Από τις παράγκες του Βύρωνα στο συνοικισμό της Κηπούπολης

Από τις παράγκες του Βύρωνα στην Κηπούπολη*




Με την έλευση των χιλιάδων προσφύγων ο πληθυσμός της Καβάλας υπερδιπλασιάστηκε και η πόλη βρέθηκε ενώπιον ενός δυσεπίλυτου στεγαστικού προβλήματος. Όπως έχουμε αναφέρει στο παρελθόν, για τη στέγαση του νέου πληθυσμού διατέθηκαν τα ανταλλάξιμα μουσουλμανικά οικήματα, παράλληλα όμως υλοποιήθηκαν και μεγάλης κλίμακας στεγαστικά προγράμματα [1]:

Το 1923 το νεοσύστατο Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων κατασκεύασε κρατικά παραπήγματα στις περιοχές Κιουτσούκ Ορμάν, Αγίας Βαρβάρας και Αγίου Αθανασίου [2], ενώ από το 1924 μέχρι το 1930 ανεγέρθηκαν από το Υπουργείο Πρόνοιας οι μεγάλοι αστικοί προσφυγικοί συνοικισμοί [3]: η Καλλιθέα (Πεντακόσια) και η Αγία Βαρβάρα στις ανατολικές παρυφές της πόλης, οι Αμπελόκηποι (Χίλια και Δεκαοκτώ) και ο Βύρωνας - Γκιρτζή στις αδόμητες δυτικές περιοχές καθώς και ο συνοικισμός της ΕΑΠ στη Δεξαμενή.

Γύρω στα 1930 οι προσφυγικοί συνοικισμοί της Καβάλας στέγαζαν περίπου 2.300 οικογένειες. Πολλές από αυτές ήταν, κατά την ορολογία της εποχής, «κακώς εστεγασμένες», δηλ. διέμεναν σε παραπήγματα, παράγκες και υπόγεια των προσφυγικών συνοικισμών ή συστεγάζονταν στις προσφυγικές κατοικίες των δύο δωματίων. Ζούσαν δηλαδή σε οικήματα που δεν πληρούσαν τις στοιχειώδεις ανέσεις και δεν ικανοποιούσαν τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες [4].

Βέβαια μέχρι το 1950 πολλοί πρόσφυγες κατάφεραν να φτιάξουν δικά τους σπίτια (σε Αγία Παρασκευή, Ποταμούδια, Προφήτη Ηλία, Δεξαμενή, Άγιο Αθανάσιο κ.α.). Όμως το στεγαστικό πρόβλημα παρέμεινε άλυτο, κληροδοτήθηκε στις επόμενες γενιές και περιπλέχτηκε, αφού στις αρχικές προσφυγικές οικογένειες προστέθηκαν και οι «παραφυάδες», δηλ. των παιδιών τους. Πολλές διέμεναν σε σπίτια των κρατικών συνοικισμών, χωρίς όμως να έχουν κάποιο έγγραφο εγκατάστασης.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, σε μια Ελλάδα που αρχίζει κάπως να στέκεται στα πόδια της, γίνονται επιτακτικά τα αιτήματα της ανθρώπινης ζωής και της αξιοπρεπούς κατοικίας, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται ότι οι ανάγκες των αστών προσφύγων είχαν παραμεληθεί. Πανελλαδικά λοιπόν αρχίζουν να κατεδαφίζονται οι συνοικισμοί παραπηγμάτων και να υλοποιούνται διάφορα στεγαστικά προγράμματα με κρατική μέριμνα.

Το πρόβλημα της Καβάλας περιγράφεται το 1951 από το διευθυντή της Κοινωνικής Πρόνοιας Χ. Τσαταλμπασίδη: Οι μεγάλοι αστικοί προσφυγικοί συνοικισμοί διαθέτουν συνολικά 1.270 κατοικίες, που έχουν όλες δύο δωμάτια, κουζίνα, διάδρομο και αποχωρητήριο. Σ’ αυτές όμως στεγάζονται 1.700 οικογένειες,  άλλες συστεγασμένες, έχοντας κάθε μία από ένα δωμάτιο και κοινή τη χρήση της κουζίνας, και άλλες στεγασμένες στα υπόγεια των κατοικιών αυτών, που δημιουργήθηκαν από τους ενοίκους των. Έτσι έχουμε έναν αριθμό 430 οικογενειών αστέγων...

“Στην καπναποθήκη μείναμε σχεδόν δύο χρόνια. Μετά μας έβγαλαν
και άλλους τους πήγαν στα τούρκικα σπίτια και άλλους στις παράγκες 
που φτιάχτηκαν στην περιοχή του Κυρτζή και στην Αγία Βαρβάρα. 
Σε μια τέτοια ξύλινη παράγκα πήγαμε κι εμείς πίσω από την εκκλησία 
της Μεταμόρφωσης, εκεί που είναι σήμερα το γυμνάσιο του Βύρωνα
Στην παράγκα μείναμε για περίπου 30 χρόνια. Μετά το 1955 τις 
παράγκες τις γκρέμισαν κι όσοι μέναμε εκεί, μας έδωσε η Πρόνοια 
οικόπεδα και λίγα χρήματα και φτιάξαμε δικά μας σπίτια στην 
Κηπούπολη” (διασκευασμένο απόσπασμα από προσφυγική 
μαρτυρία - στη φωτ. οι "παράγκες" του Βύρωνα). 
Είναι όμως και οι περίπου 350 οικογένειες που κατοικούν στις παράγκες και στα παραπήγματα του Βύρωνα, της Αγ. Βαρβάρας και του Αγ. Αθανασίου. Οι περισσότερες είναι αρχικές προσφυγικές οικογένειες, που στεγάστηκαν πρόχειρα τότε, με προοπτική να τακτοποιηθούν οριστικά, άλλες είναι «παραφυάδες» κι άλλες που έχασαν τα παραπήγματά τους κατά τη βουλγαρική Κατοχή.

Έχουμε λοιπόν μπρος μας 800 προσφυγικές οικογένειες αναποκατάστατες, με φτωχά ακόμη τα οικονομικά μέσα, που ζητούν κατοικία μόνιμο, υγιεινή. Να σωθούν απ’ τη συστέγαση, το υγρό υπόγειο, την ξύλινη παράγκα, να απομακρυνθούν από την κατοικία που τις κατεβάζει στην κοινωνική κατωτερότητα.

Κατά τον Χ. Τσαταλμπασίδη, το πρόβλημα μπορούσε και έπρεπε να θεραπευτεί με τη χορήγηση οικοπέδων και μικρών δανείων «αυτοστέγασης». Τα αναγκαία οικόπεδα θα προέρχονταν από την επέκταση της πόλης, ενώ σε περίπτωση που όλη τη δαπάνη την αναλάμβανε το κράτος, τα κεφάλαια θα εξευρίσκονταν από την εκποίηση της Ανταλλάξιμης Περιουσίας. Ο συντάκτης υπολογίζει την αξία των ανταλλάξιμων της Καβάλας σε 70 δις δραχμές (παλαιάς εκδόσεως), ποσό υπερδιπλάσιο των 30 δις που απαιτούνται για την πλήρη επίλυση του στεγαστικού! [5].    

Προς αυτές τις κατευθύνσεις κινείται το πρόγραμμα της Κοινωνικής Πρόνοιας Καβάλας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 όλοι οι «κακώς εστεγασμένοι» υποβάλλουν υποχρεωτικά δηλώσεις για την οικογενειακή και στεγαστική κατάσταση, με βάση τις οποίες η Κοινωνική Πρόνοια συντάσσει πίνακες των δικαιούχων. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται οι πρόσφυγες του 1912-1924 αλλά και οι παραφυάδες οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στα σπίτια των συνοικισμών πριν από το 1936 (ή πριν από το 1940 στις παράγκες του Βύρωνα).

Έτσι από τις αρχές του 1954 αρχίζει να υλοποιείται το πρόγραμμα αυτοστέγασης, που περιλαμβάνει παραχώρηση οικοπέδων εμβαδού 250-300 τ.μ. και οικονομική ενίσχυση η οποία, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Πρόνοιας (με την επιτόπιον αγοράν εργασίας και υλικών), θα μπορεί να καλύψει τα 3/4 της συνολικής δαπάνης για την ανέγερση του σπιτιού. Οι οικογένειες με 3 μέλη θα παίρνουν 16.000 δραχμές, με 4-6 μέλη 22.000 και με 7 και περισσότερα μέλη 27.000 δρχ. Τα ποσά θα αποτελούν δάνειο εξωφλητέο σε 15 χρόνια (30 εξαμηνιαίες δόσεις) και θα καταβάλλονται τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών.

Οι δικαιούχοι, ανάλογα με την οικονομική τους ενίσχυση (16, 22 ή 27 χιλιάδες δρχ.), υποχρεούνται να ανεγείρουν τουλάχιστον ένα, δύο ή τρία δωμάτια, αντίστοιχα (φυσικά και κουζίνα, WC, χωλ), επιλέγοντας τύπο σπιτιού από τα προτεινόμενα σχέδια λαϊκής κατοικίας του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας (ισόγειες οικοδομές με μικροδιαφορές στη διαρρύθμιση των δωματίων). Μπορούν βέβαια να κατασκευάσουν και μεγαλύτερες  κατοικίες, όμως η επιπλέον δαπάνη θα βαρύνει τους ίδιους. Οι διαμένοντες στα παραπήγματα που θα κατεδαφιστούν μπορούν να πάρουν και να χρησιμοποιήσουν τα οικοδομικά υλικά.

Πρώτοι εντάχθηκαν στο πρόγραμμα οι παραπηγματούχοι του Βύρωνα, της Αγ. Βαρβάρας και του Αγ. Αθανασίου, στη συνέχεια και οι υπογειούχοι των Πεντακοσίων και των Χιλίων. Τον Ιανουάριο του 1955 δόθηκαν σε ισάριθμους δικαιούχους τα πρώτα 40 οικόπεδα στη περιοχή Δεξαμενής (εις την μεταξύ Βύρωνος, Χιλίων και Δεκαοκτώ περιοχήν) και άλλα 60 στη Χωράφα. Παράλληλα η Πρόνοια χορηγούσε δάνεια αυτοστεγάσεως και σε μεμονωμένους πρόσφυγες που μπορούσαν να αγοράσουν οικόπεδα με δικά τους χρήματα.

Μεγάλη ώθηση δόθηκε στο πρόγραμμα από τη στιγμή που η Κοινωνική Πρόνοια Καβάλας εξασφάλισε μια έκταση 150 στρεμμάτων στη θέση Καλαμίτσα, που ανήκε στο αγρόκτημα Όφμαν*[6]. Το κτήμα του Γερμανού Όφμαν είχε απαλλοτριωθεί το Μάιο του 1954 από το Υπουργείο Γεωργίας, με σκοπό την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων. Επειδή όμως η έκταση ήταν τεράστια (6.500 στρέμμ.), η Διεύθυνση Γεωργίας Καβάλας δεν είχε αντίρρηση να διαθέσει ένα τμήμα της στην Κοινωνική Πρόνοια για τις στεγαστικές ανάγκες πολλών προσφυγικών και άλλων φτωχών οικογενειών.

Το Δεκέμβριο του 1955 δημοσιεύεται η απόφαση παραχώρησης των 150 στρεμμάτων, στις αρχές του 1956 ο Νομάρχης Καβάλας εγκρίνει τη χρημοτοδότηση του προγράμματος και την Κυριακή 29 Ιανουαρίου 1956 γίνεται στην αίθουσα της Λέσχης Προσκόπων, παρουσία των τοπικών Αρχών και όλων των δικαιούχων, η κλήρωση των 100 πρώτων οικοπέδων του συνοικισμού που πρόκειται να ονομαστεί Κηπούπολις.

Στη σημερινή τελετή εκατό (100) οικογένειες προσφυγικές γλυτώνουν από την παράγκα και το υγρό υπόγειο που κατοικούσαν εδώ και 30 χρόνια και αποκτούν την κατοικία που πρέπει. Αυτή την εισαγωγική δήλωση περιέχει το δελτίο που διανεμήθηκε στους παρόντες πρόσφυγες και βέβαια τους όρους του προγράμματος. Με έμφαση αναφέρεται ότι ο δικαιούχος μπορεί να καλύψει το μερίδιο που του αναλογεί στο κόστος της κατασκευής, με την προσωπική του εργασία. Έτσι θα μπορεί να χτίσει και μεγαλύτερο σπίτι, όπως έγινε στην πρώτη εφαρμογή του προγράμματος: Οι 40 παραγκούχοι που πήραν οικόπεδα στην περιοχή μεταξύ Βύρωνος, Χιλίων και Δεκαοκτώ, έκτισαν ήδη διπλάσιους χώρους σε ημιδιώροφα σπίτια!


Στα τέλη Αυγούστου έχουν ολοκληρωθεί τα τοπογραφικά και αρχίζουν οι εργασίες πασσάλωσης όχι μόνο για τα 100 αλλά για τα συνολικά 260 οικόπεδα της έκτασης. Δεν έχει περάσει ούτε χρόνος από τότε που οι υπεύθυνοι έκαναν τις αυτοψίες στην περιοχή μεταξύ Διλοχίας και λαχανοκήπων Καλαμίτσης, για να επιλέξουν τον καταλληλότερο χώρο, και το απόγευμα της Κυριακής 9 Σεπτεμβρίου 1956 γίνεται η «εγκατάσταση» των δικαιούχων στα οικόπεδά τους. Οι τυχεροί της κλήρωσης ανεβαίνουν στο ύψωμα της Κηπούπολης και σύμφωνα με τις οδηγίες της Πρόνοιας, διά την μελλοντικήν αναγνώρισιν των οικοπέδων των, έκαστος έχει μεθ’ εαυτού τέσσαρας πασσαλίσκους λεπτούς μήκους ½ του μέτρου και κοινό νήμα (σπάγγον) περί τα 80 μέτρα.
 
Η πρώτη δόση του δανείου καταβάλλεται κανονικά, το πρόβλημα του νερού  αντιμετωπίζεται με την πρόχειρη επέκταση του δικτύου ύδρευσης και οι οικοδομικές εργασίες αρχίζουν αμέσως. Όμως στις αρχές του 1957 οι οικοπεδούχοι με υπόμνημά τους τονίζουν ότι το κόστος ανέγερσης των οικιών έχει υπολογιστεί 40-50% κάτω από το πραγματικό και συνεπώς τα ποσά που έλαβαν δεν καλύπτουν ούτε τη μισή δαπάνη κατασκευής. Καθώς όλοι τους είναι φτωχοί εργάται διαμένοντες εις παραπήγματα, αδυνατούν να ολοκληρώσουν τις εργασίες (το πολύ - πολύ να βάλουν και τα κεραμίδια). Ζητούν λοιπόν να αναθεωρηθεί η εκτίμηση στο πραγματικό κόστος κατασκευής και να τους δοθεί συμπληρωματική οικονομική ενίσχυση. Την εποχή αυτή, Φεβρουάριο του 1957, θα συσταθεί και ο Σύλλογος Αυτοστεγάσεως Προσφύγων Συνοικισμού Κηπουπόλεως - Καλαμίτσας για να προωθήσει τα αιτήματα των κατοίκων και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του νέου συνοικισμού.


Το Μάρτιο του 1957 ανακοινώνεται η δεύτερη φάση του προγράμματος. Όμως η σχετική πίστωση καθυστερεί έναν ολόκληρο χρόνο, παρά τις πιέσεις των τοπικών βουλευτών, και η κλήρωση για τα επόμενα 80 οικόπεδα γίνεται μόλις στις 30 Μαρτίου 1958. Τα ποσά ενίσχυσης έχουν αυξηθεί σε 21.850, 28.750 και 34.500 (για οικογένειες με έως 4, με 5-7 και με 8 και περισσότερα μέλη, αντίστοιχα) και στους δικαιούχους δίνεται πλέον η δυνατότητα να κτίσουν, μέσα σε έξι μήνες, σπίτι της αρεσκείας των με 1, 2, 3 δωμάτια κλπ.

Η Κοινωνική Πρόνοια ανακοινώνει ότι με τη διάθεση των 80 νέων οικοπέδων τακτοποιούνται όλοι οι «κακώς εστεγασμένοι», δηλ. όσοι διέμεναν σε παραπήγματα και στα υπόγεια των προσφυγικών συνοικισμών, και εντός του 1958 αναμένεται να αυτοστεγαστούν ακόμη 80-100 προσφυγικές οικογένειες, κατά προτεραιότητα πολυμελείς, από αυτές που διαμένουν εκτός των προσφυγικών συνοικισμών. 

Η Κηπούπολη, λοιπόν, συγκροτήθηκε ως συνοικία προσφύγων της πρώτης και δεύτερης γενιάς για να δώσει λύση στο ακανθώδες πρόβλημα της προσφυγικής στέγης. Όμως τα 150 στρέμματα των λαχανόκηπων της Καλαμίτσας και της Κηπούπολης δεν μπορούσαν να καλύψουν όλους τους δικαιούχους στεγαστικής αποκατάστασης. Από την επόμενη κιόλας χρονιά η Κοινωνική Πρόνοια ζητεί μία ακόμη μεγαλύτερη έκταση του κτήματος Όφμαν (πριν αρχίσει η διανομή του σε ακτήμονες καλλιεργητές και κτηνοτρόφους), επικαλούμενη ότι η Καβάλα στερείται άλλων οικοπεδικών χώρων για την εφαρμογή ανάλογων προγραμμάτων.

Το αίτημα φάνηκε λογικό, ευνόησε και η πολιτική συγκυρία κι έτσι στα μέσα του 1958 το Υπουργείο Γεωργίας αποδεσμεύει έκταση 427,250 στρεμμάτων για τις στεγαστικές ανάγκες μεγάλου αριθμού προσφυγικών και λοιπών δεομένων λαϊκής στέγης οικογενειών. Η έκταση αυτή φθάνει μέχρι τη δεξαμενή της Αγίας Παρασκευής, πάνω από το σημερινό 6ο Γυμνάσιο, περιλαμβάνοντας τη σημερινή συνοικία του Αγίου Λουκά (τότε ακόμη ονομαζόταν περιοχή Παναγούδας), η οποία θα άρχιζε να διαμορφώνεται πολύ αργότερα, στη δεκαετία του 1970.




                 
                                                        ● ● ● ● ● ●

πράξις εχθρική κατά της εξελίξεως της πόλεως”!*


Όπως είδαμε στο φ. 20 («Από τις παράγκες του Βύρωνα στην Κηπούπολη»), στη δεκαετία του 1950 η Κοινωνική Πρόνοια Καβάλας υλοποίησε ένα ευρύ πρόγραμμα αυτοστέγασης για τις “κακώς εστεγασμένες” προσφυγικές οικογένειες της πόλης, δηλ. γι’ αυτές που διέμεναν από τη δεκαετία του 1920 στα κρατικά παραπήγματα και στις παράγκες του Βύρωνα, της Αγ. Βαρβάρας και του Αγ. Αθανασίου, στα υπόγεια των προσφυγικών συνοικισμών ή που συστεγάζονταν στις κατοικίες των Χιλίων και των Πεντακοσίων. Καρπός αυτού του προγράμματος υπήρξε η δημιουργία του προσφυγικού συνοικισμού της Κηπούπολης (1956-1958).

Όλα αυτά είχαν θετική απήχηση στον Τύπο και στην κοινωνία της Καβάλας, αφού ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της πόλης και στην απαίτηση χιλιάδων ανθρώπων να αποκτήσουν αξιοπρεπή και υγιεινή κατοικία.

Υπήρξαν όμως και αντιδράσεις, ιδιαίτερα για την επιλογή του χώρου της Κηπούπολης, που εκφράστηκαν κατά κύριο λόγο από το συμπολίτη ιατρό Μιχαήλ Λολίδη. Ο πρώην Δήμαρχος Καβάλας (Αύγ. 1945 – Αύγ. 1950) μέσα από τις σελίδες της τοπικής «Πρωινής» υποστήριξε εξαρχής ότι ήταν λάθος η αναζήτηση χώρου εκτός σχεδίου πόλεως και ατυχής η επιλογή της βραχώδους πλαγιάς της Κηπούπολης.


Ο Λολίδης δεν αρνείται τις αρχές και την αναγκαιότητα του προγράμματος αυτοστέγασης, άλλωστε εισηγήθηκε την εντός της πόλεως εφαρμογή του, υποδεικνύοντας μάλιστα και κατάλληλους χώρους τόσον διά την οικοδόμησιν μονοκατοικιών όσον και διά την ανέγερσιν πολυκατοικιών λόγω ειδικών τοπογραφικών συνθηκών της πόλεως. Όμως την τελική επιλογή της Κηπούπολης τη θεώρησε επιζήμια για το Δήμο, για την εξέλιξη της πόλης και για τους ίδιους τους αυτοστεγαζόμενους.

Ο πρώην Δήμαρχος καταγράφει τα προβλήματα που θα προκύψουν από τη δημιουργία ενός νέου συνοικισμού απομακρυσμένου από την πόλη και εκτός πολεοδομικού σχεδίου: προβλήματα συγκοινωνίας, ύδρευσης, φωτισμού, υπονόμων, καθαριότητας, οδοποιίας κ.ά. Για την εξυπηρέτηση όλων αυτών των αναγκών θα επιβαρυνθεί ο ήδη ανεπαρκής προϋπολογισμός του Δήμου Καβάλας για αρκετά χρόνια, γεγονός που θα αποτελέσει τροχοπέδη στην ανάπτυξη της πόλης. Αναφέρεται ιδιαίτερα στο άμεσης προτεραιότητας έργο της ύδρευσης, για το οποίο ο Δήμος αναζητούσε επιχορήγηση 400.000 δρχ., τονίζοντας ότι η πρόχειρη υδροδότηση της περιοχής από το δίκτυο της Αγίας Παρασκευής (είχε αρχίσει πριν από τέσσερα χρόνια και ήταν ακόμη ημιτελές!) δημιουργούσε κινδύνους για τη γενική ύδρευση της πόλης!

Κατά τον Λολίδη, η επιλογή της Κηπούπολης θα είναι επιζήμια και για τους δικαιούχους, οι οποίοι τώρα ζουν το όνειρο της απόκτησης στέγης, αλλά σύντομα θα έρθουν αντιμέτωποι με δυσμενείς συνθήκες ζωής, τις οποίες απαριθμεί: Οι αυτοστεγαζόμενοι θα απομακρυνθούν από το κέντρο της πόλης, την αγορά και τους χώρους εργασίας (καπναποθήκες κ.ά.). Με τις δαπάνες για μετάβαση και επιστροφή από την πόλη, τις μεταφορές και την εξυπηρέτηση των άμεσων αναγκών θα αυξηθεί πολύ το κόστος ζωής τους. Εξ αιτίας της απόστασης και της έλλειψης συγκοινωνίας θα αποξενωθούν από τον υπόλοιπο πληθυσμό της πόλης, δεν θα μπορούν να μορφώσουν τα παιδιά τους, οι εργαζόμενοι δε θα μπορούν να τα επιβλέπουν και όλοι θα στερηθούν κάθε μορφή ψυχαγωγίας. Επίσης δε θα απολαμβάνουν τις δημοτικές φροντίδες και υπηρεσίες κλπ.

Απ’ όλα αυτά συνάγεται -γράφει ο Μ. Λολίδης- ότι το φλέγον ζήτημα της στεγαστικής αποκατάστασης αντιμετωπίστηκε με προχειρότητα και πνεύμα αβδηριτισμού. Και μόνον υπό το πνεύμα τούτο δύναται να εξαγγέλεται και διαφημίζεται η δημιουργία Κηπουπόλεως εκεί όπου δεν υπάρχει σταγών ύδατος!...

Επί της ουσίας αντίλογος στις απόψεις του Μ. Λολίδη δεν υπήρξε. Ο Ταχυδρόμος τον κατηγορεί για έλλειψη ευαισθησίας προς τους άστεγους συμπολίτες και αντιπαραθέτει το μεγάλο ενδιαφέρον του κόσμου να αποκτήσει οικόπεδο στην Κηπούπολη. Στα σύντομα δημοσιεύματα εκθειάζεται η περιοχή, η οποία εξασφαλίζει ευρύτητα χώρου διά κάθε μονοκατοικίαν, ήλιον, καθαράν ατμόσφαιραν και υπέροχον ορίζοντα και επισημαίνεται ότι θα τονωθεί τα μέγιστα και η επί της ενδοχώρας τουριστική κίνησις διά της μεγαλυτέρας αξιοποιήσεως της Καλαμίτσας.
Η Έρευνα προβάλλει την άποψη ότι πρέπει να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες του προγράμματος και να κτιστούν πολλά σπίτια, έστω και χωρίς νερό, φως, υπόνομο... Αυτά μπορούν να τα διεκδικήσουν αργότερα οι κάτοικοι της Κηπούπολης με το σύλλογό τους (όπως έγινε και με τους άλλους συνοικισμούς) και ο Δήμος είναι υποχρεωμένος να τους παράσχει όλες τις υπηρεσίες!

Ο Μ. Λολίδης απορρίπτει μετά βδελυγμίας τέτοιους “εκβιασμούς” ενάντια στο Δήμο και σ’ ολόκληρη την πόλη και επαναλαμβάνει ότι η δημιουργία συνοικισμού εκτός σχεδίου πόλεως εις άνυδρον και άγονον θέσιν είναι πράξις εχθρική κατά της εξελίξεως της πόλεως και επιζημία διά τους ως εις εξορίαν μακράν της πόλεως απομακρυνομένους δημότας μας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Κείμενα δημοσιευμένα στην εφημερίδα Μνήμη του Συλλόγου Μικρασιατών της Καβάλας, φ. 20, Ιαν. 2016, σελ. 8-10 και 21, Μάιος 2016, σελ. 18, αντίστοιχα.

[1] Στις επίσημες Απογραφές του 1920 και 1928 καταγράφονται στην Καβάλα 22.939 και 50.852 κάτοικοι, αντίστοιχα. Για τη στέγαση των προσφύγων και τα στεγαστικά προβλήματα της πόλης, βλ. τα άρθρα μας: «Καβάλα 1922-1930. Η στέγαση των προσφύγων και οι προσφυγικοί συνοικισμοί», Μνήμη 3 (Μάιος 2010), «Η Καβάλλα πρέπει ν’ αραιώση, γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος…», Μνήμη 8 (Ιαν. 2012) και «Η στέγασις εν Καβάλλα είναι φρικώδης...», Μνήμη 16 (Σεπτ. 2014).

[2] Τα κρατικά παραπήγματα: Το 1923 το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων ανήγειρε πρόχειρες και βραχυπρόθεσμες κατασκευές: 23 μονώροφες ξύλινες οικοδομές στην περιοχή Κιουτσούκ Ορμάν, κατά μήκος της σημερινής οδού Αρκαδίου. Κάθε μία έφερε 4 κατοικίες, αποτελούμενες από ένα δωμάτιο, κουζίνα και αποχωρητήριο. Οι «παράγκες» κατοικήθηκαν από 92 οικογένειες • Διάσπαρτες 40 διώροφες οικοδομές στη συνοικία Χαμιδιέ (Αγίας Βαρβάρας). Μέχρι τον όροφο ήταν κτισμένες με πέτρα και στη συνέχεια με καλαμωτή και είχαν ένα ή δύο δωμάτια, μαγειρείο και αποχωρητήριο. Αποτελούσαν 190 κατοικίες και κατοικήθηκαν από ισάριθμες οικογένειες • Επίσης 253 μονώροφα παραπήγματα του ενός δωματίου στην Αγία Βαρβάρα και σε οικόπεδα του Αγίου Αθανασίου. Έφεραν ανωδομή από τσατμά, ήταν χωρισμένα σε ομάδες και είχαν κοινά μαγειρεία και αποχωρητήρια. Κατοικήθηκαν από 253 οικογένειες.

[3] Οι αστικοί προσφυγικοί συνοικισμοί: Στα 1924-1930 το Υπουργείο Πρόνοιας ανήγειρε στα δυτικά της πόλης τους συνοικισμούς Χίλια, Δεκαοκτώ, Βύρωνος Γκιρτζή και στις ανατολικές παρυφές τα Πεντακόσια και την Αγία Βαρβάρα • Οι Αμπελόκηποι (Χίλια και Δεκαοκτώ) διέθεταν 75 και 18 διώροφες τετραπλοκατοικίες, αντίστοιχα. Στις συνολικά 372 κατοικίες (με δύο δωμάτια, κουζίνα και αποχωρητήριο) εγκαταστάθηκαν περισσότερες από 500 οικογένειες  Ο συνοικισμός Βύρωνος είχε 75 διώροφες τετραπλοκατοικίες, όπου εγκαταστάθηκαν κανονικά 300 οικογένειες. Ο συνοικισμός Γκιρτζή, κάτω από το ύψωμα της Αγίας Παρασκευής και μέχρι το Δημοτικό Στάδιο, με τις 16 διώροφες τετραπλοκατοικίες και τις 75 μονώροφες διπλοκατοικίες, στέγασε 214 οικογένειες • Ο συνοικισμός Καλλιθέα, γνωστότερος ως Πεντακόσια, συγκροτήθηκε από  96 τετραπλοκατοικίες διώροφες, σχεδόν τριώροφες λόγω της κλίσης του εδάφους. Στις 384 κατοικίες (των δύο δωματίων κλπ.) εγκαταστάθηκαν περίπου 600 οικογένειες προσφύγων (συστέγαση και κατοίκηση υπογείων) • Το όμορο αραιοκατοικημένο τμήμα της Αγίας Βαρβάρας είχε 89 μονώροφες λίθινες διπλοκατοικίες, που δε συγκροτούσαν οικιστική ενότητα. Κατοικήθηκαν από 160-180 οικογένειες • Εκτός από τους κρατικούς συνοικισμούς, το 1925-26 η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων ανήγειρε στη Δεξαμενή, σε οικόπεδα του Δήμου, 50 μονώροφες διπλοκατοικίες, στις οποίες εγκαταστάθηκαν 100 οικογένειες

[4] Το 1929 o τοπικός Κήρυξ με σειρά άρθρων υπό τον τίτλο “Η κόλασις της Καβάλας. Εικόνες αίσχους, φρίκης και αθλιότητος”, διεκτραγωδεί τις συνθήκες κατοίκησης χιλιάδων ανθρώπων. Αναφέρεται και στους προσφυγικούς συνοικισμούς Πεντακοσίων και Χιλίων: “Δυστυχώς και εδώ παρατηρείται η ιδία αθλιότης, μολονότι πρόκειται περί κατοικιών καινουργών, πληρούντων όλους τους όρους της υγιεινής. Τα αίτια είναι γνωστά. Εις έκαστον οίκημα στεγάζεται δυσανάλογος αριθμός οικογενειών [...]. Ένα δωμάτιον έχει παραχωρηθεί εις εκάστην προσφυγικήν οικογένειαν και εις το αυτό δωμάτιον γίνονται όλα. Επομένως η ανθυγιεινότης επικρατεί, η αθλιότης και η ασχήμια […]. Η οικογένεια πλήττει και δεν μπορεί να αναπτυχθή […].  Δεν είναι ωραίον ούτε ηθικόν να συντελείται εις ένα και το αυτό δωμάτιον, πολλάκις δε ταυτοχρόνως, ένας θάνατος, να συμβαίνη ένας τοκετός, να μαγειρεύονται φαγητά, να γίνωνται αι εργασίαι πλύσεως, να τρώγουν τα μέλη της οικογενείας, επίσης δε και να εργάζωνται. [...] Γενικώς αι κατοικιακαί συνθήκαι της πόλεως καθιστούν τον πολιτισμένον οικογενειακόν βίον αδύνατον”. Στον επίλογο ο συντάκτης τονίζει ότι “επιβάλλεται η στέγασις 2.792 οικογενειών που δεινοπαθούν” και “η αραίωσις 3.164 οικογενειών”, που οι περισσότερες διαμένουν «με συνωστισμόν πρωτοφανή» στα ανταλλάξιμα τουρκόσπιτα.

[5] Χ. Τσαταλμπασίδης, «Το πολύμορφο στεγαστικό πρόβλημα. Αποδεδειγμένη ανάγκη να κτιστούν 1.800 κατοικίαι εις την Καβάλαν», Έρευνα 1 (Καβάλα, 11/1951), 7-10. Ο συντάκτης τονίζει ότι, εκτός από τις προσφυγικές, υπάρχουν και 700 - 800 οικογένειες γηγενών αστέγων - ακτημόνων και άλλες 300 που διαμένουν σε τρώγλες και ετοιμόρροπα. Συνολικά η Καβάλα αντιμετωπίζει τη στεγαστική αποκατάσταση 1.800 οικογενειών οι οποίες «είναι δικαιούχες όχι με την απλή λογική, αλλά και με το νόμο που ψήφισε το κράτος».

[6] Το κτήμα (των κληρονόμων) του Γερμανού Αυγούστου Όφμαν εκτεινόταν στις σημερινές συνοικίες και περιοχές Αγίας Παρασκευής, Αγίου Λουκά, ΔΕΠΟΣ, Κηπούπολης, Καλαμίτσας, Μπάτη και Τόσκα, σε μια έκταση 6.500 στρεμμάτων (!). Το ελληνικό κράτος, ήδη από την απελευθέρωση του 1913 αμφισβητούσε την κυριότητα του ακινήτου και το διεκδικούσε ως δημόσια περιουσία. Στα χρόνια του Πολέμου 1940-1944 το κτήμα δημεύτηκε και το 1950 περιήλθε στο Δημόσιο ως εχθρική περιουσία. Ευχαριστώ το φίλο δικηγόρο Φάνη Γκερλεκτσή για το υλικό (ΦΕΚ, σχέδια κ.ά.) και για τις κατατοπιστικές πληροφορίες του σχετικά με το θέμα του παρόντος άρθρου.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου