Η "έξοδος" των Ελλήνων της περιοχής του Καρς και ο Νίκος Καζαντζάκης

Οι  πρόσφυγες του Καρς  


Πρόσφυγες είχαν καταφύγει στην Ελλάδα και πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μια από τις πιο τραγικές ιστορίες ξεριζωμού  και προσφυγιάς είναι αυτή των ελληνικών πληθυσμών του Καρς, περιοχής του Καυκάσου που σήμερα ανήκει στην Τουρκία (βλ. χάρτη παρακάτω).

Η περιπέτειά τους στο χώρο αυτό άρχισε το 1878. Με τη Συνθήκη του Βερολίνου η οθωμανική επαρχία του Καρς παραχωρήθηκε στη Ρωσία και έτσι άνοιξε ο δρόμος για τη μαζική μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών. Στις αγροτικές περιοχές του «Κυβερνείου» του Καρς, εγκαταστάθηκαν τότε περίπου 35.000 Πόντιοι από τις επαρχίες Τραπεζούντας, Σεβάστειας, Νεοκαισάρειας, Αμάσειας, Αργυρούπολης και Κερασούντας.


Το Μάρτιο του 1918 (με τη συνθήκη του Brest-Litovsk) η περιοχή επιστράφηκε στην Τουρκία και οι χριστιανικοί πληθυσμοί αναζήτησαν καταφύγιο στις ελληνικές κοινότητες του βορείου Καυκάσου και της νότιας Ρωσίας. Εξ αιτίας της ευνοϊκής έκβασης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η δεύτερη μετανάστευσή τους ήταν σύντομη και οι Έλληνες του Κάρς άρχισαν να επαναπατρίζονται την άνοιξη του 1919.

Όμως η κατάσταση στην περιοχή ήταν πλέον απελπιστική. Οι αντιπαραθέσεις των λαών της περιοχής (Γεωργιανών, Αρμενίων και Αζέρων), η ανεξέλεγκτη τρομοκρατική δράση αζερικών, κουρδικών και τουρκικών ένοπλων ομάδων και κυρίως η ανοιχτή πολεμική αναμέτρηση ανάμεσα στην εύθραυστη Δημοκρατία της Αρμενίας και τις ανασυντασσόμενες κεμαλικές δυνάμεις έθεταν σε άμεσο κίνδυνο την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου του Καρς.

Τότε η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στην περιοχή δύο αποστολές, μία πολιτική, με επικεφαλής τον Ιωάννη Σπυριδάκη, φίλο του Ελευθερίου Βενιζέλου, και μία ανθρωπιστική. Η δεύτερη συγκροτήθηκε από αξιωματούχους του Υπουργείου Κοινωνικής Περιθάλψεως και είχε αρχικά επικεφαλής το συγγραφέα Νίκο Καζαντζάκη, γενικό διευθυντή του Υπουργείου. Έφτασε στο Βατούμ τον Ιούλιο του 1919 με στόχο να ανακουφίσει τους Έλληνες πρόσφυγες και παράλληλα να διερευνήσει τις δυνατότητες είτε για την εκεί παραμονή τους, είτε για τη μετεγκατάστασή τους σε άλλες περιοχές του ευρύτερου χώρου, είτε, τέλος, για την οριστική μεταφορά τους στην Ελλάδα.


Κοσμάς και Μαρία Χαρπαντίδου,
Κρώμνη 1919
Η ελληνική κυβέρνηση θεωρούσε αρχικά ως προτιμότερη λύση την επιστροφή των Καρσιωτών στην κοιτίδα τους, το μικρασιατικό Πόντο. Όμως αυτό ήταν πλέον ανέφικτο λόγω της γρήγορης επικράτησης των κεμαλικών. Όπως είναι γνωστό, στις 14 Μαΐου 1919 οι δυνάμεις του Κεμάλ αποβιβάστηκαν στη Σαμψούντα για να θέσουν σε εφαρμογή την τελική πράξη της γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού.

Η λύση της παραμονής των Καρσιωτών στον τόπο τους φαινόταν επίσης αδύνατη. Οι ένοπλες τουρκικές ομάδες βρίσκονταν ήδη μέσα στα αρμενικά εδάφη και οι σφαγές των χριστιανικών πληθυσμών ήταν πλέον καθημερινές. Το Σεπτέμβριο του 1920 το Καρς θα έπεφτε στα χέρια των Τούρκων.

Συνεπώς το μόνο που απέμενε ήταν η έξοδος προς την Ελλάδα, λύση που πρότειναν απεγνωσμένα και οι εκπρόσωποι του ποντιακού πληθυσμού. Ίδια ήταν και η θέση του Καζαντζάκη, που διεκτραγωδούσε συνεχώς την κατάστασή τους στην ελληνική κυβέρνηση και επεσήμαινε τους ορατούς και τους επερχόμενους κινδύνους. Έγραφε στις 16 Αυγούστου 1919 προς τον προϊστάμενό του υπουργό Σ. Σίμο: «Η δευτέρα κατηγορία των Ελλήνων ανερχομένη εις υπέρ 100 χιλιάδας των επιθυμούντων εγκατάστασιν μόνον εν ελευθέρα Ελλάδι παρουσιάζει οξυτάτην την ανάγκην αρωγής. Ευρισκόμενοι μεταξύ αλληλοσυγκρουομένων φυλών κινδυνεύουσιν την στιγμήν ταύτην να εξολοθρευθώσι από τους προχωρούντας εκ της Αρμενίας και Αζερμπατζίας Κούρδους Ταρτάρους. Επιτροπαί εξ αυτών επανειλημμένως σπεύδουσι να εκλιπαρήσωσι δι’ εμού την Ελληνικήν Κυβέρνησιν να μη τους αφήσει να χαθώσι. Οι πλείστοι εγκατέλιπον ήδη την γλώσσα των καταστάντες τουρκόφωνοι ή ρωσόφωνοι και μετά τινα χρόνον δεν θα υφίστανται πλέον ως Ελληνες... Νομίζω επιβεβλημένον να μεταφερθώσι αμέσως εις Ανατολικήν Μακεδονίαν εγκαθιστάμενοι εις εκκενούμενα κτήματα από Μικρασιάτες και Θράκες πρόσφυγες».

Λίγο πριν την είσοδο των Τούρκων οι Καρσιώτες κατάφεραν να διαφύγουν στο Βατούμ, λιμάνι της Γεωργίας.  Μαζί τους πορεύτηκαν και πρόσφυγες από άλλες ελληνικές εστίες της περιοχής, που είχαν συρρεύσει στο Καρς. Από εκεί διαπεραιώθηκαν με ελληνικά πλοία στη Θεσσαλονίκη.


Χαρπαντίδου Δέσποινα από το χωριό Λάλογλη του Κάρς (προγιαγιά
του συμπολίτη μας δικηγόρου και συγγραφέα Κοσμά Χαρπαντίδη) -
Μαθητές στο Καρς, δεξιά ο Κοσμάς Χαρπαντίδης

Οι αποστολές των προσφύγων έγιναν σταδιακά από Απρίλιο 1920 μέχρι Φεβρουάριο 1921. Συνολικά μεταφέρθηκαν, με 23 ατμόπλοια, περίπου 53.000 άνθρωποι. Οι 30.000 ήταν από το Καρς και οι υπόλοιποι από άλλα μέρη του Καυκάσου. Όσοι επέζησαν αποκαταστάθηκαν σε αγροτικές περιοχές της βόρειας Ελλάδας. Στην απογραφή του 1928 καταγράφηκαν ως «πρόσφυγες προ της Μικρασιατικής Καταστροφής» 32.421 Καυκάσιοι.

Όπως προαναφέραμε, την τελευταία φάση της περιπέτειας των Καρσιωτών έζησε από κοντά ο Νίκος Καζαντζάκης, που επωμίστηκε το δύσκολο έργο της επί τόπου περίθαλψής τους, της μεταφοράς τους στην Ελλάδα και της αποκατάστασής τους στα χωριά της Μακεδονίας. Αυτή την εμπειρία του περιέγραψε αργότερα στο έργο του Αναφορά στον Γκρέκο (βλ. παρακάτω). 

● ● ● ● ● ●              ● ● ● ● ● ●




«… ούλε Καρσί παιδία»

Το χρονικό της προσφυγιάς των «Ποντοκαυκάσιων», από την ώρα του ξεριζωμού τους μέχρι την οριστική αποκατάστασή τους στη βόρεια Ελλάδα, είναι μια αληθινή τραγωδία.

Επτά με οκτώ χιλιάδες άνθρωποι δεν πρόλαβαν καν να επιβιβαστούν στα ελληνικά πλοία. Έσβησαν είτε καθοδόν για το Βατούμ είτε στις παραλίες του, κατά την πολύμηνη διαμονή τους σε άθλιες προσφυγικές κατασκηνώσεις. Άλλοι δεν άντεξαν στις μολυσματικές ασθένειες και στις κακουχίες του εξαντλητικού ταξιδιού, βδομάδες ολόκληρες μέσα σε πλοία όπου στοιβάζονταν χιλιάδες άνθρωποι και ζώα. Στη Θεσσαλονίκη αποβιβάστηκαν «αληθινά ανθρώπινα ερείπια, δεκατισμένοι από τας ασθενείας και στερούμενοι των πάντων…», όπως έγραφαν οι εφημερίδες της πόλης.

Εκεί τους περίμεναν ακόμη μεγαλύτερες δοκιμασίες. Μετά την οδυνηρή και ταπεινωτική εμπειρία του λοιμοκαθαρτηρίου στο Καραμπουρνάκι, οι πρόσφυγες στεγάζονταν σε ανθυγιεινές ξύλινες παράγκες και ζούσαν σε καραντίνα μέχρι και έξι μήνες, ώστε να μη μεταδώσουν επιδημίες (ευλογιάς, εξανθηματικού τύφου κ.ά.) στην πόλη.

Στους άθλιους αυτούς συνοικισμούς (κυρίως της Καλαμαριάς, αλλά και του Χαρμάν Κιοϊ - Ελευθερίου) αποδεκατίζονταν καθημερινά από την πείνα, το κρύο και τις αρρώστιες. Οι περιγραφές των εφημερίδων συγκλονίζουν: «Παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις ότι δεν θ' αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην», «οι Καυκάσιοι πρόσφυγες πεινώσι και λιμοκτονούν. Χθες πολλαί γυναίκες προσφύγων εθεάθησαν κλαίουσαι εις τας συνοικίας ζητούσαι άρτον…» κλπ.

Η μέριμνα για την υγιεινή τους ήταν σχεδόν ανύπαρκτη: «Τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλίαν κατάστασιν, και ενώ το πλείστον των προσφύγων είναι ασθενείς από την λιμοκτονίαν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφθάνουν να πιστοποιούν τους θανάτους!».

Στην καρδιά του χειμώνα, Χριστούγεννα του 1920, η τοπική «Επιτροπή Επικουρίας Καυκασίων» κάνει έκκληση για συγκέντρωση παλαιών και φορεμένων εσωρούχων και ενδυμάτων, καθώς μετά την καταστροφή των ρούχων τους στον κλίβανο, οι πρόσφυγες «ευρίσκονται μήνας τέσσερας (!!!) θεόγυμνοι, άνευ ουδεμίας περιβολής ή κλιμνοστρωμνής και ανυπόδητοι… διαμένουσι εξ αιδούς (από ντροπή) έγκλειστοι εις τους θαλάμους των, περιτετυλιγμένοι έκαστος, νυκτός και ημέρας, με ράκους ρυπαρού εφαπλώματος…»!.

Στα παραπήγματα της Καλαμαριάς στεγάζονταν και 400-450 ορφανά προσφυγόπουλα, ηλικίας 1-12 ετών, που οι γονείς τους είχαν υποκύψει στις κακουχίες της προσφυγιάς. Καμία μέριμνα δεν είχε ληφθεί για την εισαγωγή τους σε κάποιο ορφανοτροφείο.

Ο τύπος της Θεσσαλονίκης στηλιτεύει την αναλγησία των αρχών και της κοινωνίας για το δράμα των απομονωμένων και αγνοημένων προσφύγων. Όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά, «αν τους παραδίδωμεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλλίτερον».

Κατά το διάστημα της παραμονής των Καυκασίων προσφύγων στην Καλαμαριά πέθαναν 20-22 χιλιάδες άνθρωποι! Το μέγεθος της τραγωδίας αποτυπώνεται συγκλονιστικά στο δίστιχο ανώνυμου τραγουδιστή:


“Τσόλ κ’ έρημον Καράπουρουν, τριγύλ’ – τριγύλ’ ταφία
Ανοίξτε και τερέστε τα, ούλε Καρσί παιδία”

(Ακατοίκητο κι έρημο Καραμπουρνάκι, γύρω - γύρω μνήματα
ανοίξτε και κοιτάξτε τα, όλα εκεί παιδιά του Κάρς)


● ● ● ● ● ●              ● ● ● ● ● ●

Πόνεσα την αιώνια σταυρωνόμενη ράτσα μου...

(Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, κεφ. ΚΖ΄, "Καύκασος")


«Βρισκόμουν ακόμα στην Ιταλία, όταν έλαβα από την Αθήνα, από τον Υπουργό της Κοινωνικής Προνοίας, τηλεγράφημα αν δέχουμαι ν’ αναλάβω τη Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου με ειδική εντολή να πάω στον Καύκασο, όπου κινδύνευαν πάνω από εκατό χιλιάδες Έλληνες και να προσπαθήσω να βρω τρόπο να μετακομιστούν στην Ελλάδα, να σωθούν.

Πρώτη φορά παρουσιάζουνταν στη ζωή μου η ευκαιρία να μπω στην πράξη και να μην έχω πια να παλεύω με θεωρίες κι ιδέες και Χριστούς και Βούδες, παρά με ζωντανούς, σάρκα και κόκαλα, ανθρώπους. Χάρηκα· […] Δέχτηκα και για έναν άλλο λόγο: πόνεσα την αιώνια σταυρωνόμενη ράτσα μου, που κιντύνευε πάλι στο προμηθεϊκό βουνό του Καυκάσου. Δεν ήταν ο Προμηθέας, ήταν η Ελλάδα καρφωμένη πάλι από το Κράτος και τη Βία στον Καύκασο – αυτός είναι ο σταυρός ο δικός της – και φωνάζει. Φωνάζει όχι τους θεούς, φωνάζει τους ανθρώπους, τα παιδιά της, να τη σώσουν. Έτσι, ταυτίζοντας τα σημερινά παθήματα με τα αιώνια πάθη της Ελλάδας, υψώνοντας την τραγική σύγχρονη περιπέτεια σε σύμβολο, δέχτηκα.

Έφυγα από την Ιταλία, πέρασα από την Αθήνα, πήρα μαζί  μου μια δεκαριά διαλεχτούς συνεργάτες, τους περισσότερους Κρητικούς, κι έφυγα για τον Καύκασο, να δω από κοντά πώς θα μπορέσουν να σωθούν οι χιλιάδες αυτές ψυχές. Από το νότο οι Κούρδοι πετάλωναν όσους Έλληνες έπιαναν, κι από το βορρά οι μπολσεβίκοι κατέβαιναν με φωτιά και τσεκούρι· και στη μέση οι Έλληνες του Μπατούμ, του Σοχούμ, της Τυφλίδας, του Κάρς, κι όλο και στένευε γύρα από το λαιμό τους η θελιά, και περίμεναν, γυμνοί, πεινασμένοι, άρρωστοι, το θάνατο. Το Κράτος πάλι από τη μια μεριά, η Βία από την άλλη· οι αιώνιοι σύμμαχοι. […]

Ένα μήνα με τους συντρόφους γυρίζαμε τις πολιτείες και τα χωριά, όπου ήταν σκορπισμένες ελληνικές ψυχές, περάσαμε τη Γεωργία, μπήκαμε στην Αρμενία· απόξω από το Κάρς, τις μέρες εκείνες, είχαν πάλι πιάσει οι Κούρδοι τρεις Έλληνες και τους είχαν πεταλώσει σαν μουλάρια· είχαν φτάσει κοντά στο Κάρς κι ακούγαμε τα κανόνια τους μέρα νύχτα.

-Ένας από μας πρέπει να μείνει στο Κάρς, είπα, να μαζέψει όλους τους Έλληνες, άντρες και γυναικόπαιδα, τα ζωντανά τους και τα σύνεργα, και να μπει μπροστά να τους φέρει στο λιμάνι του Μπατούμ· έχω κιόλα κάμει την έκθεσή μου και ζητώ βαπόρια να ’ρθουν φορτωμένα τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα και να πάρουν στο γυρισμό το ψυχομέτρι. Ποιος θέλει να μείνει στο Κάρς; επικίντυνη η αποστολή του, να το ξέρει! Γύρα μας οι Έλληνες προεστοί του Κάρς είχαν μαζευτεί και άκουγαν∙ κρέμουνταν από το στόμα μας.[…]

-Μείνε εσύ, Ηρακλή, είπα· ο Θεός της Ελλάδας μαζί σου! […] Ύστερα από λίγες βδομάδες πρόβαλε στο Μπατούμ κατασκονισμένος, καταξεσκισμένος, κατάμαυρος, πήγαινε αυτός μπροστά, και πίσω του τσούρμο μεγάλο οι Έλληνες του Κάρς, με τα βόδια τους, τ’ αλόγατα, τα σύνεργα και στη μέση ο παπάς με το ασημένιο Βαγγέλιο της εκκλησιάς κι οι γέροι με τ’ άγια κονίσματα στην αγκάλη. Ξεριζώθηκαν και πήγαιναν πια στη λεύτερη Ελλάδα να ρίξουν καινούριες ρίζες. Ωστόσο είχαμε κι εμείς μαζέψει όλους τους Έλληνες της Γεωργίας […].

Έβλεπα γύρω μου άνδρες και γυναίκες και μικρά παιδιά, να στριγμώνουνται, πεινασμένοι, απελπισμένοι, να με κοιτάζουν στα μάτια και να περιμένουν από μένα τη σωτηρία· πώς μπορούσα να τους προδώσω; «Θα σωθώ ή θα χαθώ μαζί σας, τους έλεγα, μη φοβάστε, αδέρφια, όλοι μαζί!» Και πότε πάλι τους μιλούσα για τη βασανισμένη ράτσα μας, που αιώνες την παλεύουν και θένε να την ξεκάμουν οι βάρβαροι, η πείνα, η φτώχεια, οι σεισμοί, η διχόνοια, μα αυτή ’ναι αθάνατη, και να, χιλιάδες χρόνια ζει και βασιλεύει! Κι έτσι, έχοντας στο νου τους την Ελλάδα, μπόρεσαν, οι κακόμοιροι, και βάσταξαν. […]

Ύστερα από δυο εβδομάδες έφευγα από τον Καύκασο· είχαν αρχίσει να φεύγουν τα βαπόρια φορτωμένα ψυχομέτρι, έβλεπα την επέμβαση μου στην πράξη να φέρνει καρπό, έβλεπα κιόλα τους δουλευταράδες αυτούς Έλληνες να ριζώνουν στη Μακεδονία και στη Θράκη και να γεμίζουν σιτάρι, καπνό κι Ελληνόπουλα, τα παλιά μας ρημαγμένα, βαρβαροπατημένα χώματα· […]

Το βαπόρι ήταν γεμάτο ψυχές, που ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους και πήγαινα να τις μεταφυτέψω στην Ελλάδα. Ανθρώποι, αλόγατα, βόδια, σκάφες, κούνιες, στρώματα, άγια κονίσματα, Βαγγέλια, τσάπες και αξίνες, έφευγαν τους μπολσεβίκους και τους Κούρδους και δρόμωναν κατά τη λεύτερη Ελλάδα. Δεν είναι ντροπή να πω πως ήμουν βαθιά συγκινημένος· […]

Περάσαμε τη Μαύρη Θάλασσα, ξανάδαμε από μακριά, ηλιολουσμένη τώρα, γιομάτη περβόλια, μιναρέδες και χαλάσματα, την Πόλη. Οι συνταξιδιώτες μου συγκινημένοι έκαμαν το σταυρό τους και την προσκύνησαν· κι ένας έσκυψε από την πλώρα: «Κουράγιο! της φώναξε∙ κουράγιο, μωρή μάνα!». Κι όταν αντικρίσαμε τα ελληνικά ακρογιάλια, ο παπάς του Σοχούμ, που ταξίδευε κι αυτός μαζί μας, σηκώθηκε, πέρασε το πετραχήλι του και σήκωσε τα γέρικα χέρια του στον ουρανό: «Κύριε, Κύριε, φώναξε δυνατά, για να τον ακούσει ο Θεός, σώσον τον λαό Σου, βοήθα τον να ριζώσει στα καινούρια χώματα, να κάμει τις πέτρες και τα ξύλα εκκλησιές και σκολειά και να δοξάζει, στη γλώσσα που αγαπάς, τ’ όνομά Σου!»


Συνοικισμός Καυκασίων προσφύγων σε χωριό της Θεσ/νίκης
Περάσαμε τ’ ακρογιάλια της Θράκης και της Μακεδονίας, κεφαλώσαμε το Άγιον Όρος, μπήκαμε στο λιμάνι της Σαλονίκης. Έντεκα μήνες βάσταξε η θητεία μου· ολοένα κατάφταναν από τον Καύκασο βαπόρια φορτωμένα ανθρώπους και ζωντανά, έμπαινε αίμα καινούριο στις φλέβες της Ελλάδας. Γύριζα τη Μακεδονία και τη Θράκη, διάλεγα τα χωράφια και τα χωριά που είχαν αφήσει οι Τούρκοι, έκαναν κατοχή τα καινούρια αφεντικά· άρχιζαν να οργώνουν, να φυτεύουν, να χτίζουν. Μια από τις νόμιμες χαρές του ανθρώπου είναι, θαρρώ, να μοχτάει και να βλέπει πως ο μόχτος του φέρνει καρπό. […] Κι ακούω και τις καμπάνες από τις μελλούμενες εκκλησιές και τα παιδιά, στις αυλές των σκολειών, να  γελούν και να παίζουν· και μια μυγδαλιά ανθισμένη μπροστά μου∙ ν’ απλώσω το χέρι θα κόψω ένα κλαδί ανθισμένο. Γιατί, πιστεύοντας με πάθος κάτι που δεν υπάρχει ακόμα, το δημιουργούμε· ανύπαρκτο είναι ό,τι δεν ποτίσαμε αρκετά με το αίμα μας, για να μπορέσει να πάρει ανάκαρα να δρασκελίσει το σκοτεινό κατώφλι της ανυπαρξίας.

Όταν πια όλα τέλεψαν, ένιωσα απότομα την κούραση. Δεν μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, δεν μπορούσα να φάω, να κοιμηθώ, να διαβάσω, ήμουν εξαντλημένος. Ως τώρα, όσο κρατούσε η μεγάλη ανάγκη, είχα επιστρατέψει όλες μου τις δυνάμεις, κι η ψυχή στύλωνε το κορμί και δεν το άφηνε να πέσει· μα ευτύς ως τέλειωσε η μάχη, διαλύθηκε μέσα μου η επιστράτεψη, απόμεινε το κορμί ανυπεράσπιστο κι έπεσε. Μα είχα προφτάσει να εκτελέσω την εντολή που μου είχαν εμπιστευτεί, ήμουν λεύτερος κι έδωκα την παραίτησή μου· κι ευτύς γύρισα το πρόσωπό μου κατά την Κρήτη· να πατήσω το χώμα της, ν’ αγγίξω τα βουνά της, να πάρω δύναμη».


Κείμενα δημοσιευμένα στη "Μνήμη" του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας, φ. 6, Μάιος 2011, σελ. 6-7, υπό το γενικό τίτλο "Πριν 90 χρόνια - Οι πρόσφυγες του Καρς".  - Οι φωτογραφίες των προσώπων (της οικογένειας Χαρπαντίδη) και του Καρς προέρχονται από το αρχείο του κ. Γιώργου Χαρπαντίδη, γραμματέα της Λέσχης Ποντίων Καβάλας. Τον ευχαριστούμε για την παραχώρηση.  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου