Οι Περαμιώτες, η Παναγία Φανερωμένη et “l’ affaire de Péramos”

 

Οι Περαμιώτες, η Παναγία Φανερωμένη etlaffaire de Péramos

 


Το έτος 1903 η Πέραμος της Κυζίκου* έλαβε την ανήκουστη απόφαση να αποσκιρτήσει από την Ορθοδοξία και να προσχωρήσει στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Αφετηρία της απονενοημένης κίνησης των Περαμίων υπήρξε η σύγκρουσή τους με το μητροπολίτη Κυζίκου Κωνσταντίνο Β΄(1900-Οκτ.1903) για τη διαχείριση της ενοριακής Μονής Παναγίας της Φανερωμένης*. Από την αρχή της σύντομης ποιμαντορίας του ο ιεράρχης αντιτάχθηκε στην απαίτηση των Περαμίων να έχουν αυτοί την αποκλειστική κυριότητα της Μονής, ένα δικαίωμα που ήταν παλαιόθεν αναγνωρισμένο με σουλτανικά φιρμάνια. Εξ αιτίας αυτής της διαμάχης για περίπου δύο χρόνια οι Περαμιώτες δεν είχαν καμία σχέση ή επαφή με το μητροπολίτη τους και δεν τον μνημόνευαν στις ιεροτελεστίες.

Η Καβάλα και η περιοχή της στην Απογραφή του 1920

 

Η Καβάλα και η περιοχή της στην Απογραφή του 1920

 


Στις 19 Δεκεμβρίου του 1920 διενεργήθηκε στην Ελλάδα γενική απογραφή πληθυσμού, η πρώτη που περιελάμβανε και τις νέες επαρχίες του ελληνικού κράτος: Μακεδονία, Ήπειρο, Κρήτη, νησιά Ανατολικού Αιγαίου, δυτική και ανατολική Θράκη, Ίμβρο και Τένεδο. Πρόκειται για τις περιοχές που είχαν ενσωματωθεί στο Ελληνικό Βασίλειο μετά τους Βαλκανικούς και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Η Ελλάδα του 1920 είχε έκταση 130.199 τετραγωνικά χιλιόμετρα και αριθμούσε 5.536.375 κατοίκους, μεγέθη διπλάσια σε σχέση με τα αντίστοιχα της προηγούμενης απογραφής του 1907 (63.211 τετρ. χλμ. – 2.631.952 κάτοικοι).[1]

Καβάλα 1924-1932. Συγκρούσεις γηγενών και προσφύγων για τις ανταλλάξιμες γαίες του Καρά Ορμάν

 

Καβάλα 1924-1932. Συγκρούσεις γηγενών και προσφύγων για τις ανταλλάξιμες γαίες του Καρά Ορμάν*

 


Η διανομή των ανταλλάξιμων γαιών στο Καρά Ορμάν της Καβάλας1 (σημερινό Περιγιάλι) αποτέλεσε πεδίο αντιπαράθεσης και συγκρούσεων ανάμεσα στους γηγενείς και στους πρόσφυγες. Με βάση τη Σύμβαση της Ανταλλαγής,2 οι πρόσφυγες διεκδικούσαν δικαιωματικά τα πάσης φύσεως ανταλλάξιμα μουσουλμανικά κτήματα (οικίες, καταστήματα, αγρούς κ.ά.), θεωρούσαν παράνομη την κατοχή τους από γηγενείς και απαιτούσαν την αποβολή τους.3

Το πρώτο Γυμναστήριο στην Καβάλα, 1904


Το πρώτο Γυμναστήριο στην Καβάλα, 1904
(ανάρτηση στο FB, 15-6-2020)
Το Γυμναστήριο σε εκδήλωση, 1914 

Στα μέσα Ιουνίου 1904 η Αντιπροσωπεία της Ελληνορθόδοξης Κοινότητος Καβάλας (το ανώτατο διοικητικό όργανο της Κοινότητας) αποφάσισε "όπως συσταθή και εν τη πόλει ημών Γυμναστήριον διά τους μαθητάς των Σχολών και τους θέλοντας εκ των πολιτών". Για το σκοπό αυτό διατάχθηκε η Επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου να παραχωρήσει το χώρο "τον μεταξύ της εκκλησίας και του κήπου αυτής".
Ο χώρος στον οποίο θα κατασκευαστεί το γυμναστήριο είναι η αυλή του σημερινού 12ου Δημοτικού Σχολείου, του Αγίου Ιωάννη. Εκεί βρισκόταν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1880 το παλιό νεκροταφείο της Εβραϊκής Κοινότητας, όμως μετά τη μεταφορά του στο Κιουτσούκ Ορμάν (σημερινή Ραψάνη, στο ύψος του δημοτικού σταδίου, πολύ κοντά στη θάλασσα) η έκταση παραχωρήθηκε στην ελληνική κοινότητα.

Μια προσφυγική κοινότητα θαλασσινών στην Καβάλα: Οι ψαράδες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ


Μια προσφυγική κοινότητα θαλασσινών στην Καβάλα: Οι ψαράδες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ 


Από τους περίπου τριάντα χιλιάδες (30.000) πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Καβάλας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή των Πληθυσμών[1], ένα σημαντικό ποσοστό προέρχονταν από παραθαλάσσιες περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας και της Προποντίδας και είχαν ως κύρια επαγγελματική δραστηριότητά τους την αλιεία.
Από τα Βιβλία Νηολογίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου Καβάλας της περιόδου 1920-1940 μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι τα κάθε είδους αλιευτικά της Καβάλας ανήκαν κυρίως στο προσφυγικό στοιχείο. Ως “πατρίς” των ιδιοκτητών, δηλ. τόπος προέλευσης, αναφέρονται τα εξής μέρη: Σηλυβρία, Νέοι Επιβάτες, Καλλίπολη, Ηρακλείτσα, Μήδεια, Μυριόφυτο (της Αν. Θράκης), Αγία Παρασκευή, Αρετσού, Καστέλι, Πάνορμος, Απολλωνιάδα,  Μουδανιά, Νικομήδεια, Πέραμος, Τρίγλια, Κατιρλή, Μοσχονήσια, Αρβανιτοχώρι κ.ά. (της Μ. Ασίας).[2]

Ήμαρτον! - Ένας αφορισμός στην Καβάλα του 1860


Ήμαρτον! - Ένας αφορισμός στην Καβάλα του 1860
(Ανάρτηση στο FB, 9 Νοεμβρίου 2016)



Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες του οθωμανικού κράτους είχαν δική τους εσωτερική ζωή: Τα ζητήματα προσωπικών σχέσεων (αρραβώνες, γάμοι, χωρισμοί, υιοθεσίες κ.ά.) υπάγονταν στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας, ενώ οι οικονομικού χαρακτήρα ιδιωτικές συναλλαγές (πωλητήρια, εξοφλητικά, συμβόλαια, συμφωνητικά κ.ά.) στην αρμοδιότητα της Δημογεροντίας. (Ουσιαστικά στη δικαιοδοσία της οθωμανικής διοίκησης απέμεναν κυρίως τα ζητήματα φορολογίας, ακίνητης περιουσίας, δημόσιας τάξης).

“ἑάλω η Χριστώνυμος πόλις, ήγουν ἡ Χριστούπολις” (1319, η κατάληψη της Χριστούπολης)


άλω η Χριστώνυμος πόλις, ήγουν Χριστούπολις” (1391, η κατάληψη της Χριστούπολης)
(ανάρτηση στο FB, 27 Νοεμβρίου 2016)


Mια λιτή “ενθύμηση” σε χειρόγραφο κώδικα της αγιορείτικης Μονής Παντελεήμονος (σημείωση από χέρι άγνωστου γέροντα) μνημονεύει ες αεί την καταστροφή και το δραματικό τέλος της Χριστούπολης, της βυζαντινής Καβάλας:
“ἔτους ͵ςωϟθ΄, νδικτινος ιδ΄ [1391] ν ατ τ τει άλω παρά τν πίστων Μωαμεθανν Χριστώνυμος πόλις, ήγουν Χριστούπολις κα κατεδαφίσθη κ βάθρων, ες τάχος, κα ο οκήτορες τατης διεμερίσθησαν ν διαφόροις τόποις κα χραις. γέγονε δ τοτο τ λέθριον κακόν, διά τινων οκητόρων τσδε τς πόλεως κακς βεβιοκότων. τοσαύτη δ γέγονε φθορά κα κατάλυσις τν νοικούντων τούτων Χριστιανν ς γωγε ομαι, οα γέγονεν κπαλαι πί Ναβουχοδονόσωρ ν τ ερουσαλήμ πόλει”.

Από το Γκιολτζούκ της Νίγδης στην Καβάλα (μια μαρτυρία, Νοέμβ. 1924)


Από το Γκιολτζούκ της Νίγδης στην Καβάλα (μια μαρτυρία, Νοέμβ. 1924)*
(ανάρτηση στο FB, 30 Νοεμβρίου 2016)


Από το χωριό Γκιολτζούκ της περιφέρειας Νίγδης ξεκινήσαμε χίλιοι (1.000) πρόσφυγες και με το ατμόπλοιο “Καβάλλα” φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί μας έκλεισαν δεκαέξι (16) μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου. Συνέχεια μας ταπείνωναν για την τούρκικη γλώσσα μας και μας αντιμετώπιζαν σαν δούλους, με ξύλο, βρισιές και προσβολές.

Το Ραμαζάνι στην παλιά Καβάλα (μαρτυρία περιηγητή)


Το Ραμαζάνι στην παλιά Καβάλα (μαρτυρία περιηγητή)
(ανάρτηση στο FB, 23-5-2020)


Ενώ αύριο είναι το Ραμαζάν Μπαϊράμ των μουσουλμάνων φίλων (θερμές ευχές για υγεία, αγάπη και ειρήνη!), βρίσκω τυχαία σε παλιό δημοσίευμά μου κάτι ενδιαφέρον από τη θρησκευτική λαογραφία του Ραμαζανιού:
«Από την επίσκεψή του στην Καβάλα [ο Γάλλος μηχανικός και γεωλόγος Louis de Launay, το Μάιο του 1894] αποκομίζει και μια πρωτόγνωρη εμπειρία: Το πρώτο κιόλας βράδυ από παντού γύρω του ξεσπούν πυροβολισμοί. “Με πληροφόρησαν -γράφει- ότι κάτι σοβαρό συνέβη: Ένα τηλεγράφημα έφτασε από τη Δράμα, που πληροφορούσε όχι ότι έγινε επανάσταση στη Βοσνία ή ότι οι Ρώσοι κατέβηκαν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά… ότι είχαν δει το φεγγάρι”! Με αυτόν τον τρόπο άρχιζε η περίοδος του Ραμαζανιού. Για έναν ολόκληρο μήνα, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου οι πιστοί μουσουλμάνοι τηρούσαν απόλυτη νηστεία. Μόνο το φεγγάρι μπορούσε να τους δει να τρώνε, να πίνουν και να καπνίζουν. Αυτό βέβαια δεν ίσχυε για το διοικητή της Θάσου και διευθυντή του Ιμαρέτ της Καβάλας, ο οποίος κατέφευγε σε σπίτια χριστιανών φίλων του για να απολαύσει, κρυφά από τους ομοθρήσκους του, τον καφέ και το τσιγάρο του».
[Louis de Launay, Chez les Grecs de Turquie. Autour de la mer Égée, Paris 1897, σ. 174-177. Το απόσπασμα από την εργασία μου «Η Καβάλα της τουρκοκρατίας (1391-1912) στα κείμενα των ξένων περιηγητών», Υπόστεγο, 8-9 (Καβάλα, φθιν. 1997), 166-206]

Μια φωτογραφία: Με τους τενεκέδες στη δημόσια βρύση, Καβάλα 1924


Μια φωτογραφία: Με τους τενεκέδες στη δημόσια βρύση, Καβάλα 1924

(ανάρτηση στο FB, 2-12-2016)



“Η ζωή εκεί [στα Πεντακόσια] ήταν δραματική. […] Λίγες βρυσούλες υπήρχανε στους δρόμους σε μεγάλες αποστάσεις και για να βρούμε νερό, Θεέ μου, πολλές φορές μέχρι τους Στρατώνες πηγαίναμε. Σηκωνόμασταν νύχτα και βάζαμε σειρά, πότε δύο φορές την εβδομάδα ερχόταν το νερό και πότε τρεις. Καυγάδες και ξύλο έπεφτε αρκετό.
Υπήρχανε οι τσαούσες που παίρνανε πάντοτε νερό πρώτες. Ας πιάσω από την δική μου γειτονιά. Η Σοφία του Μ…, όταν ερχόταν στη βρύση, στην άκρη όλες, γι’ αυτήν σειρά δεν υπήρχε, έβαζε τα πόδια της γύρω από την βρύση και άρχιζε το γέμισμα. Παραπλεύρως στεκόταν η κόρη και έπαιρνε τους γεμάτους τενεκέδες και της έδινε τους άδειους. Στο τέλος γέμιζε και ένα μπουκάλι και περήφανα-περήφανα έφευγε. Καμιά δεν τολμούσε να της μιλήσει γιατί θα έτρωγε ξύλο, έξι τενεκέδες να σας χαρώ και πότε τέσσερις. Θεός σχωρέστην.