Η Μακρόνησος των Προσφύγων

Κυριάκου Λυκουρίνου

... Κι η Παναγιά του Πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλυτη στην αμμουδιά...

Γιάννης Ρίτσος, Πέτρινος χρόνος - Τα Μακρονησιώτικα



Η Μακρόνησος είναι γνωστή στους περισσότερους ως στρατόπεδο “εθνικής αναμόρφωσης” και ως τόπος εξορίας για πολιτικούς κρατούμενους, από το 1947 μέχρι το 1958. Ελάχιστοι γνωρίζουν πως στις αρχές της δεκαετίας του 1920 το ξερονήσι λειτούργησε ως λοιμοκαθαρτήριο για τους εκπατρισμένους από την περιοχή του Καυκάσου και για τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, κυρίως τους ξεριζωμένους από το μικρασιατικό Πόντο.


Στα μέσα του 1922, σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για το ζήτημα των Ελλήνων προσφύγων από τη Ρωσία, ελήφθη η απόφαση «όπως εγκατασταθούν όλοι εις την Μακρόνησον». Στον αθηναϊκό Τύπο αναφέρεται ότι «προς τούτο θα εγκατασταθούν σήμερον συνεργεία όπως συμπήξουν παραπήγματα και σκηνάς». Οι έγκλειστοι «μετά την απολύμανσίν των και την εξυγίανσιν θα τοποθετηθούν εις διάφορα μέρη και άλλοι παρά ταις οικογενείαις των» (Εμπρός, 10-6-1922).

Το έρημο και άνυδρο νησί είχε χρησιμοποιηθεί και κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο 1912-13 ως στρατόπεδο συγκέντρωσης Τούρκων αιχμαλώτων (πολλοί άφησαν εκεί τα κόκαλά τους, αποδεκατισμένοι από τον τύφο). Όμως δε διέθετε καμία υποδομή για τη φιλοξενία και την περίθαλψη χιλιάδων ανθρώπων. «Στην 1η Αυγούστου [1922] μας κατέβασαν στη Μακρόνησο. [...] Εμείς χτίσαμε τα παραπήγματα, στέρνα για νερό, ό,τι χρειαζόταν. Έρημο νησί ήταν η Μακρόνησος, ακατοίκητο, όλο βράχια...», θυμάται ο Ιγνάτιος Ορφανίδης, πρόσφυγας από χωριό της Αργυρούπολης [1]. Ωστόσο ήταν κατάλληλο για καραντίνα: Λόγω της απομόνωσης και της απόστασης του νησιού από την απέναντι ακτή, κανείς δεν μπορούσε να “αποδράσει” χωρίς εξωτερική βοήθεια και να μεταδώσει λοιμώδη νοσήματα σε κατοικημένη περιοχή.

Λοιμοκαθαρτήρια για τους πρόσφυγες είχαν δημιουργηθεί και σε άλλες περιοχές, όπως στον Άγιο Γεώργιο της Σαλαμίνας και στο Καραμπουρνού της Καλαμαριάς. Η καραντίνα ήταν απαραίτητο προληπτικό μέτρο με διεθνή εφαρμογή προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση μολυσματικών ασθενειών. Είναι γεγονός πως πολλοί πρόσφυγες μετέφεραν μολυσματικές ασθένειες (τύφο, χολέρα, ευλογιά κ.ά.), εξ αιτίας της έλλειψης κανόνων υγιεινής και της ταλαιπωρίας τους στα πολυήμερα ταξίδια με τα πλοία ή λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης στους προσωρινούς σταθμούς τους (κυρίως των Ποντίων στα στρατόπεδα της Κωνσταντινούπολης). 

Ο αριθμός των προσφύγων που πέρασαν από το λοιμοκαθαρτήριο της Μακρονήσου δεν είναι γνωστός. Σε πρωτοσέλιδη κομματική προκήρυξη του Ριζοσπάστη (8-12-1923) καταγγέλλεται ότι «οι αρρώστιες θερίζουνε τις προσφυγικές μάζες... Αυτοί φάγανε 50 χιλιάδες πρόσφυγες στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, στην Τούμπα κλπ. Αυτοί φάγανε 40 χιλιάδες πρόσφυγες στη Μακρόνησο, στην καραντίνα...». Φαντάζει τεράστιος ο αριθμός των θυμάτων, ίσως να απέχει αρκετά από την πραγματικότητα, δίνει όμως μια ιδέα για το μέγεθος του προβλήματος και την έκταση της τραγωδίας.

Μετά την εφιαλτική έξοδό τους από τις εμπόλεμες ζώνες, τον υποχρεωτικό μαζικό στρατωνισμό τους και τις εν πλω δοκιμασίες τους, πολλοί πρόσφυγες έφταναν στη Μακρόνησο άρρωστοι ή εξαντλημένοι. «Τέσσερις χιλιάδες πρόσφυγες. Χωρίς νερό. Χωρίς τροφή. Ευλογιά και τυφοειδής πυρετός μεταξύ των επιβατών», σημείωνε στο τηλεγράφημά του ο καπετάνιος του “Ιωνία”, του πλοίου που μετέφερε την Esther P. Lovejoy και λόγω θαλασσοταραχής είχε αγκυροβολήσει ανοιχτά της Μακρονήσου μια μέρα του Φεβρουαρίου 1923. Η Αμερικανίδα γιατρός προσθέτει ότι κάποιοι πρόσφυγες «σχεδόν είχαν χάσει τα λογικά τους από τις δοκιμασίες του ταξιδιού. Πολλών τα παιδιά είχαν πεθάνει και είχαν υποστεί το μαρτύριο να βλέπουν τα σωματάκια τους να πετιούνται στη θάλασσα και ύστερα να επιπλέουν γύρω από το καράβι...» [2].

Το μαρτύριο όμως δεν τελείωνε με την αποβίβαση τους. Οι νεοφερμένοι οδηγούνταν στο λοιμοκαθαρτήριο για να ξεψειριαστούν και να απολυμανθούν οι ίδιοι και τα λιγοστά τους υπάρχοντα. Η διαδικασία της απολύμανσης ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή για τις γυναίκες, μια και περιελάμβανε κούρεμα με την ψιλή μηχανή, που ισοδυναμούσε με διαπόμπευση. Γράφει ο Ευάγγελος Ηλιάδης: «Τους παίρνουν σε ομάδες και τους πηγαίνουν σε δυο παράγκες χωριστά τις γυναίκες από τους άνδρες και τους κουρεύουν με την ψιλή μηχανή. Το κούρεμα των κοριτσιών σόκαρε τους γονείς και το θεώρησαν βάρβαρη συμπεριφορά. Μαρτύριο σωματικό αλλά πάνω απ’ όλα ηθικό. Τα κορίτσια βλέποντας να κόβονται οι όμορφες πλεξίδες τους και τα μακριά μαλλιά αισθάνονταν ταπείνωση, ντροπή, φρίκη και ηθική συντριβή. Κλάματα γοερά από κορίτσια, νυφάδες και ηλικιωμένες γυναίκες, διαμαρτυρίες των ανδρών αλλά φωνή βοώντος εν τη ερήμω...» [3].

Όσο για τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων κατά την ολιγόμηνη παραμονή τους στη Μακρόνησο, οι μαρτυρίες είναι αποκαλυπτικές: «Οι συνθήκες των προσφύγων δεν περιγράφονται. Άνθρωποι, συνήθως γυναικόπαιδα, χωρίς πατρίδα, απόκληροι όλου του κόσμου. Ανίκανοι να μιλήσουν ελληνικά. Τους μαζεύουν και τους οδηγούν από τόπο σε τόπο σαν τα ζώα. Τους ρίχνουν σε σκοτεινές τρύπες και τρώγλες. Δεν έχουν φαγητό, πετρέλαιο, νερό, σκεπάσματα και ρούχα. Είναι παγωμένοι, πεινασμένοι και άρρωστοι» διεκτραγωδεί η E.P. Lovejoy [2].

«Ζούσαμε μες στη βρώμα, στην πείνα και τη δίψα. Νερό δεν υπήρχε στάλα στο νησί. Μια μαούνα μάς έφερνε από το Λαύριο νερό κι εκείνο γλυφό και λιγοστό. Μας τάιζαν βρωμερά μακαρόνια, ελιές σκουλικιασμένες, χαλασμένες ρέγγες κι έπεσε τύφος. Και νερό πουθενά. Κάποτε έκανε τρεις μέρες η μαούνα να φέρει νερό. Λιποθυμούσε ο κόσμος απ’ τη δίψα...» καταθέτει το 1962 ο Ιγνάτιος Ορφανίδης στον ερευνητή του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών [1].

Λόγω των απρογραμμάτιστων και μαζικών προσφυγικών ροών, κυρίως κατά το πρώτο διάστημα, στη Μακρόνησο και στον Άγιο Γεώργιο της Σαλαμίνας δεν είχαν ληφθεί εγκαίρως τα απαιτούμενα υγειονομικά μέτρα, όπως η αραίωση, η χωριστή διαβίωση υγιών και ασθενών, η απομόνωση, η καθαριότητα κ.ά. Ο συνωστισμός και η ελλιπής μέριμνα, σε συνδυασμό με την ακατάλληλη δίαιτα και τις κακουχίες, έφεραν μαζικούς θανάτους:

Κηδεία στη Μακρόνησο
«Επί των 8.600 προσφύγων ήδη έχουσιν αποθάνη περί τους χιλίους διακοσίους εντός πεντήκοντα μόνον ημερών», γράφει η εφημερίδα Έθνος στις 21 Ιουλίου 1922. «Απεβιβάσθημεν εν Μακρονησίω (ακατοίκητον) όπου υπέστημεν αληθή Οδύσσειαν και όπου εύρον τον θάνατον σχεδόν το ήμισυ των προσφύγων», σημειώνει σε επιστολή του τον Ιανουάριο του 1923 ένας Πόντιος Μακρονησιώτης [4]. «Από τους οκτώ χιλιάδες που έφερε το “Κίος” μείναμε στο τέλος δύο χιλιάδες. Οι άλλοι έξι χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν. Έπεσε αρρώστια και μας θέρισε», τονίζει ο Ιγν. Ορφανίδης.

Οι μαρτυρίες για το θανατικό συγκλονίζουν, όπως η παρακάτω περιγραφή του Γ. Γιαλαμά για την ταφή των νεκρών: «Τα νεκρά κουφάρια χωρίς φέρετρα, χωρίς ατομικούς τάφους, μόνο με τον πένθιμο ήχο της καμπάνας και το μοιρολόι των μαυροφορεμένων γυναικών για συνοδό, μεταφέρονταν στην τελευταία ομαδική κατοικία τους. Κάθε νεκρό τον έβαζαν σε σακί και τον έριχναν μέσα σ’ ένα λάκκο βαθύ και συνεχόμενο (χαντάκι), ασβεστωμένο στη βάση και τα πλάγια και σκεπαζόταν με χώμα μπόλικο, αφού προηγουμένως η πάνω επιφάνεια του νεκρού ασβεστωνόταν καλά…» [4].

Οι μακρονησιώτικες μαρτυρίες αποκαλύπτουν και άλλες πτυχές της οδυνηρής εμπειρίας, όπως την εχθρική στάση και τη ρατσιστική συμπεριφορά κάποιων κρατικών υπαλλήλων, ιδιαίτερα προς τους τουρκόφωνους πρόσφυγες, καθώς και την αδίστακτη εκμετάλλευση. Σημειώνει πάλι ο Ιγν. Ορφανίδης: «Οι εργολάβοι που μας τροφοδοτούσαν μας έφερναν χαλασμένες τροφές και έπιασε τον κόσμο τύφος. Η διοίκηση της καραντίνας τα έβλεπε αυτά αλλά δεν μιλούσε, ούτε συνελάμβανε τους εγκληματίες εργολάβους τροφοδότες. Εκείνοι πλούτισαν εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων. Πάτησαν πάνω στα πτώματά τους». Και συνεχίζει: «Κάπου-κάπου έρχονταν έμποροι με ιστιοφόρα και πουλούσαν λαθραία σε μας ψωμί. Σπείρα σωστή ήταν. Ένα ψωμί το πουλούσαν μια λίρα χρυσή, ένα δαχτυλίδι χρυσό, ένα ρολόι»!

Η απόγνωση των έγκλειστων εκφράστηκε συχνά με διαμαρτυρίες, κάποτε και με ακραίες αντιδράσεις, όπως αυτή που μνημονεύει ο Ιγν. Ορφανίδης: «Μια ομάδα νέων, μαζί και γω, δημιουργήσαμε μια επιτροπή. Πήγαμε στον Ελευθεριάδη, τον διευθυντή του λοιμοκαθαρτηρίου, και παρουσιαστήκαμε μπροστά του. Ζητήσαμε να βγούμε ανεξάρτητοι. Ανεξάρτητος είναι όποιος βγει απ’ το λοιμοκαθαρτήριο με δικά του έξοδα και η κυβέρνηση δε θα είχε καμιά υποχρέωση απέναντί του. Ο πρόσφυγας πάλι δεν θα είχε κανένα δικαίωμα. Πολλοί, για να σωθούν, ζητούσαν να βγουν ανεξάρτητοι, αλλά η διοίκηση και πάλι δεν άφηνε. [...] Αλλά εμείς, η νεολαία του Πόντου και του Καυκάσου, πήραμε πέτρες και ξύλα και φοβερίσαμε ότι θα κάψουμε το λοιμοκαθαρτήριο. [...] Ετσι αναγκάστηκε να μας δώσει άδεια εξόδου».

Mετά την ολιγόμηνη παραμονή και την “εξυγίανση” στη Μακρόνησο ακολουθούσε για τους περισσότερους πρόσφυγες η οργανωμένη έξοδος και η προσωρινή ή οριστική τοποθέτησή τους σε διάφορα μέρη. Σε μονόστηλο της εφημ. Εμπρός (13-9-1922) διαβάζουμε ότι «το υπουργείον της Περιθάλψεως εζήτησεν από το υπουργείον της Εθνικής Οικονομίας 2 ατμόπλοια δια να μεταφερθούν 5.500 πρόσφυγες της Μακρονήσου εις Ανατολικήν Μακεδονίαν και Θεσσαλονίκην». Ήταν ακριβώς εκείνες οι μέρες που στην Ελλάδα έφτανε και το μεγάλο κύμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων η Μακρόνησος έχει συνδεθεί με τη φρίκη και τον παραλογισμό της μεταπολεμικής εμφύλιας αντιπαράθεσης. Η “Μακρόνησος των προσφύγων” είναι μια σχεδόν αποσιωπημένη περιοχή, που περιμένει να ενσωματωθεί στην ιστορική αφήγηση για το μαρτυρικό νησί.

[1] Μαρτυρία Ιγνάτιου Ορφανίδη, «Εμείς ιδρύσαμε τη Μακρόνησο», στην έκδοση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, Η Έξοδος. Τόμος Γ'. Μαρτυρίες από τις επαρχίες του μεσόγειου Πόντου, Αθήνα 2013, σελ. 369-372 • [2] Τα αποσπάσματα από τη μαρτυρία της E.P. Lovejoy δημοσιεύονται στο έργο του Bruce Clark, Δυο φορές ξένος, μετφρ. Β. Ποταμιάνου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2007 • [3] Βλ. Βλάση Αγτζίδη, Μικρά Ασία. Ένας οδυνηρός μετασχηματισμός (1908-1923), εκδ. Παπαδόπουλος, Αθήνα 2015, σελ. 200 • [4] «Οι πρόσφυγες εις την Μακρόνησον», αφιέρωμα στο «Δρόμοι της Ανατολής», επιμ.  Στέργιος Π. Θεοδωρίδης, εφημ. Δρόμος της Αριστεράς, 2 Μαΐου 2015


Δύο φορές Μακρονησιώτης  

Κάποιοι Έλληνες επισκέφτηκαν τη Μακρόνησο δύο φορές, την πρώτη ως πρόσφυγες και μια εικοσιπενταετία αργότερα ως πολιτικοί κρατούμενοι, για να περάσουν από διαφορετική “κάθαρση”. Ο Ευτύχιος Γιαρένης (1919-2002), από την Οινόη του Πόντου, βουλευτής Θεσσαλονίκης με την ΕΔΑ (εκλ. 1958), εβδομήντα χρόνια μετά μνημονεύει εκείνο τον “τρισκατάρατο τόπο”: Μακρόνησος είναι το όνομα, που θυμίζει φρίκη και ντροπή», το μέρος που «δεν είχε ούτε ένα σπίτι, δεν είχε ούτε λίγο νερό να πιουν, να πλυθούν, να ξεβρωμίσουν, ένα δένδρο, λίγη βλάστηση», λίγο νερό για «να ξεδιψάσουν αυτοί, να βρέξουν και τα φλογισμένα απ’ τον πυρετό χείλη των αρρώστων!». Θεωρεί αδιανόητο που βρέθηκαν συνάνθρωποι «να διαλέξουν τον τόπο αυτό για τα ξενιτεμένα τους αδέλφια, που τ’ όνειρό τους ήταν, αιώνες τώρα, πώς να έρθουν στη μάνα πατρίδα!». Και κλείνει: «Πουθενά, πουθενά δεν αναφέρεται ότι εκεί πήγαν και πολλούς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, για εξόντωση. Αυτό ας είναι μια μαρτυρία για αυτούς που θα γράψουν τη μελλοντική ιστορία. Ας μην κρύψει κανένας τη ντροπή εκείνη…» (Αυτούς που δέρνει ο άνεμος. Μια ιστορία απανθρωπιάς του ανθρώπου, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 98-99).


Esther Pohl Lovejoy - 
Νοσοκομεία Αμερικανίδων Γυναικών

Στην περίθαλψη των προσφύγων της Μακρονήσου  συνέβαλε και η αμερικανική οργάνωση Νοσοκομεία Αμερικανίδων Γυναικών” (“The American Womens Hospitals”, AWH). Στην ελληνική αποστολή της AWH επικεφαλής ήταν η Esther Pohl Lovejoy, γιατρός και δυναμική ακτιβίστρια, που είχε ήδη προσφέρει τις υπηρεσίες της και στη Σμύρνη. Από τις 17 Σεπτ. 1922 η Λαβτζόυ φρόντιζε τους ασθενείς και τις εγγύους στην προκυμαία της Σμύρνης και τους βοηθούσε να επιβιβαστούν στα πλοία. Ενώ η ίδια έφευγε για την Αμερική προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα για τους εξαθλιωμένους  πρόσφυγες στην Ελλάδα, οι άλλες Αμερικανίδες ιατροί έστηναν πρόχειρα νοσοκομεία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.
Στη Μακρόνησο οι Aμερικανίδες εγκατέστησαν τρία πρόχειρα νοσοκομεία -για ευλογιά, για τύφο και για μη μεταδοτικές ασθένειες- και για περίπου τέσσερις μήνες επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην καταπολέμηση της μάστιγας του τύφου, με μεταδιδόταν με τις ψείρες. Η AWH είχε αναλάβει τον εξοπλισμό και τα λειτουργικά έξοδα των νοσοκομείων καθώς και τις δαπάνες σίτισης των προσφύγων (το ελληνικό κράτος κάλυπτε μόνο τα ξύλα, κάρβουνα, νερό και μεταφορικά, ενώ τρόφιμα έδινε και ο Αμερικανικός Ερυθρός Σταυρός). Στο πλευρό των Αμερικανίδων γιατρών ήταν και ο Έλληνας ιατρός Δρ. Πόμπουρας, που προσεβλήθη από τύφο και πέθανε.
Η παραμονή της Λαβτζόυ στη Μακρόνησο ήταν σύντομη (προσέφερε τις υπηρεσίες της στην Κρήτη, κυρίως στο Ρέθυμνο), αρκετή όμως για να την στοιχειώσει. «Μόλις είχα γυρίσει από τη Μακρόνησο και η ατμόσφαιρα αυτού του κολαστηρίου ήταν ακόμα ζωντανή μέσα μου. Στο δωμάτιο έβλεπα πεινα­σμένα παιδιά […] τα κοσμήματα που ήταν εκτεθειμένα στην τραπεζαρία [του πολυτελούς ξενοδοχείου “Μεγάλη Βρετανία” στην Αθήνα] θα μπορούσαν να ταίσουν τους παραδαρμένους του νησιού για ένα μήνα», γράφει στα Απομνημονεύματά της, με τίτλο Certain Samaritans, Ν. Υόρκη 1927, εκδ. The Macmillan Company (είναι διαθέσιμο σε ψηφιακή μορφή, για τη Μακρόνησο, στο κεφ. XXV).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου