβάλας έτυχαν της μεγαλοψυχίας του μεταπολεμικού κράτους: Οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ποινές ισόβιων δεσμών (είτε αυτοδίκαια μετά την παρέλευση πενταετίας είτε κατόπιν απονομής χάριτος) και αργότερα σε ποινές πρόσκαιρης φυλάκισης, οι ποινές πολυετούς κάθειρξης μειώθηκαν δραστικά και οι δωσίλογοι σύντομα αποφυλακίστηκαν. Σε αρκετές περιπτώσεις οι απονομές χάριτος ήταν κραυγαλέες και οι πολιτική σκοπιμότητά τους καταφανής. Παράλληλα πολλοί από τους καταδικασθέντες επανέκτησαν με βασιλικά διατάγματα τα πολιτικά τους δικαιώματα. Παρόμοια τύχη επιφυλάχθηκε και για τους «βουλγαρογραμμένους: Κατά το πρώτο διάστημα μετά την απελευθέρωση θεωρήθηκαν άγος, έγιναν αποδέκτες της καθολικής οργής και περιφρόνησης της τοπικής κοινωνίας και τους επιβλήθηκαν ήπια διοικητικά και οικονομικά μέτρα. Καθώς όμως ο εμφύλιος διχασμός επέβαλλε τα δικά του μέτρα αξιολόγησης και τα άτομα δεν κρίνονταν πλέον με κριτήριο τη στάση τους έναντι του κατακτητή, αλλά ανάλογα με την τοποθέτησή τους στην κλίμακα κομμουνισμού – αντικομμουνισμού, οι «νεοβούλγαροι» σύντομα απενοχοποιήθηκαν ηθικά και αποκαταστάθηκαν κοινωνικά Η πολιτική απενοχοποίησης και παλινόρθωσης του δωσιλογισμού αποτέλεσε και σε τοπικό επίπεδο θεμέλιο για την οικοδόμηση και τη λειτουργία της καταπιεστικής κρατικής μηχανής μέχρι και την περίοδο της Δικτατορίας (βλ. αναλυτικά, Λυκουρίνος, ό.π., σ. 360-363).
    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου