Από την
Μπάφρα στο Ορφανοτροφείο της Σύρου και μετά στην Καβάλα
(ανάρτηση στο FB, 27 Απριλίου 2022)*
«Μητέρα δε γνώρισα και τον πατέρα μου τον σκότωσαν οι
τσέτσες. Όταν λοιπόν μας σήκωσαν από την πατρίδα μας την Μπάφρα και μας
έστειλαν όλους στην εξορία, είμαστε η γιαγιά μου η Θωμαή, μια θεία μου, εγώ η
Άννα, που τότε ήμουν 7 χρονών, και η μικρή αδελφή μου η Αναστασία, 5 χρονών.
Στο δρόμο της εξορίας θέριζαν οι αρρώστιες. Πέθαναν κι η γιαγιά και η θεία, από τύφο και χολέρα, και μείναμε μόνα μας δυο κοριτσάκια. Όμως η Αναστασία δεν μπορούσε πια να περπατήσει. Μια γυναίκα έγραψε το όνομά της σ’ ένα χαρτί, της το έραψε στη μαντίλα που φορούσε και της είπε: “αν σε ρωτήσουν πώς σε λένε, θα τους δείξεις αυτό”. Την αφήσαμε στο δρόμο. Γυρνούσα πίσω να την κοιτώ, μέχρι που δεν την έβλεπα άλλο.
