Καβάλα 1922-1930. Η στέγαση των προσφύγων και οι προσφυγικοί συνοικισμοί




Καβάλα 1922-1930
Η στέγαση των προσφύγων και οι προσφυγικοί συνοικισμοί




  
Η στέγαση των χιλιάδων προσφύγων της Καβάλας αποτέλεσε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα. Με τον ερχομό τους οι ξεριζωμένοι διέμεναν σε σκηνές ή εύρισκαν καταφύγιο σε παράγκες και εγκαταλειμμένα κτήρια, σε σχολεία, εκκλησίες και τζαμιά, σε ξενοδοχεία, χάνια και λέσχες, κυρίως όμως σε καπναποθήκες.

Η επίταξη των δημόσιων και ιδιωτικών κτηρίων (με νόμους του Νοεμβρίου 1922), δεν μπορούσε παρά να είναι προσωρινό μέτρο, καθώς δυσχέραινε την κοινωνική και οικονομική ζωή, προκαλούσε αναστάτωση και ξεσήκωνε αντιδράσεις. Ωστόσο εκατοντάδες οικογένειες έμειναν στις επιταγμένες καπναποθήκες για μήνες, ορισμένες μέχρι και δύο χρόνια!

Το 1924 η Καβάλα εκκενώθηκε από το μουσουλμανικό πληθυσμό της και τα οικήματα των ανταλλάξιμων Τούρκων (συνολικά 1.975 σπίτια, τζαμιά και ιδρύματα) διατέθηκαν για τη στέγαση των προσφύγων. Η τοπική «Επιτροπή Στεγάσεως» εγκατέστησε σ’ αυτά περισσότερες από 7.000 οικογένειες, παραχωρώντας σε καθεμιά ένα δωμάτιο.

Όμως τα ανταλλάξιμα δεν επαρκούσαν για τις ανάγκες του προσφυγικού πληθυσμού, ενώ πολλά ήταν σε άθλια κατάσταση. Στο «Παμπροσφυγικό Συνέδριο» του 1925 ο πληρεξούσιος της Καβάλας ανέφερε ότι 1.500 οικογένειες διέμεναν σε τρώγλες, ενώ και ο υπουργός Προνοίας Μισυρλόγλου χαρακτήριζε τη στέγαση στην Καβάλα ως «φρικώδη».


Τα κρατικά παραπήγματα

Οι παράγκες  (παραπήγματα του Τ.Π.Π.) του Βύρωνα
Οριστική λύση στο στεγαστικό πρόβλημα δεν μπορούσε να δοθεί παρά μόνο με την κατασκευή νέων οικημάτων. Τα πρώτα προγράμματα υλοποιήθηκαν το 1923 από το νεοσύστατο Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), μέσω του Τοπικού Συμβουλίου Προνοίας και Στεγάσεως Προσφύγων. Κατά την πρώτη αυτή περίοδο το κράτος λόγω της επείγουσας ανάγκης και των ισχνών οικονομικών του επιλέγει τη λύση των πρόχειρων και βραχυπρόθεσμων κατασκευών.

Σε ανταλλάξιμα οικόπεδα της περιοχής Κιουτσούκ Ορμάν, λίγο ανατολικότερα από την κατοπινή συνοικία του Βύρωνα, κατά μήκος της σημερινής οδού Αρκαδίου,  κατασκευάστηκαν 23 μονώροφες ξύλινες οικοδομές. Ήταν ενωμένες μεταξύ τους σε σειρές, είχαν λίθινα θεμέλια, ξύλινη ανωδομή και στέγη μάλλον από πισσόχαρτο. Κάθε οικοδομή έφερε 4 κατοικίες, αποτελούμενες από ένα δωμάτιο, κουζίνα και αποχωρητήριο. Οι «παράγκες» κατοικήθηκαν από 92 οικογένειες μέχρι τη δεκαετία του 1950 που άρχισε η κατεδάφισή τους.

Στη συνοικία Χαμιδιέ (Αγίας Βαρβάρας), σε ανταλλάξιμα οικόπεδα των οδών Κολοκοτρώνη, Σανταρόζα, Μ. Μπότσαρη, Κανάρη, Σαχτούρη, Αγ. Βαρβάρας, Γκούρα και Καραϊσκάκη, ανεγέρθηκαν 190 κατοικίες, ομαδοποιημένες σε περίπου 40 διώροφες οικοδομές. Δε συγκροτούσαν συνοικισμό συγκεντρωμένων κατοικιών, αλλά βρίσκονταν ανάμεσα σε άλλα οικοδομήματα. Μέχρι τον όροφο ήταν κτισμένες με πέτρα και στη συνέχεια με καλαμωτή και είχαν μαγειρείο και αποχωρητήριο στο ισόγειο και ένα ή δύο δωμάτια στον όροφο. Σ’ αυτά τα κτίσματα συνωστίστηκαν 190 οικογένειες.

Παράλληλα, στην ίδια περιοχή της Αγίας Βαρβάρας αλλά και σε ανταλλάξιμα οικόπεδα της συνοικίας Αγίου Αθανασίου, επί των οδών Αγίου Αθανασίου και Σαππαίων, κτίστηκαν 253 μονώροφα παραπήγματα του ενός δωματίου. Τα μικρά σπιτάκια, ανόμοια μεταξύ τους, είχαν λίθινη θεμελίωση και ανωδομή από τσατμά, ήταν χωρισμένα σε ομάδες και είχαν κοινά μαγειρεία και αποχωρητήρια. Κατοικήθηκαν από 253 οικογένειες. Αρκετά παραπήγματα κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής και πολύ περισσότερα στη δεκαετία του 1950. Μερικά ακόμη υφίστανται, στην Αγία Βαρβάρα, ακατοίκητα και μισοερειπωμένα.

Οι μεγάλοι αστικοί προσφυγικοί συνοικισμοί 

Κατά τη δεύτερη περίοδο, που αρχίζει το 1924 και ολοκληρώνεται περί το 1930, υιοθετείται μια νέα πολιτική, της οριστικής αποκατάστασης. Το κράτος προσανατολίζεται στην ανέγερση μεγάλων αστικών προσφυγικών συνοικισμών και για το σκοπό αυτό χορηγεί σοβαρά κονδύλια για την απαλλοτρίωση εκτάσεων, την κατασκευή «πολυ-κατοικιών» και τη δημιουργία έργων υποδομής. Παράλληλα ενθαρρύνει την «αυτοστέγαση» των προσφύγων, με τη χορήγηση οικοπέδων και δανείων.

Στο πλαίσιο αυτού του σχεδιασμού, δημιουργήθηκαν στις αδόμητες δυτικές και ανατολικές περιοχές της Καβάλας δύο μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί, που τα αριθμητικά τους τοπωνύμια («Χίλια» και «Πεντακόσια») φανερώνουν τον αριθμό των οικογενειών που επρόκειτο να εγκατασταθούν. Το έργο υλοποιήθηκε από το Υπουργείο Πρόνοιας και οι κατασκευές έγιναν από δύο εργολάβους, τον Αντώνιο Ζιώγα και τον Απόστολο Γκιρτζή.

Ο πρώτος συνοικισμός, αποτελούμενος από τέσσερις οικιστικές ενότητες σχεδόν ομοιόμορφων κτισμάτων, αναπτύχθηκε σε έκταση 160 στρεμμάτων στην περιοχή του Κιουτσούκ Ορμάν. Τα συνολικά 258 οικοδομήματα χωροθετήθηκαν ανάμεσα στον οδικό άξονα προς τη Δράμα, στο βραχώδες ύψωμα της Αγίας Παρασκευής και στο δρόμο προς την Καλαμίτσα.

Ο δεύτερος αναπτύχθηκε ανατολικά της συνοικίας Χαμιδιέ (μετέπειτα Αγίας Βαρβάρας), σε έκταση 45 στρεμμάτων. Εξ αιτίας του απόκρημνου και περιορισμένου χώρου η δόμηση εδώ είναι πυκνότερη, ενώ τα 96 οικοδομήματα εμφανίζονται πιο ογκώδη και δεν παρουσιάζουν την απόλυτη ομοιομορφία των οικοδομών του Κιουτσούκ Ορμάν.

Για την ανέγερση των προσφυγικών συνοικισμών απαλλοτριώθηκαν ιδιοκτησίες του Δήμου Καβάλας, της «Αεροπορικής Άμυνας» και ιδιωτών. Ήταν τόσο επείγουσα η ανάγκη για προσφυγική στέγη, ώστε οι απαλλοτριώσεις των εκτάσεων έγιναν μετά την κατασκευή των έργων! Π.χ. ο συνοικισμός των Πεντακοσίων ανεγέρθηκε το 1924-1925, το πρωτόκολλο οριστικής παράδοσής του υπογράφηκε το 1926 και η απαλλοτρίωση της περιοχής έγινε το 1927.

Οι «Αμπελόκηποι» («Χίλια» - «Δεκαοκτώ») 


Τα Χίλια στο ύψος του Σίγμα
Στο Κιουτσούκ Ορμάν αρχικά οικοδομήθηκε το υψομετρικά ανώτερο τμήμα. Στο επικλινές μέρος, κάτω από την οδό 7ης Μεραρχίας, χτίστηκαν οι 75 διώροφες οικοδομές (τετραπλοκατοικίες) του συνοικισμού «Χίλια». Δίπλα, επί της οδού Βησσαρίωνος, κατασκευάστηκαν τα 18 διώροφα σπίτια του συνοικισμού «Δεκαοκτώ» (όπως ονομάστηκε αργότερα), που χρηματοδοτήθηκε από μια Ελληνοαμερικανίδα. Το Μάιο του 1929, με απόφαση της Επιτροπής για τη μετονομασία των κοινοτήτων και συνοικισμών της Νομαρχίας Καβάλας, ο συνοικισμός «Χίλια» – «Δεκαοκτώ» ονομάστηκε «Αμπελόκηποι».    

Οι συνολικά 93 τετραπλοκατοικίες των «Αμπελοκήπων» διέθεταν 372 κατοικίες αποτελούμενες από δύο δωμάτια, κουζίνα και αποχωρητήριο. Οι 75 οικοδομές κατοικήθηκαν το 1926, αρχικά από 300 οικογένειες, όμως οι 18 της ομώνυμης συνοικίας έμειναν κενές μέχρι το 1929, επειδή υπήρχαν προβλήματα στην παράδοση των σπιτιών.

Πολύ σύντομα ο αρχικά προβλεπόμενος αριθμός των 372 οικογενειών ξεπεράστηκε, επειδή σε αρκετές κατοικίες των «Χιλίων» εγκαταστάθηκαν δύο οικογένειες, μία σε κάθε δωμάτιο! Σύμφωνα με μαρτυρίες, ορισμένες οικοδομές φιλοξενούσαν μέχρι και οκτώ οικογένειες! Επιπλέον χρησιμοποιήθηκαν ως κατοικίες και τα υπόγεια των σπιτιών (39 υπόγεια κατοικούνταν μέχρι και το 1950). Μπορούμε λοιπόν να υπολογίσουμε ότι στο συνοικισμό των «Αμπελοκήπων» εγκαταστάθηκαν περισσότερες από 500 οικογένειες. 

Ο «Βύρωνας» και «του Γκιρτζή»


Στου Γκιρτζή
Λίγο νοτιότερα από το συνοικισμό των Αμπελοκήπων, στο πιο χαμηλό και ομαλό μέρος, χτίστηκαν οι 75 διώροφες οικοδομές (τετραπλοκατοικίες) του συνοικισμού «Βύρωνος», ονομασία που δόθηκε, όπως και σε συνοικισμούς άλλων πόλεων, προς τιμήν του μεγάλου φιλέλληνα. Αρχικά αναφερόταν ως «συνοικισμός εργολαβίας Γκιρτζή» και σπανιότερα ως «νέος συνοικισμός των 75». Το Μάιο του 1929 με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της Νομαρχίας Καβάλας ονομάστηκε συνοικισμός «Βύρωνος».

  Η δημοπράτησή του έγινε τον Απρίλιο του 1926, οι πρώτες 50 οικοδομές ήταν έτοιμες στα τέλη του 1927 και ο συνοικισμός περατώθηκε το φθινόπωρο του 1928. Όμως τα σπίτια έμειναν κενά για μεγάλο χρονικό διάστημα και άρχισαν να διατίθενται μόλις τον Απρίλιο του 1929. Στις 75 τετραπλοκατοικίες του Βύρωνα εγκαταστάθηκαν 300 οικογένειες.

Δυτικότερα του Βύρωνα, από τις παρυφές του βραχώδους υψώματος της Αγίας Παρασκευής μέχρι το Δημοτικό Στάδιο, χτίστηκαν ακόμη 93 οικοδομές (16 διώροφες τετραπλοκατοικίες και 75 μονώροφες διπλοκατοικίες). Ο συνοικισμός ολοκληρώθηκε μέσα στο 1929 και η εγκατάσταση στις 214 κατοικίες άρχισε τον Αύγουστο του 1930.

Στις πηγές της εποχής ο συνοικισμός αναφέρεται ως «συνοικισμός ή νέος συνοικισμός Γκιρτζή» (από το όνομα του εργολάβου) και σπανιότερα συνδέεται με τον υπερκείμενο συνοικισμό της Αγίας Παρασκευής (π.χ. το σχολείο του, το σημερινό 16ο Δημοτικό, αναφέρεται συχνά ως σχολείο Αγίας Παρασκευής). Σήμερα οι ονομασίες «Βύρωνος» και «Γκιρτζή» αποδίδονται αδιακρίτως σ’ όλο το νότιο τμήμα του συνοικισμού Κιουτσούκ Ορμάν.

Η «Καλλιθέα» («Πεντακόσια») και η Αγία Βαρβάρα 

Στα Πεντακόσια
Στο άλλο άκρο της πόλης, ανατολικά της συνοικίας Χαμιδιέ (Αγίας Βαρβάρας), δημιουργήθηκε ο συνοικισμός που έμεινε γνωστός ως «Πεντακόσια». Με απόφαση του 1928 ονομάστηκε «Καλλιθέα», προφανώς λόγω της αμφιθεατρικής του διάταξης και της γειτνίασής του με τη θάλασσα.

Το 1924 ο πολιτικός μηχανικός – εργολάβος Απόστολος Γκιρτζής ανήγειρε 96 οικοδομές διώροφες, σχεδόν τριώροφες λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους. Κάθε οικοδομή είχε τέσσερις κατοικίες, αποτελούμενες από δύο δωμάτια, μικρή σάλα, κουζίνα και αποχωρητήριο. Στις 384 κατοικίες του συνοικισμού εγκαταστάθηκαν περίπου 600 οικογένειες προσφύγων, αφενός επειδή πολλές κατοικίες στέγασαν δύο οικογένειες, μία σε κάθε δωμάτιο, και αφετέρου επειδή κατοικήθηκαν πολλά υπόγεια (το 1950 η Κοινωνική Πρόνοια απέγραψε 68 οικογένειες που διέμεναν σε υπόγεια).

Δυτικά των Πεντακοσίων, στο όμορο αραιοκατοικημένο τμήμα της Αγίας Βαρβάρας, κτίστηκαν και άλλες 89 μονώροφες οικοδομές (διπλοκατοικίες), που όμως δε συγκροτούν κάποια οικιστική ενότητα. Οι κατοικίες ήταν λίθινες και όχι από τσατμά, όπως του 1923. Μετά το 1926 οι συνολικά 185 λίθινες οικοδομές της Αγίας Βαρβάρας και των Πεντακοσίων κατοικούνταν από 760 οικογένειες.

Ο συνοικισμός της Ε.Α.Π. («Δεξαμενή»)

Εκτός από τους μεγάλους κρατικούς συνοικισμούς, το 1925-1926 η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π.) ανήγειρε στη Δεξαμενή, σε οικόπεδα που παραχωρήθηκαν δωρεάν από το Δήμο Καβάλας, «100 οικίες». Πρόκειται μάλλον για 50 μονώροφες διπλοκατοικίες επί των οδών Θεσσαλονίκης και Σηλυβρίας, στις οποίες εγκαταστάθηκαν 100 οικογένειες. Η κλήρωση των οικοπέδων έγινε τον Οκτώβριο του 1926, ο συνοικισμός περατώθηκε και κατοικήθηκε το 1927 και τα επίσημα εγκαίνιά του έγιναν τον Απρίλιο του 1928. 

Η στέγαση στους προσφυγικούς συνοικισμούς



Μέχρι τα μέσα του 1926 ένα υπολογίσιμο μέρος του προσφυγικού πληθυσμού είχε στεγαστεί στα παραπήγματα του Βύρωνα, της Αγ. Βαρβάρας και του Αγ. Αθανασίου (1923) και στη συνέχεια στο συνοικισμό των Πεντακοσίων (1924-1925).

Το φθινόπωρο του 1926 η Νομαρχία Καβάλας διανέμει συνεχώς «δελτία εγκαταστάσεως» στους πρόσφυγες που δεν είχαν αποκτήσει μόνιμη στέγη και μέχρι τότε έμεναν στο Ιμαρέτ, σε χάνια του κέντρου και του Σούγιολου, σε τζαμιά (Κιουτσούκ τζαμί, Αράπ τζαμί κ.ά.), σε σκηνές και αυτοσχέδια παραπήγματα στην παραλία του Κιουτσούκ Ορμάν και κυρίως σε διάφορες καπναποθήκες (Παπαστράτου, Σουκρή βέη, Τακβοριάν – Παπαδοπούλου, Χασάν Μπέη δίπλα στις Καμάρες, πίσω από τις φυλακές κ.ά.).

Σύμφωνα με τον τοπικό τύπο, στα τέλη Νοεμβρίου είχαν στεγαστεί όλοι οι πρόσφυγες που διέμεναν προσωρινά «εις τας καπναποθήκας, τεμένη, σκηνάς, αυλάς κλπ. Άπαντες εγκατεστάθησαν εις τον συνοικισμόν Αγίας Βαρβάρας, όστις συνεπληρώθη πλήρως, και εις τα ¾ του συνοικισμού Κιουτσούκ Ορμάν», δηλ. στα «Χίλια». Η εφημερίδα θεωρεί αναγκαία την ανέγερση και άλλου συνοικισμού, ώστε να αραιωθεί ο πληθυσμός που διέμενε στα τουρκικά οικήματα.

Το 1927 το τοπικό Συμβούλιο αποφάσισε την πώληση (κι όχι την ενοικίαση) των προσφυγικών οικημάτων. Από την εκποίηση εξαιρέθηκαν οι συνοικισμοί των Πεντακοσίων και της Αγίας Βαρβάρας, όπου διέμεναν ήδη δωρεάν εκατοντάδες φτωχές ή άπορες οικογένειες. Μια ενδεχόμενη σωρεία εξώσεων θα δημιουργούσε τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα κι έτσι το συμβούλιο ανέβαλε «επί του παρόντος» την εκποίηση. Οι κάτοχοι εξακολούθησαν να διαμένουν χωρίς κάποιο επίσημο παραχωρητήριο και χωρίς ποτέ να πληρώσουν ενοίκιο.

Το ίδιο έγινε και στα Χίλια – Δεκαοκτώ, παρότι είχε αποφασιστεί η εκποίησή τους. Λόγω της αντιδικίας ανάμεσα στο κράτος και τον εργολάβο, το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής υπογράφηκε μόλις το 1931, δηλ. 5-6 χρόνια μετά την πρώτη εγκατάσταση των κατόχων, που διέμεναν ήδη δωρεάν.

Στις αρχικές οικογένειες της Αγ. Βαρβάρας – Πεντακοσίων και Χιλίων προστίθεντο και άλλες άστεγες, όπως αυτές που εγκατέλειψαν τα μισοερειπωμένα χάνια της οδού Γαλλικής Δημοκρατίας, όσες έχασαν τα παραπήγματά τους στη μεγάλη πυρκαγιά της οδού Ομονοίας – Δικαστηρίων το Φεβρουάριο του 1927 κ.ά. Επίσης κάποιοι πρόσφυγες παραχωρούσαν αυθαίρετα το δεύτερο δωμάτιο του σπιτιού σε άλλα πρόσωπα, κυρίως σε συγγενικά. Όπως είναι φυσικό, η ασφυκτική συνύπαρξη επηρέαζε τις σχέσεις των συστεγαζόμενων οικογενειών («τα σπίτια αυτά έγιναν μόνο για καυγάδες», έλεγαν οι πρόσφυγες) και δεν επέτρεπε την ομαλή ανάπτυξη της οικογενειακής ζωής.

Με την ολοκλήρωση του συνοικισμού Βύρωνα – Γκιρτζή, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για αποσυμφόρηση των άλλων συνοικισμών (και των άθλιων ανταλλάξιμων). Αυτή τη λύση πρότειναν και ο τύπος και οι τοπικές και περιφερειακές αρχές. Π.χ. όταν τον Απρίλιο του 1930 κάτοικοι των Πεντακοσίων ζήτησαν από το Γενικό Διοικητή Θράκης την αραίωση των οικογενειών του συνοικισμού, αυτός τους πρότεινε να αραιωθούν μόνοι τους, αγοράζοντας σπίτια στου Γκιρτζή.


Οι δυτικοί προσφυγικοί συνοικισμοί 
Ο συνοικισμός Βύρωνα – Γκιρτζή δε διατέθηκε δωρεάν, αλλά εκποιήθηκε. Μάλιστα, για να μη δημιουργηθούν και εδώ τετελεσμένα, αποφασίστηκε η κατά γράμμα εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να συσταθεί επιτροπή για τον καθορισμό των τιμών, να υποβληθούν αιτήσεις από τους ενδιαφερόμενους, να γίνει η επιλογή με κλήρωση, να κατατεθούν προκαταβολές κλπ. Έτσι όμως καθυστερούσε για πολλούς μήνες η διάθεση των έτοιμων σπιτιών. Ο τοπικός τύπος αναρωτιέται πώς είναι δυνατό ετοιμοπαράδοτες κατοικίες να μένουν κενές, την ώρα που εκατοντάδες οικογένειες υποφέρουν σε «ερείπια» και στριμώχνονται «σαρδελοειδώς» στους άλλους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Οι όροι για τη διάθεση του «Βύρωνα» και «του Γκιρτζή» ήταν σχετικά ευνοϊκοί. Ως αξία του οικήματος θεωρήθηκε η δαπάνη για την οικοδόμηση του σπιτιού και την αγορά του οικοπέδου. Το 1928 το τοπικό συμβούλιο εκτίμησε την αξία των τετραπλοκατοικιών του Κιουτσούκ Ορμάν σε 280–320 χιλιάδες δραχμές, ανάλογα με την τοποθεσία τους, δηλ. σε 70–80 χιλιάδες δρχ. την κατοικία (το μεροκάματο του ντεκτσή ήταν τότε 104 δρχ., του πασταλτζή 40). Οι πρόσφυγες έπρεπε να προκαταβάλουν το 10%, καταθέτοντας 10-12 προσφυγικές ομολογίες, και να εξοφλήσουν το υπόλοιπο σε 15 ετήσιες άτοκες δόσεις.  

Γι’ αυτό το λόγο οι κρατικές αρχές δυσκολεύτηκαν να διαθέσουν τα σπίτια του συνοικισμού (τον Ιούνιο του 1930 για τις 310 διαθέσιμες οικίες είχαν υποβληθεί μόνο 6 αιτήσεις!). Οι περισσότεροι πρόσφυγες προτιμούσαν τις λύσεις της δωρεάν συστέγασης στα Χίλια και τα Πεντακόσια ή ακόμη του φθηνού ενοικίου στα ανταλλάξιμα και της αυτοστέγασης (γι’ αυτά θα αναφερθούμε σε άλλο άρθρο).

Μετά το 1930 οι προσφυγικοί συνοικισμοί της Καβάλας στέγαζαν περίπου 2.300 οικογένειες, πολλές από τις οποίες ήταν, κατά την ορολογία της εποχής, «κακώς εστεγασμένες». Ακόμη και το 1950 πάνω από 600 οικογένειες εξακολουθούσαν να συστεγάζονται ή να διαμένουν σε ακατάλληλους χώρους των προσφυγικών συνοικισμών, δηλ. σε παραπήγματα και υπόγεια. Από το 1954 τους δόθηκε η δυνατότητα, με παραχώρηση οικοπέδων και οικονομική ενίσχυση 10-27 χιλιάδων δραχμών, να αυτοστεγαστούν στο νέο «προσφυγικό» συνοικισμό Κηπούπολης – Καλαμίτσας. Περί το 1960 επιλύθηκε και το ιδιοκτησιακό καθεστώς των προσφυγικών κατοικιών, όταν το δημόσιο παραχώρησε την κυριότητα στους τότε κατόχους τους, με ένα μικρό τίμημα, περίπου 50.000 προπολεμικών δραχμών. Ορισμένες κατοικίες δε μεταβιβάστηκαν και εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα του δημοσίου. 


"Η στέγασις εν Καβάλλα είναι φρικώδης..."


Πρόσφυγες αποβιβάζονται στην Καβάλα
Μια προκήρυξη “Προς τους εν Καβάλλα διαμένοντας πρόσφυγας”, του Μαΐου 1923, ήταν η αφορμή για παλιότερο δημοσίευμά μας υπό τον τίτλο «Η Καβάλλα πρέπει ν’ αραιώση, γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος...» (Μνήμη 8, Ιαν. 2012, σελ. 22-23). Σ’ αυτό περιγράφαμε την εκρηκτική κατάσταση που δημιούργησε η συρροή χιλιάδων προσφύγων στην πόλη και τις προσπάθειες των τοπικών Αρχών να αποκαταστήσουν κάπως την ομαλή οικονομική και κοινωνική ζωή. Στο κείμενο που ακολουθεί παρακολουθούμε τα δυσεπίλυτα προβλήματα στέγασης της προσφυγικής πλημμυρίδας στην Καβάλα του 1924-1925, όπως αποκαλύπτονται κυρίως μέσα από τις εφημερίδες της εποχής.*
   
Γνωστό είναι ότι η Καβάλα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς προορισμούς των προσφύγων εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης και του λιμανιού της αλλά και λόγω της εύρωστης καπνικής οικονομίας της. Στους περίπου 25.000 κατοίκους της (22.939 στην Απογραφή του 1920) προστέθηκαν απότομα κάπου 50 χιλιάδες πρόσφυγες και η πόλη δέχτηκε έναν ισχυρό κλονισμό. Σε όλα τα σημεία της, ακόμη και στα κεντρικότερα, φύτρωσαν σκηνές και άθλια παραπήγματα. Οι καπναποθήκες, τα σχολεία, οι εκκλησίες και τα τζαμιά, οι λέσχες επίσης, τα ξενοδοχεία, τα κέντρα διασκέδασης, ακόμη και τα σπίτια κατακλύστηκαν από τους ξεριζωμένους της Ανατολής, με αποτέλεσμα να αποδιοργανωθεί τελείως η οικονομική και κοινωνική ζωή.

Με την προκήρυξη της 12ης Μαΐου 1923 η Επιτροπή Περιθάλψεως Προσφύγων επισήμαινε την ανάγκη της αραίωσης του πληθυσμού της Καβάλας, «γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος». Ζητούσε επιτακτικά από τους πρόσφυγες να αδειάσουν τις καπναποθήκες, διαφορετικά θα αποβάλλονταν «με τη βία και με την Αστυνομία». Καλούσε τους γεωργούς να εγκαταλείψουν την πόλη και να πάνε στα «τούρκικα χωριά όπου θα εύρουν σπήτια, χωράφια και ό,τι άλλο τους χρειάζεται για να ζήσουν». Για τους «Θαλασσινούς, Περάμιους και Γανοχωρίτες» υποδείκνυε την περιοχή των Ελευθερών, όπου η κυβέρνηση σχεδίαζε να ανεγείρει προσφυγικό συνοικισμό. Όμως η ανταπόκριση ήταν περιορισμένη. Μέχρι το τέλος του 1923 μόνο 17.852 άτομα είχαν αποκατασταθεί τους αγροτικούς οικισμούς του Νομού Καβάλας και η πόλη εξακολουθούσε να στενάζει υπό το βάρος του νέου πληθυσμού της.

Το 1924 θα ερχόταν με δύο «καλά νέα»: Το πρώτο ήταν η ίδρυση της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ), που θα έριχνε το βάρος στον εποικισμό της αγροτικής περιφέρειας. Το δεύτερο ήταν η πολυαναμενόμενη εκκένωση της πόλης από το τουρκικό στοιχείο: Με την αναχώρηση των ανταλλάξιμων μουσουλμάνων, χιλιάδες νέα δωμάτια θα έμεναν στη διάθεση των προσφύγων και όλοι ήλπιζαν ότι θα λυθεί ή θα περιοριστεί το πιεστικό πρόβλημα της στέγασης. Οι εφημερίδες παρακολουθούν με ανακούφιση τη σταδιακή αναχώρηση των Τούρκων από το νομό Δράμας (Δράμας - Καβάλας) μέχρι το καλοκαίρι του 1924.

«Από ημέρας εις ημέραν -διαβάζουμε σε φύλλο της 8ης Ιουνίου- αναμένονται να καταπλεύσουν εις τον λιμένα Καβάλας τα τουρκικά ατμόπλοια “Σακάρια” και “Ακντενίζ”, χωρητικότητος 2.000 και 4.000 τόννων, προς παραλαβήν ανταλλαξίμων μουσουλμάνων». Με αυτά τα δύο πλοία και ένα τρίτο που ήδη ελλιμενίζεται στην Καβάλα, η Μικτή Επιτροπή ελπίζει ότι θα καταστεί δυνατή η μεταφορά και των τελευταίων 8.000 Τούρκων και ότι η ανταλλαγή θα περατωθεί το πολύ σε δέκα μέρες.   

Όμως στα ίδια φύλλα καταχωρίζονται και ειδήσεις για άφιξη νέων προσφύγων. Π.χ. στις 8 Ιουνίου διαβάζουμε ότι «σήμερον θέλει καταπλεύση εκ Πειραιώς το ατμόπλοιον Αντιγόνη με 400 Αρμενόπαιδας προοριζομένους διά τα Λιμενάρια Θάσου» και ότι «τεσσαράκοντα χιλιάδες πρόσφυγες προαναγγέλονται ότι πρόκειται να έλθουν εις Ανατολικήν Μακεδονίαν». Οι δημοσιογράφοι σχολιάζουν αρνητικά τέτοιες ειδήσεις («η κυβέρνησις δεν θα είναι στα μυαλά της»...) και αναφέρονται στο συνωστισμό των αστικών κέντρων, στην έλλειψη νερού και καθαριότητας, γενικά στις συνθήκες ζωής και στους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, στις διαμαρτυρίες γηγενών και προσφύγων και στους φόβους για το ξέσπασμα κοινωνικής αναταραχής.

Αν και το Μάιο του 1924 ο Νομάρχης εισηγείται στο Υπουργείο Πρόνοιας τον τερματισμό των αποστολών προς την περιοχή, την εποχή αυτή παρατηρείται αθρόα μετεγκατάσταση προσφύγων από τα μέρη της αρχικής τους καταφυγής (κυρίως από τα νησιά του Αιγαίου, ιδιαίτερα τη Χίο και τη Σάμο, αλλά και τα Επτάνησα, την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα κ.ά.) προς τις αστικές και αγροτικές περιοχές της Ανατ. Μακεδονίας, φυσικά και της Καβάλας. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι μετακινήσεις οργανώνονται από το Γραφείο Εποικισμού, σε συνενννόηση με τις ενδιαφερόμενες προσφυγικές ομάδες, και έχουν ως τελικό προορισμό τα χωριά της περιοχής. Όμως η Καβάλα εξακολουθεί να συγκεντρώνει τις προτιμήσεις πλήθους μεμονωμένων προσφυγικών οικογενειών, που αισιοδοξούν ότι περισσεύει μια θέση στην επεξεργασία του καπνού και ένα δωμάτιο στα ανταλλάξιμα. Τους περισσότερους βέβαια τους περιμένει μια θέση σε χώρο μαζικής διαβίωσης (συνήθως καπναποθήκη) ή μια σκηνή στο ύπαιθρο.


Ενδεικτική της έντασης του στεγαστικού προβλήματος και των παρεπόμενων αδιεξόδων είναι μια επιστολή διαμαρτυρίας που δημοσιεύεται στις 10 Αυγούστου 1924 σε εφημερίδα της περιοχής μας. Ο συντάκτης της, πρόσφυγας από τη Σηλυβρία της Ανατ. Θράκης, από το 1922 είχε στεγάσει την οικογένειά του σε σπίτι μουσουλμάνου (του Μεχμέτ Ζουδή, οδός Ταχυδρομείου). Μετά την ανταλλαγή του Τούρκου ιδιοκτήτη εγκαταστάθηκαν στο σπίτι και άλλες τρεις προσφυγικές οικογένειες «μία Θρακική της περιφερείας μου και δύο Μικρασιατικαί εκ των πρώτων οικογενειών του Γκιουνέν Πανόρμου, εγκαταλειψάντων τα ήμισυ μέλη των οικογενειών των εις την μάχαιραν του Κεμάλ και ως μόνον προσταττών εχόντων δύο νέους αδελφούς και αυτούς προ ολίγων μηνών επανακάμψαντας εκ της Μικρασιατικής αιχμαλωσίας».

Σε αντίθεση με τα περισσότερα ανταλλάξιμα, η οικία ήταν «ευπρόσωπος», γι’ αυτό «εγένετο κάρφος εις τους οφθαλμούς των διαφόρων εκμεταλλευτών της προσφυγικής στέγης». Έτσι, αν και η εγκατάσταση των τεσσάρων οικογενειών έγινε με νόμιμη απόφαση της τοπικής Υπηρεσίας Στεγάσεως, επιχειρήθηκε η βίαιη έξωσή τους, «υπό το πρόσχημα εγκαταστάσεως διαφόρων δήθεν κρατικών υπηρεσιών». Στην επιστολή περιγράφεται η βίαιη εισβολή των χωροφυλάκων και η παραβίαση του οικογενειακού ασύλου, ιδιαίτερα δε η βαναυσότητα του επικεφαλής της επιχείρησης, ανθυπολοχαγού Πεζικού Αντώνιου Κ., «θραύσαντος βαναύσως και κανιβαλικώς δι’ ογκολίθων την θύραν της οικίας μας... μη συγκινηθέντος προ τόσου ολοφυρομένου πλήθους ανυπερασπίστων γυναικών... αισχρώς εξυβρίσαντος την προσφυγικήν μας δυστυχίαν...».

Ο πρόσφυγας καταγγέλλει τις άθλιες και παράνομες μεθοδεύσεις των κρατικών οργάνων και απορρίπτει τις υποσχέσεις τους «περί μεταθέσως δήθεν των οικογενειών μας εις άλλα οικήματα, καθ’ ην στιγμήν ούτε κενόν προαύλιον δεν υπάρχει εν Καβάλλα». Ιδιαίτερα στρέφει τα βέλη του εναντίον του προέδρου της νεοσύστατης Επιτροπής Ανταλλαγής, ο οποίος «κατέχει ο ίδιος ολόκληρον ευπρεπές προσφυγικόν οίκημα, μετά πέντε δωματίων, μη υποκείμενος ούτε εις τον νόμον της συμπτύξεως προς διευκόλυνσιν του φρικτού εν Καβάλλα προβλήματος της προσφυγικής στεγάσεως».

Διευκρινίζουμε για το «νόμο της συμπτύξεως» ότι οι επιτροπές που είχαν συσταθεί για τον έλεγχο και τη διάθεση των αστικών μουσουλμανικών ακινήτων μπορούσαν να περιορίσουν τους ενοίκους («διά της συμπτύξεως») σε ένα μέρος του οικήματος και να διαθέσουν το υπόλοιπο για τη στέγαση άλλων οικογενειών (παρόμοια ρύθμιση προβλεπόταν και για τα καταστήματα). Η πρακτική της συνεχούς συμπτύξεως μπορεί να έδινε συχνά σωτήριες λύσεις, π.χ. για οικογένειες που έχαναν τη στέγη τους από πυρκαγιά ή από κατάρρευση του σπιτιού (τέτοια συμβάντα ήταν συχνότατα στο κέντρο της Καβάλας), όμως δεν μπορούσε να καλύψει όλες τις ανάγκες και, όπως υποδηλώνεται στην επιστολή, δεν ίσχυε για τους έχοντες δύναμη και «μέσα».

Στις αρχές Νοεμβρίου 1924 περιοδεύει στην Ανατ. Μακεδονία – Θράκη ο Αντ. Μπακάλμπασης, που ως υπουργός Γεωργίας (της κυβέρνησης Παπαναστασίου) είχε ασχοληθεί ενεργά με το προσφυγικό ζήτημα. Στην «εφ’ όλης της προσφυγικής ύλης» συνέντευξή του οι πρώτες ερωτήσεις αφορούσαν στην αστική αποκατάσταση. Εκθείασε την πορεία του στεγαστικού προγράμματος στη Θράκη («χαίρεται τις βλέπων την πρόοδον της στεγάσεως εις Ξάνθην και Κομοτηνήν») και στο ερώτημα «Ποίαι είναι οι εντυπώσεις σας από την Καβάλλαν;» έδωσε την εξής απάντηση:

«Εκεί το προσφυγικόν ζήτημα λαμβάνει την μορφήν κοινωνικού ηφαιστείου, του οποίου η έκρηξις δέον να προληφθή πάση θυσία υπό του κράτους. Ελλείψει αγροτικής και αστικής ερεύνης οι πρόσφυγες, αστοί και αγρόται, συμφύρονται και λόγω της εργασίας των καπνών συγκεντρούνται σαρδεληδόν εντός της πόλεως, αφού το ένστικτον της αυτοσυντηρησίας τους αναγκάζει να παραβλέπουν και αυτόν ακόμη τον νόμον του αδιαχωρήτου.

Υπάρχουν σήμερον εντός της Καβάλλας 60.000 πρόσφυγες και τα ατμόπλοια εξακολουθούν να αποβιβάζουν. Πού βαίνομεν αδυνατώ να προΐδω. Εν πάση περιπτώσει, εάν η κατάστασις εξακολουθήση άνευ λήψεως ριζικών μέτρων, πολύ ταχέως θα ευρεθώμεν ουχί πλέον προ λυπηρών, αλλά δυστυχώς προ τραγικών επεισοδίων. Σχετικώς ετηλεγράφησα προς την κυβέρνησιν υποδεικνύων και τα μέτρα τα οποία επειγόντως δέον να ληφθώσι». 

Στο τηλεγράφημά του ο Μπακάλμπασης επισημαίνει τις ανεπάρκειες του εποικιστικού έργου στην περιφέρεια του νομού Καβάλας, ενώ για την ανακούφιση του πιεστικού προβλήματος της πόλης προτείνει την άμεση αποστολή «χιλίων οικίσκων γερμανικών», τονίζοντας ότι μόνο αυτή η λύση «δύναται προλάβη σύρραξιν μεταξύ προσφύγων και εντοπίων». Αντίθετα, προσθέτει, η «σύμπτυξις» του πληθυσμού της πόλης, αυτή που ήδη έγινε και όποια ακολουθήσει στο μέλλον, δεν μπορεί να εξασφαλίσει στέγη για τους αστούς πρόσφυγες.

Σημειώνουμε εδώ ότι σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Μακεδονίας, όχι όμως στην Καβάλα, για τη στέγαση του αστικού πληθυσμού είχαν χρησιμοποιηθεί σε πρώτη φάση οι «έτοιμοι οικίσκοι», που τοποθετούνταν πάνω σε λίθινες θεμελιώσεις. Το συμβόλαιο που είχε συναφθεί τότε ανάμεσα στην ΕΑΠ και τη γερμανική εταιρεία προέβλεπε την παράδοση 8.000 οικίσκων μέχρι το τέλος του τρέχοντος 1924.


"Όταν πρωτοφτάσαμε στην Καβάλα, όλοι οι 
Ηρακλειτσιανοί μείναμε σε μια μεγάλη 
καπναποθήκη που λεγόταν Μάγειρας και 
είχε μέσα καπνά" (προφανώς εννοούσε 
την εικονιζόμενη καπναποθήκη Mayer στο Φάληρο)
Όπως υποδηλώνεται ξεκάθαρα και στη συνέντευξη, το φθινόπωρο του 1924 καταπλέουν και οι καραβιές των ανταλλάξιμων από την Καππαδοκία. Οι περισσότεροι βέβαια προορίζονται για την ενδοχώρα, ακόμη κι αυτοί όμως παραμένουν για κάποιο διάστημα στην πόλη, αυξάνοντας τον αριθμό των «υπαιθρόβιων» προσφύγων της και τη γενική δυστυχία. Από αρχειακές πηγές μαθαίνουμε ότι οι «αφιχθέντες εσχάτως», στα μέσα με τέλη Νοεμβρίου, είναι εγκατεστημένοι σε σκηνές στην παγωνιά του Κιουτσούκ Ορμάν (σημερ. Βύρωνα – Ραψάνης), περιμένοντας να τους μεταφέρον σε άγνωστο τόπο. «Ευρίσκονται εν εσχάτη δυστυχία», δεν έχουν ούτε ψωμί και «οι πλείστοι κινδυνεύουσι ν’ αποθάνωσι της πείνης». Η Φιλόπτωχος Αδελφότης της Καβάλας εγκρίνει ποσό 30.000 δρχ. και αναθέτει στη Συντεχνία Αρτοποιών την καθημερινή παροχή ψωμιού προς τις 35 προσφυγικές οικογένειες. Ως τόπος διανομής του άρτου ορίζεται το μικρό τζαμί στη συνοικία Χαμιδιέ (Αγίας Βαρβάρας), όπου θα χορηγείται και συσσίτιο από αγγλική φιλανθρωπική εταιρεία!

Την άνοιξη του 1925, στο Γ΄ Παμπροσφυγικό Συνέδριο, ο αντιπρόσωπος της Καβάλας Σπυρίδης περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα το «αστικόν ζήτημα» της επαρχίας του: Πάνω από 1.500 οικογένειες  της Καβάλας στεγάζονται σε τρώγλες και αποθήκες, ενώ η ελονοσία και η φυματίωση κάνουν θραύση!

Όμως και ο ίδιος ο Υπουργός Προνοίας Μισιρλόγλου δεν κρύβει τη θλιβερή πραγματικότητα. Σε συνέντευξη που έδωσε στις 6 Μαΐου, μετά την περιοδεία του σε Θράκη και Ανατ. Μακεδονία, τονίζει ότι στη Δράμα και τις Σέρρες η στέγαση είναι «ελαττωματική», στην Καβάλα όμως είναι «φρικώδης». Επιβάλλεται λοιπόν «πρωτίστως να κτιστούν οικίσκοι, ίνα αραιωθούν αι οικογένειαι αι οποίαι δίκην σαρδελλών είναι εστιβαγμέναι εις αποθήκας, ιδίως εν Καβάλλα».

Ο Μισιρλόγλου αναφέρεται με τολμηρό τρόπο και στην αθλιότητα των καπναποθηκών, όπου συνωστίζονταν επί μήνες και χρόνια χιλιάδες άνθρωποι. Στις τεράστιες σάλες τους, που είχαν χωριστεί σε «δωμάτια» με κουρελούδες και κουβέρτες, η μαζική διαβίωση ήταν αφόρητη, οι συγκρούσεις αναπόφευκτες και οι συνθήκες υγιεινής άθλιες. Επιπλέον είχε καταργηθεί ο ιδιωτικός και οικογενειακός βίος και ο κίνδυνος των ηθικών παρεκτροπών ήταν καθημερινός. «Αποτελούν κέντρον διαφθοράς ψυχικής και σωματικής», επισημαίνει, γι’ αυτό πρέπει να εκκενωθούν το ταχύτερο. «Ήδη απεστάλη (στην Καβάλα) ανάλογος αριθμός σκηνών, ίνα εκκενωθούν πάραυτα αι αποθήκαι».


Σκηνές προσφύγων στην περιοχή
του Κιουτσούκ Ορμάν, 1924 
Στις δηλώσεις του Μισιρλόγλου υπάρχει και χαραμάδα αισιοδοξίας: «Εν Καβάλλα θα ανεγερθούν 900 οικίαι. Ήδη το Ταμείον Περιθάλψεως κτίζει 300 κατοικίας αι οποίαι θα δύνανται να περιλάβουν 500 οικογένειας». Ωστόσο θα έπρεπε να περάσει ακόμη ενάμισης χρόνος για ν’ αποκτήσουν όλοι οι πρόσφυγες της Καβάλας «κανονική» στέγη, δηλ. ένα δωμάτιο στα τούρκικα ανταλλάξιμα ή στα προσφυγικά των Πεντακοσίων και των Χιλίων. Η είδηση κυριαρχεί στον τοπικό Τύπο και απαθανατίζεται ακόμη και στο θρησκευτικό περιοδικό της Μητρόπολης Καβάλας «Απόστολος Παύλος» (15-11-1926): «Οι υπό σκηνάς και εν τοις καπνεργοστασίοις και τζαμίοις επί τριετίαν ήδη ζήσαντες αδελφοί πρόσφυγες εστεγάσθησαν πλέον εις τους ανεγερθέντας νέους συνοικισμούς της Αγίας Βαρβάρας και του Κιουτσούκ Ορμάν».

* Άρθρα δημοσιευμένα στην εφημ. "Μνήμη" του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας, φ. 3, Μάιος 2010, σελ. 1, 12-13 και φ. 16, Σεπτ. 2014, σελ. 6-7, αντίστοιχα. Βασική πηγή πληροφοριών για το πρώτο κείμενο είναι η εφημερίδα Κήρυξ Καβάλας, για το δεύτερο οι εφημερίδες Μακεδονία και Μακεδονικά Νέα της Θεσσαλονίκης και Θάρρος της Δράμας.




4 σχόλια:

  1. Γεια σας κύριε Λυκουρίνο.
    Με αφορμή το άρθρο σας θέλω να σας γράψω τα εξής: Οι παππούδες της μητέρας μου είχαν μονοκατοικία στα Πεντακόσια, την οποία έχτισαν μόνοι τους. Δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Στη θέση της υπάρχει μία διώροφη μονοκατοικία. Το μόνο που έμεινε να θυμίζει τους προγόνους μου που ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη είναι το κυπαρίσσι, εκείνο που φύτεψαν πριν ακόμη ξεκινήσει η κατασκευή της κατοικίας τους.
    Σας ευχαριστώ για όλα τα όμορφα που δημοσιεύετε.
    Με εκτίμηση ___Ελένη Ιωάννου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σας ευχαριστώ, να είστε καλά. Καλές Γιορτές!

      Διαγραφή
  2. Giasou Kyriako,

    Pistevo na me thimase apo to Dimotiko sxolio. Eime o Dimosthenis (Tenis) Kaleas. Den exoume sintantithi apo tote all auta ta xronia. Efiga gia Ameriki edo kai 36 xronia.
    Enas filos mou estile auto to post kai enthousiastika oxi mono gia to post to opio eine anepanalipto kai poli akrivi stin istoria ALLA enthousiatika oti eise kala kai grafis tetia arthra.
    Oi papoudes mou irthan tis 40 Eklisies.

    Para poli kali doulia.
    Sou euxome panta kala, mporis na mou stilis email sto kaleastelis@gmail.com

    Xeretismous

    Telis

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τένη, Τώρα είδα το μήνυμά σου και χάρηκα πολύ που είσαι καλά. Από τα παιδικά μας χρόνια θυμάμαι που παίζαμε στην αυλή σας, τον πατέρα σου που έντυνε τα τετράδια και τα βιβλία με μπλε χαρτί κ.ά. Κάποια φορά ρώτησε για σένα τον Γιάννη (Φυτά;) κι έμαθα ότι είσαι στην Αμερική. Εγώ ασχολήθηκα επαγγελματικά με την ιστορία και τα ιστορικά αρχεία και τώρα είμαι συνταξιούχος, από πέρσι. Είμαι και παππούς με δύο εγγόνια! Χάρηκα που είχα νέα σου και εύχομαι Καλή Χρονιά, με υγεία!

      Διαγραφή