Οι μετονομασίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και τα νέα τοπωνύμια στο Νομό Καβάλας


Οι μετονομασίες και τα νέα τοπωνύμια [1]




Οι μακραίωνες περιπέτειες του ελλαδικού χώρου άφησαν έντονα σημάδια στο χάρτη: Χιλιάδες ήταν οι περιοχές και τα νησιά, οι πόλεις, τα χωριά και οι οικισμοί, τα βουνά και τα ποτάμια κ.ά. που είχαν ονόματα σλάβικα, τούρκικα, αρβανίτικα, ακόμη και φράγκικα και βλάχικα. Οργανωμένη προσπάθεια για τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων αρχίζει το 1909, όταν διορίζεται ειδική επιτροπή, με πρόεδρο τον "πατέρα" της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη. Στην εισηγητική έκθεση του υπουργού Εσωτερικών εξηγούνται και οι λόγοι: Τα βάρβαρα και κακόηχα ονόματα προσβάλλουν το γλωσσικό αίσθημα, επηρεάζουν αρνητικά το φρόνημα των κατοίκων και δημιουργούν ψευδείς εντυπώσεις για την εθνική καταγωγή τους.

Νικόλαος Πολίτης
Στις βόρειες περιοχές, που είχαν ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος το 1912-13, μαζικές μετονομασίες έχουμε μόνο μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Το 1925 δίνονται οι γενικές κατευθύνσεις για τον εξελληνισμό των ξένων τοπωνυμίων και συγκροτούνται νομαρχιακές επιτροπές. Στην Καβάλα, η επιτροπή μετονομασιών στελεχώθηκε από το Νομάρχη, ως πρόεδρο, το Μητροπολίτη Καβάλας - Νέστου, το διευθυντή του Γυμνασίου, καθηγητές, το νομομηχανικό της Νομαρχίας κ.ά. δημοσίους υπαλλήλους.

Από το 1925 μέχρι το 1928 μετονομάστηκαν περίπου 2.500 οικισμοί σ’ όλη τη χώρα. Στο Ν. Καβάλας οι μόνοι που διατήρησαν το έως τότε όνομά τους ήταν τα δώδεκα χωριά της Θάσου, στην επαρχία Καβάλας ο Ζυγός, στην επαρχία Νέστου η Κεραμωτή και στην επαρχία Παγγαίου επτά χωριά που είχαν ελληνικά ονόματα: Αυλή, Νικήσιανη, Ελευθερές, Μεσορόπη, Μουσθένη, Ορφάνι και Παλιοχώρι.



Όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από τις μετονομασίες των κοινοτήτων και οικισμών του Ν. Καβάλας (βλ. Κατάλογο), κριτήριο για την επιλογή του νέου ονόματος αποτέλεσε η αρχαία ιστορία και γεωγραφία της περιοχής (π.χ. Κρηνίδες, Φίλιπποι, Δάτο, Γαληψός), η βυζαντινή ιστορία (Ελευθερούπολη, Δουκάλιο), ακόμη και η νεότερη (Δημαράς, Καραβαγγέλης). Σε άλλες περιπτώσεις το ξενικό όνομα μεταφράστηκε ή παραφράστηκε στα ελληνικά (π.χ. Δεμερλή – Σιδηροχώρι, Καγιά Μπουνάρ – Πετροπηγή, Μποσταντζιλή – Κηπιά, Γενή Κιοϊ – Νέα Κώμη, Ουζούν Κιοϊ – Μακρυχώρι) ή δόθηκε μια παρήχηση που ταίριαζε στο παλιό όνομα (Ποδογόριανη – Ποδοχώρι, Γκόργιανη – Γεωργιανή, Αλχανλή - Αχλαδινή). Πολλά νέα ονόματα πρέπει να επιλέχτηκαν με βάση τα γεωφυσικά χαρακτηριστικά του τόπου (π.χ. Ακροβούνι, Δύσβατο, Κοκκινόχωμα, Λιθοχώρι, Ζαρκαδιά, Κεχρόκαμπος, Ελαφοχώρι, Μυρτόφυτο). Τέλος, αρκετά χωριά πήραν το όνομα της παλιάς πατρίδας των προσφύγων: Χορτοκόπι, Δωμάτια, Γραβούνα, Γέροντας, Αμισιανά κ.ά. Σε πολλές περιπτώσεις όμως δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί το νέο όνομα του χωριού.

Το τελευταία τουρκικά απομεινάρια σβήστηκαν από το χάρτη της περιοχής μας το 1954, όταν η Κουρουτζού μετονομάστηκε σε Κρυονέρι και οι συνοικισμοί Αγαλάρ και Αραπλή (του Διαλεκτού) σε Κρήνη και Εκλεκτόν. Τελικά η μόνη που «γλύτωσε» από την επιχείρηση εξελληνισμού των ονομάτων είναι η Καβάλα, αν και κατά τη δεκαετία του 1960 εκδότης τοπικού περιοδικού έθεσε ζήτημα για την επαναφορά του αρχαίου ονόματός της "Νεάπολις".

Η αλλαγή των ξενικών τοπωνυμίων («τα οποία μολύνουσι και ασχημίζουσι την όψιν της ωραίας ημών πατρίδος», όπως τόνιζε το 1919 η Επιτροπή), ήταν η φυσιολογική και τυπική επισφράγιση της πολιτικής του καθαρού εθνικού κράτους, το οποίο έπρεπε να αποτινάξει από πάνω του και να σβήσει από το χάρτη του τα ίχνη της ενοχλητικής και απειλητικής ιστορικής μνήμης. Μια τέτοια πρακτική δεν αποτελεί βέβαια ελληνική πρωτοτυπία, αλλά εφαρμόζεται σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης και με ιδιαίτερη επιμονή στον πολύπαθο βαλκανικό χώρο. Μας το θυμίζει με το δικό του γλαφυρό τρόπο ο σπουδαίος Τούρκος πεζογράφος Αζίζ Νεσίν:

«Δυστυχώς, τις ελληνικές ονομασίες δεν τις αφήσαμε. Πώς ήταν δυνατό να υπάρχουν, λέει, στην Τουρκία περιοχές με ελληνικές ονομασίες! (Ποιος ξέρει πόσοι "στραβοκέφαλοι" σαν τους δικούς μας να υπάρχουν και στην Ελλάδα!). Τις ελληνικές ονομασίες τις αλλάξαμε, τις κάναμε τουρκικές. Λόγου χάρη την περιοχή "Πόδημα" της Μαύρης Θάλασσας την ονομάσαμε "Γιαλίκιοϊ" κι ησυχάσαμε. Μα δεν ξέραμε ότι η λέξη "γυαλί" είναι ελληνική κι όχι τουρκική. Τι ιλαροτραγωδία! Είναι, βλέπετε, αδύνατο ο Τούρκος να απαλλαγεί απ’ τον Έλληνα κι ο Έλληνας απ’ τον Τούρκο. Κι εξάλλου, ποιος ο λόγος ν’ απαλλαγεί ο ένας από τον άλλο;».

Μετονομασίες κοινοτήτων και συνοικισμών
Ν. Καβάλας (κατά επαρχία), 1925-1928

Επαρχία Θάσου: Θάσος (Λιμένας, 1932) • Πρίνος (Καζαβήτι, 1954) ▪

Επαρχία Καβάλας: Ακόντισμα (Κοσταζήλ ή Κότζιαζ) • Αμισιανά (Πρέτζοβα) • Αμυγδαλεώνας (Μπατέμ Τσιφλίκ) • Βουνοχώρι (Μουχάλ) • Δάτο (Μπερεκετλή) • Κοκκινόχωμα (Κίναλη) • Κορυφές (Κουρίτα) • Κουνουπιά (Τζαρή) • Κρανοχώρι (Κιζιλή) • Κρυονέρι (Κουρουτζού, 1954) • Κρηνίδες (Ραχτσά) • Λεύκη (Τσινάρ) • Λιμιά (Σουγιουτζούκ) • Λυκόστομο (Κουρτλού) • Μεσόρρεμα (Σέλιανη) • Νέα Καρβάλη (Τσιαρπαντί*) • Ορεινό (Ορέν Δερέ) • Παλιά Καβάλα (Εσκή Καβάλα) • Πολύνερο (Ναϊπλή) • Πολύστυλο (Μπολούσκα ή Μπουλούστρα) • Φίλιπποι (Μεσόρρεμα, 1932) • Χαλκερό (Κιοσέ Ελιάζ) ▪

Επαρχία Νέστου: Αβραμυλιά (Τσομπανλή) • Αγίασμα (Κουρί) • Αγιοβούνι (Δεδέ Νταγ) • Άγιος Κοσμάς (Καραμανλή) • Ανωχώρι (Κιοσελέρ Ζεΐρ) • Απιδιά (Αχματλή) • Αχλαδινή (Αλχανλή) • Γέροντας (Μποϊνού Κισλή) • Γραβούνα (Δοϊρανλή) • Διαλεκτό (Μπεκλεμής) • Διπόταμος (Τσαϊλίκ) • Δουκάλιο (Καγιά Μπουνάρ) • Δρυμούσα (Μπετζελή) • Δύσβατο (Νεδερλή) • Εκλεκτό (Αραπλή, 1954) • Ελαφοχώρι (Καρατζόβα) • Ερατεινό (Ερετλή Μαχαλέ) • Ζαρκαδιά (Καρατζιλάρ) • Καλαθάς (Σεπετζιλέρ) • Κεχρόκαμπος (Δάροβα) • Κρήνη (Αγαλάρ, 1954) • Κωνσταντινιά (Κωτσαγλάρ) • Κατωχώρι (Κιοσελέρ Μπαλιά) • Κυνηγός (Ιμρενλή) • Λεκάνη (Μούτζινος) • Λευκάδι (Καβατζίκ) • Λιθοχώρι (Καρά Κιδαρλή) • Λυκιά (Κουρτσαλάρ) • Μακρυχώρι (Ουζούν Κιοϊ) • Μοναστηράκι (Ρεσήτ Μπέη) • Νέα Καρυά (Καρά Μπέη και Μπιλάλ Αγά) • Νέα Κώμη (Γενή Κιοϊ) • Νικητές (Γκάτζιλερ) • Ξεριάς (Κουρού Δερέ) • Παλαιά Κώμη (Εσκή Κιοϊ) • Παράδεισος (Ιντζές) • Περιστερώνας (Τοϊλάρ) • Πέρνη (Καρατζά Κιοϊ) • Πετροπηγή (Δουκάλιο, 1954) • Πηγές (Σουσούρ Κιοϊ και Κουτούντζαλη) • Πλαταμώνας (Ολατζάκ) • Ποντολίβαδο (Δομασλή) • Προάστειο (Κινέζ) • Πυργίσκος (Κουλατζίκ) • Σκοπός (Μουρατλή) • Στεγνό (Μουσταφά Ογλάρ) • Στενωπός (Μπαρακλή) • Χαϊδευτό (Χατζή Εμίν Αγά) • Χρυσούπολη (Σαρή Σαμπάν) • Χρυσοχώρι (Οργαντζιλάρ) ▪

Επαρχία Παγγαίου: Άγιος Ανδρέας (Νουζλάς) • Αετοπλαγιά (Ελετζίκ) • Ακροβούνι (Κότσανη) • Ακροπόταμος (Μπόμπλιανη) • Αντιφίλιπποι (Δρανίτσι) • Γαληψός (Δεδέμπαλη) • Γεωργιανή (Γκόριανη) • Δημαράς (Βελτζιλέρ) • Δρυάδα (Μισελλή) • Δωμάτια (Σαμάκοβο) • Ελαιοχώρι (Κοτσκάρι) • Ελευθερούπολη (Πράβι, 1929) • Εξοχή (Τόβλιανη) • Καραβαγγέλης (Δεβεκλή) • Καρυανή (Κάργιανη) • Κηπιά (Μποσταντζιλή) • Κοκκινοχώρι (Σαρλή) • Μέλισσα (Δεβέκιραν) • Μελισσοκομείο (Τσιτακλή) • Μεσιά (Ρεχιμλή) • Μεσότοπος (Δουρμουσλού) • Μικροχώρι (Αχατλάρ) • Μονοκαρυδιά (Μουρσαλή) • Μονόλιθος Ακροποτάμου (Μονόλιθος Μπόμπλιανης) • Μυρτόφυτο (Δρέσνα) • Νέα Πέραμος (Καλιά Τσιφλίκ*) • Οφρύνιο (Κάτω Λακκοβίκια, 1954) • Πλατανότοπος (Ισερλή) • Ποδοχώρι (Ποδογόριανη) • Πυργοχώρι (Κουλαλή) • Σιδηροχώρι (Δεμιρλή) • Τρίτα (Τσιφλίκι) • Φωλεά (Τσιούστη) • Χορτοκόπι (Δράνοβα) • Χρυσόκαστρο (Οσμανλή) ▪

* Δε δημοσιεύτηκαν σε Φ.Ε.Κ.  

Τα φαιδρά των μετονομασίας των χωρίων [2]

Για τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων της Ελλάδας και για τις μετονομασίες των κοινοτήτων και οικισμών του Ν. Καβάλας στα 1925-1928 γράψαμε σε προηγούμενο άρθρο (“Μνήμη” 6, σελ. 9, όπου και πίνακας με τις νέες και τις παλαιές, τουρκικές ή σλαβικές, ονομασίες).

Το 1925 το Υπουργείο Εσωτερικών συγκρότησε τοπικές επιτροπές μετονομασιών στις έδρες των νομών και ανέθεσε σ’ αυτές να γνωμοδοτήσουν για τα ονόματα των οικισμών της περιφέρειάς τους. Στο Ν. Καβάλας η επιτροπή στελεχώθηκε από το νομάρχη, ως πρόεδρο, το μητροπολίτη Καβάλας - Νέστου, το διευθυντή του Γυμνασίου, το νομομηχανικό της Νομαρχίας, καθηγητές και άλλους δημοσίους υπαλλήλους.

Συγχρόνως το Υπουργείο απέστειλε οδηγίες “περί του τρόπου εκλογής καταλλήλου ονόματος” και με ειδικά δελτία – ερωτηματολόγια ζητούσε από τις κοινότητες διάφορες πληροφορίες για την ιστορία του χωριού, τα γεωφυσικά του χαρακτηριστικά, τη θέση του, την παραγωγή, τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του, αλλά και για το ξενικό του όνομα (μήπως προερχόταν από παλαιότερο ελληνικό, μήπως μπορούσε να μεταφραστεί στα ελληνικά κ.ά.). Τέλος ζητούσε και τη γνώμη των κατοίκων για το όνομα της προτίμησής τους. Όλα αυτά τα στοιχεία και οι απαντήσεις κατέληγαν στη νομαρχιακή επιτροπή, η οποία έπρεπε να τα επεξεργαστεί και να επιλέξει τα “κατάλληλα” ονόματα.

Το αρχείο της τοπικής επιτροπής μετονομασιών δεν έχει διασωθεί και συνεπώς δε γνωρίζουμε ούτε τις προτάσεις των κοινοτήτων, ούτε τις διαβουλεύσεις των μελών της, ούτε τις εισηγήσεις της. Μπορούμε όμως να φανταστούμε την αμηχανία των εμπλεκόμενων: Οι μεν κοινότητες έπρεπε να “ανακαλύψουν” και να εισηγηθούν ιστορικά ονόματα για το ταπεινό χωριό και τους οικισμούς του ή έστω “εύστοχα” ονόματα που να ανταποκρίνονται στα πραγματικά τους στοιχεία, οι δε νομαρχιακές επιτροπές έπρεπε να κρίνουν την “ορθότητά” τους, να τα αλλάξουν, αν είχαν προταθεί και από άλλα χωριά του Νομού, εν τέλει να επιλέξουν ή να επινοήσουν το “κατάλληλο” όνομα.

Η αθηναϊκή “Επιτροπεία Τοπωνυμιών Ελλάδος” ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, δε δεχόταν γενικές έννοιες ή αόριστους προσδιορισμούς, κατηγορούσε τις τοπικές επιτροπές και τις κοινότητες για “στείρωσιν της ονοματοπλαστικής τους δυνάμεως” και συχνά απέρριπτε τις προτάσεις τους. Για παράδειγμα, όπως μαθαίνουμε από τον Τύπο της εποχής, διαφώνησε με τη μετονομασία του Νουσλά (σημερ. Αγίου Ανδρέα) σε “Μοναστήρι”, δεν ενέκρινε τη μετονομασία της Μπόμπλιανης (σημερ. Ακροπόταμου) σε “Απολλωνία”, έκρινε ότι δε συντρέχει λόγος για αλλαγή του ονόματος της Κότσανης (σημερ. Ακροβουνίου), επειδή το χωριό παράγει ειδική ποιότητα καπνού, γνωστή ήδη με αυτό το όνομα κ.ά. 

Χρυσούπολη (πρώην Σαρή
         Σαμπάν)
 στο Μεσοπόλεμο
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο ελήφθησαν οι αποφάσεις για τις μετονομασίες των χωριών της Καβάλας. Η εξεύρεση “ιστορικών” ονομάτων ήταν δύσκολη, καθώς οι γνώσεις για την αρχαίο και βυζαντινό παρελθόν της περιοχής ήταν τότε ελάχιστες, η αρχαιολογική έρευνα δεν είχε ακόμη ξεκινήσει και οι κάτοικοι των προσφυγικών χωριών μόλις είχαν εγκατασταθεί και αγνοούσαν τον τόπο και την ιστορία του. Επιπλέον δεκάδες χωριά έφεραν αμετάφραστα ονόματα Τούρκων αξιωματούχων ή τσιφλικάδων, ενώ σε άλλα οι κάτοικοι διαφωνούσαν μεταξύ τους (είτε οι γηγενείς με τους πρόσφυγες είτε μεταξύ τους οι πρόσφυγες με διαφορετική προέλευση), δεν κατέληγαν σε συγκεκριμένο όνομα και ενίοτε αρνούνταν να κάνουν προτάσεις (ξέρουμε ότι αυτό έγινε στο Οφρύνιο, μάλλον και στο Κρυονέρι, ίσως και σε αρκετά άλλα). Ήταν λοιπόν επόμενο η τοπική επιτροπή να κάνει και αβασάνιστες ή αυθαίρετες επιλογές ονομάτων, κυρίως με βάση τα πραγματικά ή υποθετικά γνωρίσματα των οικισμών.

Προβλήματα δημιουργούνταν όμως και από την περίπλοκη και πολυεπίπεδη διαδικασία: Τα πορίσματά της τοπικής επιτροπής κατέληγαν στην “Κεντρική Επιτροπή” που είχε συσταθεί τότε στη Θεσσαλονίκη και τα δικά της πορίσματα ετίθεντο στη διάθεση της αθηναϊκής “Επιτροπείας”. Αυτή προχωρούσε στην τελική γνωμοδότηση, βάσει της οποίας το Υπουργείο Εσωτερικών αποφάσιζε για την ονομασία κάθε χωριού και οικισμού! Μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα ήταν αναπόφευκτες οι γραφειοκρατικές παρανοήσεις.

Το 1928 δημοσιεύτηκε στο “Ημερολόγιον Καβάλας” του Επ. Παπαπερικλή ένα ενδιαφέρον άρθρο του Αρχιμανδρίτη Κύριλλου Ζαχόπουλου, Πρωτοσύγγελου της Ιεράς Μητροπόλεως Καβάλας και Νέστου, με τίτλο “Τα φαιδρά της μετονομασίας των χωρίων”. Ο συντάκτης, που επισκεπτόταν συχνά τα χωριά της περιφέρειας για υπηρεσιακούς λόγους, έκρινε ότι πολλές από τις νέες ονομασίες ήταν εντελώς άστοχες. Κατά την άποψή του, υπεύθυνη για τα λάθη ήταν η επιτροπή των Αθηνών, η οποία αγνόησε όλες τις υποδείξεις (των ανθρώπων που γνώριζαν την τοπική ιστορία, των ενδιαφερόμενων και της αρμόδιας νομαρχιακής επιτροπής), έβγαλε «εκ της σοφής κάρας της το πόρισμα των πολυμήνων σκέψεών της, μελετών και συνεδριάσεών της» και το παρουσίασε «ως δόγμα».

Ο Ζαχόπουλος γράφει ότι «ο ενδιαφερόμενος κόσμος, όταν ήκουσε και έμαθε τα ξενάκουστα και γλυκανάλατα ονόματα, διά των οποίων η Επιτροπή μετωνόμασε τους συνοικισμούς των, κατελήφθη υπό αθυμίας και ησθάνθη διάθεσιν προς έμετον!» και σημειώνει χαρακτηριστικά τους αστεϊσμούς των κατοίκων της Λεκάνης και του Χαϊδευτού και των χωριών Καστανωτό και Κυρτούσα (τότε ανήκαν στο Ν. Καβάλας).

Προς επίρρωση της άποψής του για το άστοχο των μετονομασιών καταθέτει και προσωπικές του εμπειρίες: Όταν επισκέφτηκε το Πολύνερο και τις Πηγές, εκ του ονόματος των χωριών θεώρησε, λέει, χρήσιμο να εφοδιαστεί με αδιάβροχα υποδήματα και σωσίβιο για τους ενδεχόμενους κινδύνους! Τι βρήκε εκεί; Στο μεν Πολύνερο «μίαν βρύσιν και ολίγον παρέκει μίαν στέρναν εκ των λεγομέων “γκιόλα”, με τόσον όμως ύδωρ όσον δε θα έφθανε διά το πότισμα των κτηνών του χωρίου», στις δε Πηγές «ένα λάκκον εις τα θολερά του οποίου ύδατα έπλεον ολίγαι νήσσαι και εις απόστασιν ολίγων μέτρων μίαν αντλίαν διά της οποίας υδρεύονται, ατυχώς μόνον τον χειμώνα, οι εν Πηγαίς διαμένοντες, πλην διψώντες, ατυχείς κάτοικοι». Με την ίδια λογική, όταν επισκέφτηκε την Κουνουπιά (συνοικισμό του Χαλκερού) και τον Ξεριά πήρε μαζί του κουνουπιέρα και παγούρι με νερό. Όμως οι φόβοι του διαψεύστηκαν, διότι το Τζαρί «δεν είναι εστία κωνώπων όσον άλλα χωρία της περιφερείας μας», ενώ ο Ξεριάς ήταν λιγότερο άνυδρος από τους κοντινούς συνοικισμούς Λιθοχωρίου, Αβραμυλιάς και Διαλεκτού.


Χάρτης με παλιές ονομασίες των οικισμών
Το χειρότερο το έπαθε όταν κλήθηκε στον προσφυγικό συνοικισμό των Φιλίππων για την εκλογή νέου εκκλησιαστικού συμβουλίου. «Μη γνωρίζων, γράφει, ότι εις Φιλίππους είχε μετονομασθή το Καρατζάκιοϊ, ωδηγήθην υπό του σωφέρ εις Φιλίππους», στην ερημιά των ερειπίων της αρχαίας πόλης. Χρειάστηκε να περάσει ένα «ταξί» προς τη Δράμα, με επιβάτη από το Καρατζάκιοϊ, για να συνειδητοποιήσει το λάθος του και να πάρει τον δρόμο προς την επαρχία Νέστου, με “κενόν όμως βαλάντιον”, αφού πλήρωσε διπλάσιο κόμιστρο.

«Έμεινα έκθαμβος, σχολιάζει, διά τας μεγαλειώδεις γνώσεις του σοφού αρχαιολόγου και προέδρου της Επιτροπής, όστις κατώρθωσεν […] να μετακινήση ολόκληρον την περίφημον αυτήν πόλιν με τα θέατρα και τα μνημεία της, τα φρούρια και τας ακροπόλεις της, εις τόσον μακρυνήν απόστασιν διά μέσου ορέων και πεδιάδων, προς μεγάλην χαράν και τέρψιν και θυμηδίαν των πτωχών Καρατζακιολήδων, οι οποίοι δεν ήτο δυνατόν να ονειρευθώσι ποτέ ότι το ταπεινόν χωρίον των θα μετέβαλλε διά μαγικής ράβδου εις κοσμοϊστορικήν πόλιν ο σοβαρός και εμβριθής καθηγητής»!

Η περίπτωση της συγκεκριμένης μετονομασίας ήταν όντως ένα ακραίο και ανιστόρητο λάθος, που επανορθώθηκε σε ενάμισι χρόνο. Το Σεπτέμβριο του 1927 το Καρατζάκιοϊ (που έφερε το όνομα των Φιλίππων από το Φεβρουάριο του 1926) ονομάστηκε οριστικά Πέρνη και έξι χρόνια αργότερα το όνομα Φίλιπποι δόθηκε στο συνοικισμό της Σέλιανης, η οποία από το 1926 μέχρι το 1932 ονομαζόταν Μεσόρρεμα!

“Χοντρό” λάθος ήταν και η “εκ παραδρομής” μετονομασία του Παλαιοχωρίου (ενός από τα λίγα χωριά που είχαν ήδη ελληνικό όνομα!) σε “Αντιφίλιπποι”, το Νοέμβριο του 1926. Τον Οκτώβριο του 1927 το Παλαιοχώρι επανέκτησε το όνομά του και, με το ίδιο ΦΕΚ, “Αντιφίλιπποι” ονομάστηκε το χωριό Δρανίτσι, όπως άλλωστε είχε προτείνει η τοπική επιτροπή.

Ο πιο σφοδρός επικριτής των νέων ονομασιών ήταν ο Μητροπολίτης Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιος Σταμούλης, που απέρριπτε σχεδόν όλα τα ονόματα των χωριών της μητροπολιτικής του περιφέρειας, χρησιμοποιούσε (ακόμα και στην επίσημη αλληλογραφία της Μητρόπολης) δικής του εμπνεύσεως ονομασίες και με τις παρεμβάσεις του έκανε συχνά άνω – κάτω και την τοπική επιτροπή και την κεντρική των Αθηνών. Θα τα δούμε όλα αυτά στο επόμενο φύλλο. 

Ο Σωφρόνιος και οι μετονομασίες 
στην επαρχία Παγγαίου [3]

Σωφρόνιος Σταμούλης
         Μητροπολ. Ελευθ/πόλεως
            (1926-1956)
Για τις μετονομασίες στον Ν. Καβάλας γράψαμε ήδη στο 6ο και στο 8ο φύλλο της “Μνήμης”. Θα αναφερθούμε τώρα στις αντιδράσεις του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Σωφρόνιου Σταμούλη. Ήρθε στο Πράβι στα τέλη του 1927 και συνεπώς δεν πρόλαβε τις περισσότερες μετονομασίες των χωριών της περιφέρειάς του, αφού είχαν γίνει το 1925-1927. Όμως στο προσωπικό του αρχείο (απόκειται στα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Καβάλας) διασώζονται πολλές σημειώσεις για τα τοπωνύμια της περιοχής. Όπως θα δούμε, δεν εξέφρασε απλώς αντιρρήσεις για τα άστοχα, κατά την άποψή του, ονόματα, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις προχώρησε στην αντικατάστασή τους με άλλα ονόματα, δικής του εμπνεύσεως! 

Ο Σωφρόνιος επέμενε στη μετονομασία του Πραβίου σε “Πράσιον”, αντί του “Ελευθερούπολις”, και με τις παρεμβάσεις του καθυστέρησε την απόφαση της επιτροπής. Τον Απρίλιο του 1929 (δύο μήνες μετά τη δημοσίευση της νέας ονομασίας στο ΦΕΚ) η αθηναϊκή “Επιτροπεία Τοπωνυμιών Ελλάδος” τον ενημερώνει εγγράφως ότι έλαβε υπόψη την επιθυμία του «να μετονομασθή το Πράβι εις Πράσιον εκ της Πρασιάδος λίμνης ή εκ της εν αυτή παραγωγής πράσων», όμως την απέρριψε, «διότι η Πρασιάς λίμνη κείται μακράν, δεν εθεώρησεν δ’ επίσης ορθόν και επιτετραμμένον να προτιμήση διά την ονομασίαν της πόλεως το όνομα του ευτελούς λαχανικού πράσου, αντί του ωραίου και ήδη εκ της χρήσεως γνωστού και καθιερωμένου Ελευθερούπολις» και απορεί «πώς δεν αρέσκει τοιούτον όνομα τοις κατοίκοις»!

Αν όντως το «Ελευθερούπολις» δεν άρεσε τότε στους Πραβινούς, δεν το γνωρίζουμε. Το βέβαιο είναι ότι ο Σωφρόνιος είχε εμμονή με το “Πράσιον”. Στις σημειώσεις του αναφέρει: «Καίτοι αμφιβάλλω διά την ταυτότητα της Πρασιάδος λίμνης, φρονώ ότι ορθόν είναι να καθιερωθεί η λέξις αύτη, την οποίαν εγώ αποκλειστικώς μεταχειρίζομαι(!), διότι διά της μεταβολής ενός μόνου γράμματος λαμβάνει η πόλις ελληνικώτατον και μοναδικόν όνομα»! 


Την ονομασία “Πράσιον” επέμενε να τη χρησιμοποιεί μέχρι το τέλος της ζωής του και τελικά την επέβαλε με το “έτσι θέλω”. Όπως φαίνεται και από την προσωπική του και  από την αλληλογραφία της Μητρόπολης, όλοι συμμορφώνονταν με την επιθυμία και την παραξενιά του, ακόμη και η βασιλική οικογένεια!

Οι έντονες αντιρρήσεις του για το Μυρτόφυτο (Δρέζνα) απασχόλησαν και την Επιτροπή των Αθηνών. Αυτή έριξε την ευθύνη στην καβαλιώτικη επιτροπή, που είχε προτείνει τη μετονομασία «εκ των αφθόνων μυρτιών εν τω συνοικισμώ τούτω». Ο Σωφρόνιος όμως σημειώνει ότι «ουδεμία μύρτος υπάρχει εκεί, ουδέ γνωστόν εστι το δένδρον τούτο εκεί» και προσθέτει: «Ας εκαλείτο τουλάχιστον Μύρτος ή Μυρσίνη. Θα ήτο δυνατόν τότε να εφυτεύετο μία μυρσίνη διά να δικαιολογηθεί εκ των υστέρων η μετονομασία»! Όταν απευθύνθηκε με άγριες διαθέσεις στην καβαλιώτικη επιτροπή για να μάθει «τις ο υποστηρίξας τα ανύπαρκτα ταύτα πράγματα», έλαβε την απάντηση ότι δε βρέθηκαν τα πρακτικά!

Στο στόχαστρο της κριτικής του βρέθηκαν και πολλά άλλα ονόματα της επαρχίας του: Το όνομα Κηπιά (από το Μποστα-ντζιλή) το θεωρεί άστοχο, γιατί «το τουρκικόν όνομα δεν έχει σχέσιν τινα με τους κήπους, οι οποίοι δεν υπάρχουσιν εκεί ούτε το έδαφος θεωρείται κατάλληλον διά κήπους», αλλά μάλλον «προέρχεται παρά Μποσταντζή τινός, δηλ. Τούρκου ανωτέρου στρατιωτικού…».

Για τη Γεωργιανή κατανοεί ότι «ονομάσθη απλώς εξ ομοηχίας προς το Γκόργιανη (ου ρίζα, φαίνεται, το σλαβικόν γκόρα = όρος)», τονίζει όμως ότι «ουδεμίαν προς τους Γεωργιανούς ή την Γεωργίαν σχέσιν έχουν οι πρόσφυγες κάτοικοί του». Συμβιβάζεται ωστόσο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων: «Ας ενθυμίζει τον βασιλέα ημών Γεώργιον, επί των ημερών του οποίου εγκατεστάθησαν εκεί»! Για το Ακροβούνι (Κότσανη ή Κώτσανη) αναρωτιέται αν είναι λέξη σλαβική ή προέρχεται από κάποιον Κώτσο και παρατηρεί: «Επιτυχέστερον τότε θα έπρεπε να ονομασθή Κωνσταντία»! 
 
Για το Χρυσόκαστρο γράφει: «Ονομάσθη προτάσει του προέδρου της κοινότητος εις ην υπήγετο, διότι, ως μοι είπεν, οι προσφυγόντες εκεί υπέβαλλον συνεχώς αιτήσεις διά μεταλλεία χρυσού! Το κάστρον όμως πόθεν προσετέθη; Ούτε τείχη ερείπια υπάρχουσιν εκεί ούτε παράδοσις περί υπάρξεως κάστρου. Τουλάχιστον το κάστρον δεν ήτο δυνατόν ν’ αντικατασταθή διά του πύργου; Χρυσόπυργον το γράφω από τινος εγώ»!  Για το Πυργοχώρι (Κουλαλή) αναφέρει ότι οι γηγενείς Έλληνες της Αυλής το ονόμαζαν “Κουφάταις”, ίσως από κάποια παλιά οικογένεια του τόπου, και σημειώνει: «Οι μετονομάσαντες, αγνοούντες πιθανώς την ελληνικήν ονομασίαν, σχεδόν μόνον εν Αυλή σωζομένην, μετέφρασαν το Κουλαλή εις Πυργοχώρι, χωρίς και εδώ να υπάρχει ίχνος πύργου. Κουφάταις το γράφω και το λέγω»!
Για τη Γαληψό (Δεδέμπαλη) οι αντιρρήσεις του είναι ιστορικές και γεωγραφικές: «Η αντικατάστασις ανεπιτυχής, διότι η Γαληψός έκειτο εις την παραλίαν, ώρας μακράν από του μεσογείου χωρίου. Εν τούτοις παραδόξως εκ των ολίγων νέων ονομασιών αίτινες έτυχον διαδόσεως τινός παρά τω λαώ είναι και η της Γαληψού, ην παρεμόρφωσεν ούτος εις Καλυψώ, ακούων τον ομηρικόν μύθον! Την αποκαλώ Νέαν Γαληψόν προς υπόμνησιν ότι κείται μακράν της αρχαίας Γαληψού».  Παράλογη βρίσκει τη μετονομασία της Κάριανης σε Καρυανή, αφού,  κατά τους ντόπιους, το παλιό της όνομα «προήλθεν από Καραγιάννην τινά (αρχι)κτηνοτρόφον, έχοντα εκεί τας σκηνάς του».

«Λίαν ανεπιτυχή και αδόκιμον» χαρακτηρίζει τη νέα ονομασία του Ακροπόταμου (Μπόμπλιανη): «Τίνος ποταμού και οποία άκρα ευρίσκεται εκεί; Παρά την κώμην ρέει χείμαρρός τις ανάξιος λόγου». Ο Σωφρόνιος γνώριζε ότι δίπλα στο χωριό «οι κύριοι Μυλωνάς και Παντοπωλίσκος (εννοεί τον αρχαιολόγο Γεώργιο Μπακαλάκη!) ανασκάψαντες εύρον λείψανα προϊστορικού οικισμού» γι’ αυτό θεωρούσε πρέπον να δοθεί στον οικισμό ένα αρχαίο όνομα ή έστω να παραμείνει το “Πόμπλιανη”, το οποίο «αναφέρεται εις βυζαντινά έγγραφα».

Οι σημειώσεις του Σωφρόνιου αναφέρονται ακόμη και στις τοποθεσίες: Γράφει για την “Μπουζίνα” του Πραβίου: «Αύραν ονομάζω την παρά το Πράσιον ωραίαν, δροσεράν τοποθεσίαν Βουζίνα, δήθεν εκ του βουζ (= πάγος) παραχθείσαν διά το δροσερόν του μέρους».


* Μέχρι τα τέλη του 1927 ο Σωφρόνιος ήταν Μητροπολίτης Βεροίας και Ναούσης. Ασχολήθηκε και εκεί με τα ζητήματα των μετονομασιών και σ’ αυτόν κυρίως οφείλεται ένα από τα ωραιότερα (και διάσημα πλέον) τοπωνύμια του ελλαδικού χώρου, η “Βεργίνα”. Το αναφέρει και ο αείμνηστος αρχαιολόγος Μανώλης Ανδρόνικος, γέννημα της Μικρασίας κι αυτός, στο βιβλίο του Το Χρονικό της Βεργίνας (έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1997). 


Μέχρι το 1922 στη θέση της Βεργίνας βρίσκονταν δύο ασήμαντοι οικισμοί (Κούτλες και Μπάρμπες, με 25-30 οικογένειες συνολικά) και λίγα αρχαία ερείπια, που είχε φέρει στο φως τη δεκαετία του 1870 ο Γάλλος αρχαιολόγος Leon Heuzey. Γράφει ο Ανδρόνικος: «Οι κάτοικοι του τόπου, όπως έγινε και σε όλα τα ελληνικά μέρη που σώθηκαν αρχαία ερείπια, είχαν κιόλας πλάσει γι’ αυτά τη δική τους ιστορία. “Εκεί στο παλάτι ζούσε μια φορά κι έναν καιρό μια σπουδαία βασίλισσα που την έλεγαν Βεργίνα. Όταν οι εχθροί κύκλωσαν το παλάτι, είχε ένα μυστικό υπόγειο δρόμο, κι απ’ αυτόν έφυγε για τη Βέροια!” Το παλάτι είναι βέβαια αυτό που είχε αρχίσει να σκάβει ο Heuzey. Ο υπόγειος δρόμος πρέπει να ήταν κάποιος ή κάποιοι μακεδονικοί τάφοι, που με τη στενόμακρη καμάρα τους έδιναν την εντύπωση τουνελιού στους χωρικούς…».
 
Το 1922 εγκαταστάθηκαν εκεί οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Μικρασία και τον Καύκασο και δημιούργησαν ένα νέο χωριό, χωρίς όνομα. «Τότε ο Δεσπότης της Βέροιας, που φαίνεται πως ήταν άνθρωπος φωτισμένος, θυμήθηκε το παραμύθι της Βεργίνας και πρότεινε να ονομαστεί το χωριό με το όνομα της παλιάς βασίλισσας· το χωριό το είπανε λοιπόν Βεργίνα. Σπάνια νομίζω δόθηκε σε ελληνικό χωριό τόσο ταιριαστό όνομα από τους νεότερους ονοματοθέτες, που γέμισαν την ελληνική ύπαιθρο με κοινά, ψυχρά και άμουσα ονόματα, που τα συναντάς κάθε λίγο και λιγάκι…».    

[1], [2], [3] : Άρθρα μου δημοσιευμένα στην εφημερίδα "Μνήμη" του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας, φ. 6 , 8 και 9 αντίστοιχα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου