Το κίνημα του Μαρτίου 1935 και ο βομβαρδισμός της Καβάλας. Μια ακραία έκφραση του Εθνικού Διχασμού

Το κίνημα του Μαρτίου 1935 και ο βομβαρδισμός της Καβάλας




"Εις την πρωτεύουσαν της Επαναστάσεως"

Η πολιτική ζωή της Ελλάδας του Μεσοπολέμου στιγματίστηκε από την οξύτατη και συχνά αιματηρή σύγκρουσηβενιζελικών” – “αντιβενιζελικών”, μια αντιπαράθεση που συντηρήθηκε από το 1915 με πολιτικές ρεβανσισμού, με εκτροπές από τον κοινοβουλευτισμό και με αλλεπάλληλα στρατιωτικά κινήματα. Τελευταία πράξη και αποκορύφωμα του Eθνικού Διχασμού ήταν το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935.

Θα υπομνήσουμε μόνο ότι βενιζελικοί αξιωματικοί του Στρατού και του Ναυτικού, υπό την ενθάρρυνση του Ελ. Βενιζέλου και με πρόφαση τη σωτηρία της Δημοκρατίας, οργάνωσαν κίνημα εναντίον της κυβέρνησης των Λαϊκών του Παναγή Τσαλδάρη. Το σχέδιο προέβλεπε σε πρώτο στάδιο την κατάληψη του στόλου και την προσχώρηση των μονάδων της Βόρειας Ελλάδας. Όμως το κίνημα απέτυχε σχεδόν εν τη γενέσει του και ουσιαστικά περιορίστηκε ανατολικά του Στρυμόνα, στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.

Στην Καβάλα, έδρα του Δ΄ Σώματος Στρατού, ο Αντιστράτηγος Δημ. Καμμένος προσχώρησε στο κίνημα μετά από ισχυρές πιέσεις των εδώ βενιζελικών αξιωματικών (συνταγμ. Ευριπ. Μπακιρτζή, φρούραρχου Καβάλας, ταγματ. Αλκιβ. Μπουρδάρα κ.ά.). Στις 3 Μαρτίου καταλύει τις κρατικές αρχές και με προκήρυξη καλεί τους πολίτες της Ανατ. Μακεδονίας και Θράκης να καταταγούν στις τάξεις του Στρατού για να υπερασπιστούν το δημοκρατικό πολίτευμα και τις λαϊκές ελευθερίες.

Ο λαός της Καβάλας δεν εκδηλώθηκε ενεργά υπέρ του κινήματος, παρά τις προσπάθειες του «Εθνικού Δημοκρατικού Φρουρού», της βενιζελικής οργάνωσης που συσπείρωνε αποστράτους και ιδιώτες. Από τα γραφεία του Φρουρού (στην οδό Ομονοίας) ξεκίνησε το συλλαλητήριο υπέρ του κινήματος, με επικεφαλής τον ταγματάρχη ε.α. Αναστ. Ιατρού, πρόεδρο του Φρουρού, το δικηγόρο Νικ. Βασιλικό και τον Παν. Ζαχαράκη, πρόεδρο της Λέσχης Φιλελευθέρων. Στο Δημοτικό Κήπο, ενώπιον χιλιάδων ανθρώπων (πολλοί απολάμβαναν οικογενειακώς τον κυριακάτικο περίπατό τους) ο δικηγόρος Ν. Βασιλικός εκφώνησε πύρινο λόγο υπέρ της Επανάστασης. 

Τις πρώτες ημέρες συντηρείται μια ατμόσφαιρα ενθουσιασμού: Οι φήμες θέλουν τον Πλαστήρα να βρίσκεται ήδη στην Καβάλα(!) και να είναι ζήτημα ωρών η προσχώρηση της Θεσσαλονίκης, ενώ τα τοπικά «Πρωινά Νέα» θριαμβολογούν ότι καταρρέει «το καθεστώς των Μεταξάδων, των Κονδύληδων και των Πολυχρονοπουλαίων...». Έτσι η κοινωνία της Καβάλας βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη για το πρωινό της Πέμπτης 7 Μαρτίου: Δύο κυβερνητικά αεροπλάνα, αφού διέγραψαν κύκλους πάνω από την έκπληκτη πόλη, έριξαν βόμβες στο αντιτορπιλικό «Έλλη», που ναυλοχούσε στο λιμάνι, στους στρατώνες του Καρά Ορμάν και στο φρούριο. Κανένας στρατιωτικός στόχος δεν επλήγη, όμως οι σφαίρες διαμέλισαν δύο άνδρες, πατέρα και γιο, στη συνοικία της Παναγίας.

Ο αντιβενιζελικός «Ταχυδρόμος» (ξανακυκλοφορεί μετά τις 10 Μαρτίου), καταγγέλλει ότι για μια βδομάδα «κυριαρχούσε η τρομοκρατία και εμαίνετο η συκοφαντία και η εμπάθεια, εκπορευομένη από το χαμητικόν κέντρον του καταγωγίου του “Δημοκρατικού Φρουρού”» και από «μίσθαρνα και ποταπά ενεργούμενα των Βενιζελοπλαστηρικών». Γεγονός είναι ότι έγιναν αρκετές συλλήψεις, κατ’ οίκον κρατήσεις και φυλακίσεις «σεσημασμένων Λαϊκών». Όμως, όπως παραδέχεται και ο Νομάρχης Ρέντης στην έκθεσή του, σοβαρά έκτροπα δε σημειώθηκαν στην Καβάλα, σε αντίθεση με την ύπαιθρο χώρα όπου έγιναν «απεχθείς βανδαλισμοί».

Προσφυγικά λάβαρα με την εικόνα του Βενιζέλου
(Ελευθερούπολη, δεκαετία 1920)
Καθώς οι πληθυσμοί της Αν. Μακεδονίας - Θράκης ήταν στην πλειονότητά τους βενιζελικοί, η έκκληση για κατάταξη εθελοντών βρήκε ανταπόκριση. Για μεγάλο μέρος του προσφυγικού κόσμου η συμμετοχή στο κίνημα δεν ήταν απλώς δημοκρατικό καθήκον, αλλά αγώνας υπεράσπισης της πατρίδας από τους μοναρχικούς εχθρούς της! Χαρακτηριστική είναι η κατάθεση του εργολάβου Κ. Μανιαδάκη (μετέπειτα υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας του Μεταξά) στο Στρατοδικείο Καβάλας: «Το κίνημα ευνοήθη από τους πρόσφυγας, διότι τους είχαν διαθέσει ψυχολογικώς να πιστεύουν ότι όταν κυβερνά ο βενιζελισμός, κυβερνούν οι Έλληνες και όταν κυβερνούν οι αντίθετοι αυτών, ότι κυβερνούν αλλοεθνείς». Σύμφωνα με άλλες καταθέσεις, τα μέλη των επαναστατικών επιτροπών, προκειμένου να στρατολογήσουν εθελοντές, επινοούσαν δεινά του προσφυγικού κόσμου. Στη Χρυσούπολη π.χ. ο ιερέας  Παπαστέφανος έλεγε ότι μετά την έκκρηξη του κινήματος εσφάγησαν στην Αθήνα 4.000 πρόσφυγες!

Φιλοβενιζελικές πηγές αναφέρουν ότι στις περιοχές ευθύνης του Δ΄ Σώματος Στρατού προσήλθαν να καταταγούν περίπου 8.000 άνδρες, ενώ οι αποθήκες διέθεταν είδη ένδυσης και οπλισμό μόνο για 5.000. Όμως σύμφωνα με μαρτυρικές καταθέσεις στο στρατοδικείο Καβάλας, από όλη την περιφέρεια Καβάλας κατατάχθηκαν μόνο 700 εθελοντές, μετά από πιέσεις και απειλές. Η πόλη -αναφέρει η πηγή- δεν έδωσε ούτε έναν και η Θάσος μόνο τέσσερις «πειναλέους» (εννοεί ότι κίνητρό τους ήταν η ημερήσια αμοιβή των 50 δρχ.).

Δυστυχώς γι’ αυτούς το Γ΄ Σώμα Στρατού της Θεσσαλονίκης παρέμεινε  τελικά πιστό στην κυβέρνηση (εκτός από την 6η Μεραρχία Σερρών), ενισχύθηκε με  επιστρατευμένους γηγενείς από χωριά της Θεσσαλονίκης και μετέφερε τμήματα στο Στρυμόνα, εναντίον των επαναστατών. Τα πάντα κρίθηκαν όταν έφτασε στο μέτωπο ο στρατηγός Γ. Κονδύλης, με στρατεύματα από τη νότια Ελλάδα. Την ώρα που οι νικητές βρίσκονταν έξω από την Καβάλα, ο Καμμένος και οι επιτελείς του κατέφυγαν μέσω Κομοτηνής στην Βουλγαρία.

Νωρίτερα την ιδια ημέρα, Κυριακή 10 Μαρτίου, ο αρχηγός του Στόλου Α. Σακελλαρίου, επικεφαλής μοίρας τριών πολεμικών πλοίων, φτάνει στον κόλπο της Καβάλας και βομβαρδίζει το αντιτορπιλικό «Έλλη» αλλά και τις θέσεις των κινηματικών μέσα στην πόλη. Οι βομβαρδισμοί προκαλούν πολλά θύματα στον άμαχο πληθυσμό και εκτεταμένες υλικές καταστροφές στην πόλη (βλ. παρακάτω).

Από την επαύριον της καταστολής του κινήματος εξαπολύεται κυνηγητό για τη σύλληψη των αξιωματικών και οπλιτών που είχαν λάβει μέρος στο κίνημα καθώς και των εθελοντών που είχαν πετάξει τα όπλα και είχαν επιστρέψει μεμονωμένοι στα χωριά τους. Η Διοίκηση Χωροφυλακής ζητεί τη συνεργασία των πολιτών,  επισημαίνοντας τις ευθύνες όσων παρέχουν άσυλο σε κινηματίες, ενώ οι Οικονομικές Εφορίες Καβάλας, Παγγαίου και Νέστου διενεργούν έρευνες για τον εντοπισμό και την κατάσχεση των περιουσιών τους.

Μέσα στην έξαψη των πολιτικών παθών διώχθηκαν και πολίτες που δεν είχαν ενεργό συμμετοχή στα γεγονότα. Πολλοί προφυλακίστηκαν χωρίς ουσιαστικά στοιχεία ή και παραπέμφθηκαν στα έκτακτα στρατοδικεία (βλ. σε επόμενο κείμενο). Αντικαταστάθηκαν επίσης οι παλιές πολιτικές και δημοτικές αρχές (ανάμεσά τους ο Δημαρχών Καβάλας Μ. Λολίδης), παύθηκαν εκατοντάδες δημοτικοί σύμβουλοι και απολύθηκαν υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών. Στη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου το δημοτικό συμβούλιο Καβάλας αποφάσισε τη μετονομασία των οδών Βενιζέλου, Επαναστάσεως, Στυλ. Γονατά και της πλατείας Βενιζέλου (σε Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου, Ίωνος Δραγούμη, 5/42 Ευζώνων και Στυλ. Μαυρομιχάλη, αντίστοιχα). Στα χωριά του Νομού τα νέα συμβούλια των κοινοτήτων εκδίδουν παρόμοια ψηφίσματα εναντίον του «εθνοκτόνου κινήματος» και ζητούν την αμείλικτη τιμωρία της «συμμορίας των ανταρτών». 

Την Τρίτη 12 Μαρτίου ενώπιον του λαού της Καβάλας ο στρατηγός Κονδύλης, εξέφρασε την ευχή να δοθεί ένα τέλος στον επάρατο διχασμό και «γηγενείς και πρόσφυγες, Παλαιοελλαδίται και Νεοελλαδίται, όλος ο Ελληνισμός ηνωμένος [...] να επιδοθή εις την αναδημιουργικήν εργασίαν».


Το κίνημα αποτέλεσε «θείον δώρο» για τους εχθρούς του Βενιζέλου και της Δημοκρατίας, αλλά και των προσφύγων. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που έγραψε στις 2 Μαρτίου ο μοναρχικός εκδότης του «Πρωινού Τύπου» Ν. Κρανιωτάκης: «Ένα κίνημα εγκληματικό και παράφρον όπως αυτό είναι δώρον θείον, το οποίον πέμπεται εξ ουρανού... Ο καθαρμός αυτήν την φορά πρέπει να είναι πλήρης. Απεριόριστος και απέραντος. Ό,τι υπήρχε προς εκκαθάρισιν μεταξύ αυτών και ημών, ό,τι απέμεινε εκ του παρελθόντος, θα λυθεί τώρα ριζικώς διά της σπάθης. Και δεν θα μείνει λίθος επί λίθου».

Έτσι κι εγινε: Μετά την καταστολή του κινήματος ακολούθησαν σαρωτικές εκκαθαρίσεις στο στρατό και στον κρατικό μηχανισμό και επιβλήθηκαν αντιδημοκρατικά μέτρα, που οδήγησαν στην πτώση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας, στην παλινόρθωση της Μοναρχίας και στην επιβολή της Δικτατορίας του Ι. Μεταξά τον Αύγουστο του 1936.




Ο βομβαρδισμός της Καβάλας

«Η “ναυμαχία της Καβάλλας”, όπως ωνομάσθη η επίθεσις του Εθνικού Στόλου κατά της “Έλλης” την πρωίαν της Κυριακής 10 Μαρτίου, θα μείνη ιστορική και θα την ενθυμούνται με φρίκην οι Καβαλλιώται». Έτσι αρχίζει η έρευνα της τοπικής εφημερίδας «Ελεύθερος Κήρυξ» της Δευτέρας 18 Μαρτίου, υπό τον τίτλο «Ο Απολογισμός του βομβαρδισμού της Καβάλας. Λεπτομερής περιγραφή των καταστροφών της πόλεως». Ο συντάκτης Σ.Κ. πραγματοποιεί αυτοψία στις γειτονιές και στους δρόμους των κεντρικών περιοχών της πόλης, εντοπίζει τα σημεία που επλήγησαν από τις οβίδες, καταγράφει τις υλικές καταστροφές και σημειώνει τα ονόματα των νεκρών και των τραυματιών:

«Εις τα Ποταμούδια μία οβίς εξερράγη εις την οικίαν του στιβαδόρου Χαρ. Δημητριάδου, φονεύσασα ολόκληρον την οικογένειαν, πατέρα, μητέρα, το παιδάκι των και την αδελφή του Δέσποινα» - «Άλλη οβίς εις το τέρμα της οδού Ομονοίας, εις το παντοπωλείον του κ. Αλέκου Τσατσούλη, εξ ης κατέρρευσε η νεόκτιστος οικία και το κατάστημα, εκ των θραυσμάτων δε εφονεύθη μία μητέρα με το παιδί της» - «Εις την περιοχήν του Αγίου Παύλου, οδός Πτολεμαίου, οικία του σωφέρ Χρ. Σχινά, εξερράγη ετέρα οβίς φονεύσασα τον βοηθόν φαρμακοποιόν Ιωάννην Σβαναδέλην» -  «Ετέρα εις την οδόν Ευριπίδου, εις την οικίαν του κ. Ευστ. Κουτσουράδη, φονεύσασα το κοριτσάκι του 1 και ¼ ετών».

«Μία εξερράγη εις τον Δημοτικόν Κήπον, έμπροσθεν στη Μεγάλη Λέσχη, εκ της οποίας έχουν σπάση όλα τα τζάμια της Λέσχης και του παραπλεύρως Δημαρχιακού Μεγάρου. Η δευτέρα εξερράγη εις τον κήπον της οικίας του κ. Ραϋμόνδου Μισραχή, τραυματίσασα τον Αλβανόν φύλακα Σ. Κιαζήμ. Η τρίτη εις το νεόκτιστον ναΐδριον της Μητροπόλεως. Η τετάρτη εις μίαν των καπναποθηκών της εταιρείας Γκλεν, παραπλεύρως της Εθνικής Τραπέζης... Εις την νεόκτιστον αποθήκην της Αυστροελληνικής, εις το πλυντήριον της οικίας του ιατρού κ. Τζημούρτα, εις την καπναποθήκην του Κούφλερ, όλαι αυταί άνευ θυμάτων». Παρόμοιες καταγραφές για το κέντρο της πόλης, τον Άγιο Παύλο, τα Ποταμούδια, τον Προφήτη Ηλία, τη Δεξαμενή, την Παναγία, τον Άγιο Ιωάννη, την Αγορά, ακόμη και για το Κιουτσούκ Ορμάν.

Βαρύ τίμημα πλήρωσε η πόλη μας για τη «συμμετοχή» της στο κίνημα του 1935. Το πρωί της 10ης Μαρτίου τα πολεμικά «Σπέτσαι», «Ύδρα» και «Ναύαρχος Κουντουριώτης», με επικεφαλής τον αρχηγό του Στόλου Α. Σακελλαρίου, εισήλθαν στον κόλπο της Καβάλας και από μεγάλη απόσταση άρχισαν να βάλλουν κατά του αντιτορπιλικού «Έλλη», που βρισκόταν ελλιμενισμένο στο εσωτερικό μέρος του κυματοθραύστη. Το ιστορικό πλοίο (ως γνωστόν βυθίστηκε τον Δεκαπενταύγουστο του 1940 στο λιμάνι της Τήνου από τορπίλη ιταλικού υποβρυχίου) είχε περάσει στα χέρια των στασιαστών και είχε σταλεί στην Καβάλα -μαζί με το «Αβέρωφ» και το υποβρύχιο «Λάμπρος Κατσώνης»- για να ενισχύσει την εδώ δύναμη των επαναστατών.

Τα πυροβόλα των κυβερνητικών πλοίων έβαλλαν αδιάκοπα επί μία ώρα και ένα τέταρτο, ρίχνοντας περισσότερες από 500 οβίδες! Άλλες εναντίον της Έλλης, που όμως προστατευόταν από το λιμενοβραχίονα, άλλες εναντίον των τριών εχθρικών πυροβολείων, που ήταν στημένα στο Σανατόριο, στην Καλαμίτσα και στο Φυλάκιο του Δημοτικού Φόρου (κοντά στο Πουλίδειο Γηροκομείο), κι άλλες στα «κουτουρού», με σκοπό την τρομοκράτηση των επαναστατών. Κι ενώ οι στρατιωτικοί στόχοι σχεδόν δεν επλήγησαν, οι περισσότερες βόμβες βρήκαν τις κεντρικές περιοχές της αμφιθεατρικής Καβάλας. Ο απολογισμός ήταν τραγικός: Τριάντα επτά (37) νεκροί, ανάμεσά τους αρκετά παιδιά, πολύ περισσότεροι τραυματίες ή και ακρωτηριασμένοι, οικογένειες που έχασαν τα σπίτια τους, κατεστραμμένες καπναποθήκες, μαγαζιά και χώροι εργασίας, απώλειες πολλών περιουσιών, ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές... 

Η "Έλλη" στο λιμάνι της Καβάλας
(Μάρτ. 1935), λίγες μέρες
πριν από το βομβαρδισμό της
Ο εμφύλιος βομβαρδισμός της Καβάλας υπήρξε αναμφίβολα μια ακραία έκφραση του «Εθνικού Διχασμού». Κι όμως υπό τις συνθήκες της πολιτικής πόλωσης, του στρατιωτικού νόμου και της λογοκρισίας, οι ανθρώπινες διαστάσεις του γεγονότος πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Τα μέλη της κυβέρνησης, οι νέες αρχές της πόλης και οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες (αθηναϊκές και τοπικές), θριαμβολογούν για τη συντριβή των στασιαστών, ενώ παραβλέπουν ή υποβαθμίζουν το δράμα των χιλιάδων αμάχων και αθώων ανθρώπων της πόλης. Στην καλύτερη περίπτωση αρκούνται σε στερεότυπες εκφράσεις λύπης και ενίοτε αισθάνονται την ανάγκη να δικαιολογήσουν τον βομβαρδισμό. Για παράδειγμα, ο τοπικός «Ταχυδρόμος» επιρρίπτει την πλήρη ευθύνη στον αρχιστασιαστή Καμμένο, «διότι  με το να οχυρώση διά πυροβολικού τα υψώματα της Καβάλλας και διά στόλου τον λιμένα κατέστησε ταύτην οχυρωμένην και συνεπώς δυναμένην πλέον να βομβαρδισθή υπό του κυβερνητικού στόλου».

Την «άπειρον συμπάθειαν της κυβερνήσεως» εξέφρασε και ο στρατηγός Κονδύλης κατά την επίσκεψή του στην Καβάλα, χωρίς περαιτέρω δεσμεύσεις προς τους πληγέντες. Οι ίδιοι οι παθόντες με Υπόμνημά τους προς τον πρωθυπουργό,  συγχαίρουν την κυβέρνηση «επί τη κεραυβοβόλω καταστολή του εθνοκτόνου κινήματος», αξιώνουν να προχωρήσει αδίστακτα «προς μίαν ριζικήν εκκαθάρισιν της χώρας από το μίασμα της βενιζελοπλαστηρικής νόσου» (!) και στη συνέχεια διατυπώνουν τα αιτήματά τους: Να βρεθεί στέγη για τους ανθρώπους που έχασαν τα σπίτια τους, να τους δοθούν είδη κλινοστρωμνής, να συσταθεί επιτροπή για την εκτίμηση των ζημιών, να κατεδαφιστούν τα ετοιμόρροπα σπίτια και να επισκευαστούν όσα είναι δυνατό, να χορηγηθεί σύνταξη στις οικογένειες των φονευθέντων κ.ά.

Τους συμπονούμεν, αλλά δεν τους θέλομεν...

Λόγω της μαζικής τους ένταξης στο βενιζελικό στρατόπεδο, μέχρι το 1930, οι πρόσφυγες βρέθηκαν στον έναν από τους δύο πόλους του «Εθνικού Διχασμού» και θεωρήθηκαν από τους αντιβενιζελικούς και τους μοναρχικούς ως υποχείρια του Βενιζέλου και ως απειλή για την πολιτική τους κυριαρχία. Κατά την αντίληψή τους, οι πρόσφυγες δεν είχαν καμία κοινοβουλευτική πολιτική κουλτούρα και συνεπώς δεν μπορούσαν να καθορίζουν τις τύχες της χώρας. Η λογική αυτή έφτανε συχνά μέχρι του σημείου της αμφισβήτησης των στοιχειωδών πολιτικών δικαιωμάτων των προσφύγων (του εκλέγεσθαι αλλά ακόμη και του εκλέγειν). «Τους συμπονούμεν», τόνιζε ο εκδότης της «Καθημερινής» Γεώργιος Βλάχος, κορυφαίος εκφραστής του αντιβενιζελικού στρατοπέδου, «αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα».

Όπως ήταν αναμενόμενο, η επικράτηση των αντιβενιζελικών κομμάτων στις εκλογές του 1933 σηματοδότησε την εφαρμογή μιας αντιπροσφυγικής πολιτικής. Ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης των Λαϊκών του Τσαλδάρη ήταν η απόσπαση των προσφυγικών συνοικισμών από τους Δήμους της Αθήνας - Πειραιά  και της Θεσσαλονίκης, η μετατροπή τους σε αυτόνομους δήμους και η ένταξή τους σε «βολικές» εκλογικές περιφέρειες. Έτσι γινόταν πραγματικότητα η επιθυμία των συντηρητικών γηγενών για τον κοινωνικό και πολιτικό αποκλεισμό των προσφύγων.

Την ίδια εποχή ο μοναρχικός εκδότης του «Πρωινού Τύπου» Νίκος Κρανιωτάκης ζητούσε να επιβληθή στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Ελληνες (!), ενώ το 1934 ο βουλευτής Σπετσών Περικλής Μπουρμπούλης έλεγε  από το βήμα της Βουλής προς τους πρόσφυγες συναδέλφους του ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης «είναι πιο Ρωμιοί από εσάς»!

Τα γεγονότα του Μαρτίου 1935 έδωσαν τροφή στην αντίθεση γηγενών – προσφύγων και μοιραία η καταστολή του κινήματος εξελίχθηκε σε πογκρόμ εναντίον των δεύτερων. Χαρακτηριστική είναι η τότε μαρτυρία εισαγγελικού λειτουργού της Θεσσαλονίκης: «[...] Ο κυβερνητικός στρατός, αποτελούμενος από ειδικά επιστρατευμένες κλάσεις παλαιοελλαδιτών, αφέθηκε σε πολλές περιπτώσεις από αξιοθρήνητους ηγέτες, να ξεσπάσει σαν μπουλούκι αγρίων εις βάρος του πληθυσμού. Λεηλασίες, δαρσίματα, βιασμοί γυναικών έδωσαν στην προέλαση εκείνη την μορφή εισβολής βάρβαρου στρατού σε ξένη χώρα. [...] Οι συλλήψεις έδιναν κι έπαιρναν. Τα μπουντρούμια των αστυνομικών τμημάτων γέμισαν ασφυκτικά. Ξυλοδαρμοί, τραυματισμοί, βασανιστήρια ήταν το αντικείμενο εκατοντάδων δικογραφιών που πέρασαν από το εισαγγελικό γραφείο». Μεγάλη έκταση πήραν και οι επιθέσεις οπλισμένων γηγενών εναντίον των σύνοικων προσφυγικών πληθυσμών. Στο Βόλο π.χ. το 1936 αντιβενιζελικοί μπράβοι έβαλαν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και μαζί με την περιουσία των προσφύγων έκαψαν κι ένα νεαρό πρόσφυγα...

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα δημοσιεύτηκε η μελέτη του Μικρασιάτη Αριστοκλή Ι. Αιγίδη, Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγας: ιστορική, δημοσιονομική, οικονομική και κοινωνική μελέτη του προσφυγικού ζητήματος, Αθήναι 1934. Η μελέτη εκθειάζει τεκμηριωμένα τη συμβολή των προσφύγων στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ζωή της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Παράλληλα όμως πρέπει να νοηθεί και ως αντίδραση ενός πρόσφυγα διανοούμενου στο συστηματικό διασυρμό της κοινότητάς του από τους βασιλόφρονες. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου