Ένας γάλλος περιηγητής στο καραβάν-σεράι της Καβάλας πριν 470 χρόνια (1547)




Ένας γάλλος περιηγητής στο καραβάν-σεράι της Καβάλας πριν 470 χρόνια (1547)



Η πιο ενδιαφέρουσα περιηγητική μαρτυρία για την Καβάλα της πρώιμης οθωμανικής περιόδου προέρχεται αναμφίβολα από το Γάλλο γιατρό και φυσιοδίφη Pierre Belon, τη μεγάλη περιηγητική φυσιογνωμία του 16ου αιώνα, και περιλαμβάνεται στο έργο του Les observations de plusieurs singularitez et choses mémorables, trouvées en Grèce, Asie, Judée, Egypte, Arabie, et autres pays estranges, rédigées en trois livres, Paris 1553, σ. 56-61α (σε άλλες εκδόσεις: Paris 1554, σ. 54 κ.ε., 1588, σ. 123 κ.ε., 1638, σ. 128 κ.ε.).[1]

O Pierre Belon είναι αυθεντικός εκφραστής  της εποχής του αναγεννησιακού ουμανισμού, ερευνητής που αφοσιώνεται με πάθος στην αναζήτηση της αλήθειας. Γεννήθηκε το 1517 σ’ ένα μικρό χωριό της ιστορικής πόλης Le Mans της Γαλλίας και έκανε ιατρικές σπουδές στη χώρα του και στην Ιταλία. Τον κέρδισε όμως η αγάπη για τη φύση (ειδικότερα η παρατήρηση και μελέτη των φυτών, των ζώων, των πτηνών και των θαλασσίων ειδών) και έμεινε στην ιστορία κυρίως για τις σπουδαίες φυσιοδιφικές του εκδόσεις.
Από το 1546 βρέθηκε στην Ανατολή ως μέλος μιας μεγάλης διπλωματικής και συνάμα επιστημονικής αποστολής, με εντολή να μελετήσει τα ιατρικά φυτά και βότανα, καθώς και άλλα είδη που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην ιατρική και στη βιομηχανία.
Μετά την Κρήτη πέρασε στο βόρειο Αιγαίο (Λήμνο, Θάσο, Άγιο Όρος) και στη συνέχεια περιηγήθηκε την παράλια χώρα της Μακεδονίας και Θράκης, από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Κωνσταντινούπολη, συγκεντρώνοντας κάθε λογής πληροφορίες και καταγράφοντας όλα τα ενδιαφέροντα και αξιοπερίεργα.

Φθάνοντας στην Καβάλα το καλοκαίρι του 1547 ο Μπελόν βρήκε έναν πολύ όμορφο οικισμό. Κι όμως -τονίζει- “δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που ο τόπος ήταν έρημος και εντελώς κατεστραμμένος”. Κατά τη μαρτυρία του Γάλλου ταξιδιώτη, οι Τούρκοι επιστρέφοντας από τον πόλεμο της Ουγγαρίας (προφανώς από τη νικηφόρα μάχη του Μοχάτς, 1526) έφεραν μαζί τους τον εβραϊκό πληθυσμό που βρήκαν στις πόλεις Βούδα, Πέστη και Albaregal (ή Albareal) και τους εγκατέστησαν στη Δράμα, στις Σέρρες και στην Καβάλα Έτσι η εγκαταλειμμένη πόλη άρχισε να αναπτύσσεται και το 1547 ήταν ήδη ένας ανθηρός τόπος με 500 ανθρώπους, αφού στους πρώτους Εβραίους κατοίκους είχαν προστεθεί και Έλληνες από τις γύρω περιοχές και Τούρκοι.[2] Η Καβάλα, ζωντανή πια σ’ αυτήν την επίκαιρη θέση, “είναι ένα από τα κλειδιά της Μακεδονίας”.
Κατά τον Belon, η Καβάλα συνοικίστηκε στη θέση της αρχαίας πόλης “Βουκεφάλα”, που μετονομάστηκε έτσι από το Μ. Αλέξανδρο προς τιμή του αλόγου του, ενώ μέχρι τότε, στην απώτερη αρχαιότητα, έφερε το όνομα Chalastrea (Χαλάστρα;)! Στο συμπέρασμα αυτό τον οδηγούν οι πληροφορίες του Πλίνιου για τα μέρη όπου εγκαθιδρύθηκαν πόλεις με το όνομα Βουκεφάλα. O Μπελόν συνδυάζει τις αναφορές του Ρωμαίου συγγραφέα με τη θέση και τα γεωφυσικά χαρακτηριστικά της Καβάλας (το ότι είναι χτισμένη πάνω σε ένα λόφο που προεξέχει στη θάλασσα σαν ακρωτήρι και το ότι δεν απέχει παρά μόνο δύο λεύγες από τους Φιλίππους) και ταυτίζει την πόλη με τη Βουκεφάλα της Ελλάδας!

Στην Καβάλα ο Belon έμεινε τρεις (3) ημέρες, έτσι είχε την ευκαιρία να δει, να επισκεφτεί, να συγκεντρώσει πληροφορίες και να καταγράψει όλα τα αξιομνημόνευτα.
Περιγράφει λοιπόν το επιβλητικό βυζαντινό τείχισμα το οποίο ορθωνόταν στα υψώματα πάνω από την Καβάλα, χωρίζοντας τις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης. Δε χρησιμοποιείται πλέον ως αμυντικό οχυρό, αλλά τα τείχη και οι πύργοι του διατηρούνται ακόμη σε πολύ καλή κατάσταση. [3]
Αναφέρεται επίσης στο λιμάνι της πόλης: είναι μεγάλο, αλλά δεν προστατεύεται από όλους τους ανέμους. Σε συχνές περιπτώσεις τρικυμίας οι άνθρωποι τραβούν τα πλοία και τις βάρκες στην ξηρά.
Δεν παραλείπει βέβαια τα μεγάλα έργα υποδομής που έγιναν στη νεόδμητη πόλη γύρω στα 1530 από τον “Abrahin” (Ιμπραήμ) πασά, βεζύρη του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς:[4] το εντυπωσιακό Υδραγωγείο (Καμάρες), με το οποίο το πολύτιμο νερό έφτανε σε κάθε σημείο της πόλης, δίνοντας της ζωή· τα λουτρά και τις κρήνες· το μεγάλο μου­σουλμανικό τέμενος του Ιμπραήμ πασά· τον «καρμπασαρά» (καραβάν-σεράι), δηλ. το μεγάλο πανδοχείο που τον φιλοξένησε.
Η αναφορά στις Καμάρες περιλαμβάνει κι ένα αξιοπρόσεκτο σημείο: Ο Μπελόν αποδίδει βέβαια το έργο στο Μεγάλο Βεζύρη, σημειώνει όμως ότι αυτός αναστήλωσε – αποκατέστησε (“restaura”) το υδραγωγείο κι όχι ότι το έκτισε εξαρχής (πιστεύει μάλιστα ότι το παλαιότερο υδραγωγείο ήταν έργο των βασιλέων της Μακεδονίας). Η έμμεση μαρτυρία για την ύπαρξη παλαιότερου υδραγωγείου πρέπει να θεωρηθεί αξιόπιστη, καθώς αναμφίβολα βασίστηκε σε πληροφορίες εντόπιων. Οι πληροφορητές του γάλλου επισκέπτη ήταν αυτόπτες μάρτυρες της κατασκευής του υδραγωγείου (ορισμένοι ίσως και να είχαν εργαστεί εκεί, αφού δεν είχαν περάσει από τότε παρά μόλις 20 χρόνια) και γνώριζαν τι υπήρχε στο χώρο εκείνο πριν από την ανοικοδόμηση των Καμαρών.[5]
Ο περιηγητής εντυπωσιάζεται και από τις δημόσιες κρήνες που βρίσκονταν μέσα στην πόλη και έξω από τις πύλες της για να εξυπηρετούν τους ταξιδιώτες και τα άλογά τους. Στο χτίσιμό τους είχαν χρησιμοποιηθεί ρωμαϊκές επιτύμβιες πλάκες από μάρμαρο, τις επιγραφές των οποίων ο Μπελόν απαθανατίζει στο κείμενό του. Μία από αυτές, της 35χρονης ρωμαίας ιέρειας Cornelia Asprilia, που είχε τοποθετηθεί ως σκάφη σε κεντρική κρήνη, δίπλα στο μεγάλο τζαμί, σώζεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καβάλας. 

Εσωτερική αυλή σε καραβάν-σεράι της Μικράς Ασίας

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πληροφορίες του Μπελόν για το “καραβάν-σεράι” της Καβάλας, το “ξενοδοχείο” όπου διέμεινε το τριήμερο της παραμονής του στην πόλη.
Τα καραβάν-σεράγια  ήταν ένας ιδιαίτερος τύπος δημοσίου κτηρίου που έκτιζαν οι Τούρκοι στις κατακτημένες περιοχές, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της κυριαρχίας τους, και το οποίο λειτουργούσε ως χώρος προσωρινής διαμονής, ξεκούρασης και ανεφοδιασμού των ταξιδιωτών, κυρίως των εμπόρων. Τέτοιοι χώροι φιλοξενίας υπήρχαν σε όλα τα αστικά εμπορικά κέντρα του βαλκανικού χώρου, σε πόλεις που βρίσκονταν πάνω σε βασικούς εμπορικούς δρόμους (π.χ. Αδιανούπολη – Κωνσταντινούπολη – Καβάλα – Θεσσαλονίκη …) και σε κανονικές αποστάσεις μεταξύ τους. Κάποιες μεγάλες πόλεις είχαν περισσότερους από ένα. [6]
Τα κτήρια αυτά διακρίνονταν για την τυποποιημένη αρχιτεκτονική τους, που διατηρήθηκε αναλλοίωτη στο πέρασμα των αιώνων. Ήταν διώροφα θολοσκεπή οικοδομήματα, που αναπτύσσονταν σε τέσσερις πτέρυγες γύρω από μία ανοιχτή κεντρική αυλή. Στο επάνω μέρος αναπτύσσονταν συνήθως οι σειρές των δωματίων και στο ισόγειο βρίσκονταν οι στάβλοι των ζώων και οι αποθήκες για τα εμπορεύματα. Οι βαριές θύρες τους έκλειναν το βράδυ, παρέχοντας προστασία στους ανθρώπους, στα φορτία και στα υποζύγια τους.
Το καραβάν-σεράι της Καβάλας ήταν ένα από τα πολλά έργα που προσέφερε στην πόλη ο Ιμπραήμ πασάς, με το θεσμό του βακουφιού (υδραγωγείο, ανοικοδόμηση τειχών, μεγάλο συγκρότημαkülliye” ή “ιμαρέτ”, με τζαμί, πτωχοκομείο, σχολεία, αγορά, χάνια, χαμάμ, κρήνες κ.ά.), έργα που συνέβαλαν στην ανασυγκρότηση της πόλης και στην αποκατάσταση των αστικών λειτουργιών της. Κατελάμβανε το βόρειο μέρος της σημερινής κεντρικής πλατείας (μεταξύ των σημερινών οδών Ι. Δραγούμη, Ομονοίας και Δοϊράνης) και είχε έκταση 2.875 τετρ. μέτρων.[7]

Γράφει λοιπόν ο Pierre Belon: «Θέλοντας να καταλάβετε ότι δεν υπάρχουν καθόλου ξενοδοχεία στην Τουρκία, θα σας μιλήσω για ένα μεγάλο κτήριο που έκτισε ο Ιμπραήμ πασάς στην Καβάλα και το οποίο οι Τούρκοι ονομάζουν καρβασαρά (carbachara). Παραπλεύρως ανήγειρε επίσης ένα τζαμί συνεχόμενο με τον ξενώνα, όπου βρίσκουν κατάλυμα και τρέφονται όλοι οι περαστικοί. Κι εγώ ο ίδιος μαζί με τους δύο συντρόφους μου και τα ζώα μας καταλύσαμε και τραφήκαμε εκεί για τρεις ημέρες, χωρίς καμία απολύτως ενόχληση και χωρίς κανείς να μας ζητήσει τίποτε για πληρωμή.
Θα μου δοθεί αφορμή να αναφέρω κι άλλες φορές στη συνέχεια το όνομα του καρβασαρά, γι’ αυτό κρίνω σκόπιμο να λάβω αυτόν τον ξενώνα ως παράδειγμα για τους άλλους. Δεν μπορώ να το αποδώσω με κάποια άλλη λέξη στη γαλλική, έτσι το λέω καρβασαρά. 
Επειδή δεν υπάρχουν άλλα είδη ξενώνων στην επικράτεια των Τούρκων, η μόνο δυνατότητα να καταλύσουν οι διαβάτες είναι σ’ αυτά τα δημόσια οικήματα που ονομάζονται Carbachara. Αυτά κτίστηκαν κατά  διαφόρους  τρόπους,  αλλά ο πλέον  κοινός είναι ότι οι μεγάλοι άρχοντες (seigneurs) που έγιναν πλούσιοι, θέλοντας να κάνουν κάποια αγαθοεργία σ’ αυτόν τον κόσμο και αναλογιζόμενοι ότι ένα τέτοιο έργο θα ήταν επωφελές για τη σωτηρία τους, ανήγειραν τέτοια οικήματα φιλανθρωπίας… Έτσι κάνουν έργα για την κοινή ωφέλεια, όπως κάποια ωραία γέφυρα ή ένα καλόν καρβασαρά, τον οποίον ενώνουν με ένα ωραίο τζαμί και κάμνουν επίσης κι ένα ωραίο δημόσιο λουτρό.   
Αυτοί οι πλούσιοι άρχοντες εξασφαλίζουν τη συντήρηση και λειτουργία του καρβασαρά και του τζαμιού, χορηγώντας κάθε χρόνο μεγάλα ποσά για τα γενικά έξοδα, για τα ξύλα, για τους θρησκευτικούς λειτουργούς, τους “μουεζίνηδες”, που καλούν τους πιστούς σε προσευχή, ακόμη για το κερί και το λάδι που χρησιμοποιούνται στο τζαμί, για τα υλικά του μαγειρείου και τους υπηρέτες που διανέμουν το φαγητό στους ταξιδευτές.
Όσοι φθάνουν σ’ αυτά τα καταλύματα πρέπει να έχουν μαζί τους όλα τα απαραίτητα σκεύη και έπιπλα, δηλ. πάπλωμα ή κουβέρτα ή στρώματα, ασπρόρουχα για τον ύπνο κ.ά. Διότι εκεί βρίσκει κανείς μόνο μικρά αδειανά δωμάτια...
Κι όταν είναι έτοιμο το φαγητό, όποιος θέλει να γευματίσει πρέπει να παρουσιαστεί με το σκεύος του για να πάρει τη σούπα του. Δίνουν επίσης κρέας και ψωμί. Σε κανένα δεν αρνούνται, είτε είναι ιουδαίος, είτε χριστιανός, είτε ειδωλολάτρης, είτε Τούρκος. Συνήθως δίνουν σούπα από τραχανά ή μποχούρτ ή άφκο ή ρύζι. Το μποχούρτ το φέρνουν από τη Μυτιλήνη, όπου το φτιάχνουν με σιτάρι και ξινόγαλα. Τον άφκο και το ρύζι τα προμηθεύονται από την Αίγυπτο. Κανένας Τούρκος, όσο πλούσιος και να είναι, δεν αρνείται το κατάλυμα του καρβασαρά και τη δωρεά παρεχόμενη τροφή. Είναι συνήθεια του τόπου…».

Τυπικό σχέδιο καραβάν-σεράι

Στις ίδιες σελίδες με τις περιγραφές και τις πληροφορίες για τον τόπο και τα μνημεία της περιοχής Φιλίππων και Καβάλας, ο αναγνώστης θα βρει και πλήθος γοητευτικών αναφορών για τη φυσική ζωή, τα φυτά, τα πουλιά, τα ζώα, τα ψάρια κ.ά. Ένα παράδειγμα με “προσωπικό ενδιαφέρον”: Μας πληροφορεί ότι μετά την Καβάλα, στη λίμνη Bistonius, δηλ. τη Βιστωνίδα, ψαρεύουν σε μεγάλες ποσότητες μικρά ψάρια που μοιάζουν με λευκίσκους (ables), τα οποία οι Έλληνες της Μπουρού, δηλ. του Πόρτο-Λάγους, ονομάζουν λιλίνγκα, αλλά στην Κωνσταντινούπολη τα λένε λικουρίνους!
Ιδιαίτερη σημασία έχουν όμως και οι εθνολογικές παρατηρήσεις του Belon: Σ’  όλες τις πόλεις της ανατολικής Μακεδονίας επι­κρατούσε ακόμη ο παλιός ελληνικός πληθυσμός και οι κάτοικοι τους μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, εκτός βέβαια από τους Εβραίους που μιλούσαν ισπανικά και γερμανικά. Μόνο έξω από τις Σέρρες οι χω­ρικοί χρησιμοποιούσαν παράλληλα με την ελληνική και τη σερβική γλώσσα. 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Κ. Λυκουρίνου, «Η Καβάλα της Τουρκοκρατίας στα κείμενα των ξένων περιηγητών», Υπόστεγο 8-9 (Καβάλα, φθιν. 1997) 166-206.
[2] Belon, ό.π., σ. 59. Το κείμενο του Μπελόν στο σημείο αυτό είναι ασαφές. Πεντακόσιοι (500) ήσαν οι Εβραίοι ή συνολικά οι κάτοικοι της πόλης; Πιο λογικό φαίνεται το δεύτερο. Για τα δημογραφικά δεδομένα του 16ου αι., Κυριάκου Λυκουρίνου, «Η Καβάλα της Οθωμανικής περιόδου (τέλη 14ου αι.- 1912). Η παλιά πόλη - συνοικία της Παναγίας» στο Η παλιά πόλη της Καβάλας (7ος π.χ. – 20ος αι. ) Ο χώρος, οι άνθρωποι, τα τεκμήρια της ιστορίας, έκδ. Εξωραϊστικού  Πολιτιστικού Συλλόγου Παναγίας “Το Κάστρο”,  Καβάλα 2005, τ. 1, σ. 64-67.
[3] Πρόκειται για το τείχος από τις Καμάρες μέχρι το “Σανατόριο”, το μακρό τείχος που έκτισε ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος το 1307 για να ελέγχει τη μοναδική διάβαση από τη Μακεδονία στη Θράκη.
[4] Βλ. Κ. Λυκουρίνου, «Η οθωμανική Καβάλα. Από την καταστροφή στην ανασυγκρότηση της πόλης. Τα μεγάλα δημόσια έργα, οι εποικισμοί, οι εξισλαμισμοί», http://lykourinos-kavala.blogspot.gr/2017/01/blog-post_29.html
[5] Βλ. Κ. Λυκουρίνου, «Οι Καμάρες - Το ιστορικό Υδραγωγείο της Καβάλας», http://lykourinos-kavala.blogspot.gr/2017/02/blog-post_29.html
[6] Για τα καραβάν-σεράι (λέξη περσικής προέλευσης: kârvânserây ή karban-saraî), βλ. Πασχάλης Ανδρούδης, «Το Μεγάλο Καραβάν-Σεράϊ (Büyük Kervansarayι) της Θεσσαλονίκης. Ιστορικές και Αρχαιολογικές μαρτυρίες» [Historical and archaeological evidence on the great KaravanSeray (Büyük Kervansarayι) of Thessaloniki]», όπου και βιβλιογραφία. http://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/view/5567/5311
[7] Βλ. χάρτη μας στο Κυριάκου Λυκουρίνου, «Η Καβάλα της Οθωμανικής περιόδου (τέλη 14ου αι.- 1912)…», ό.π., σ. 84 και στο Νεάπολις - Χριστούπολις - Καβάλα, Οδοιπορικό στο χώρο και στο χρόνο της παλιάς πόλης, έκδ. Δήμου Καβάλας, σ. 62.

Από το "Διάγραμμα Ρυμοτομίας της πόλεως Καβάλλας" του 1923, όπως το επεξεργάστηκε η Αιμ. Στεφανίδου (βλ. χάρτη στο Αιμ. Στεφανίδου, Η πόλη - λιμάνι της Καβάλαςκατά την περίοδο της τουρκοκρατίας. Πολεοδομική και ιστορική διερεύνηση (1391-1912), εκδ. Ι.Λ.Α.Κ., Καβάλα 2008.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου