Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόσφυγες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Βίαιη έξωση προσφύγων από ανταλλάξιμη οικία [Καβάλα, Αύγ. 1924]

 

Βίαιη έξωση προσφύγων από ανταλλάξιμη οικία [Καβάλα, Αύγ. 1924]

(ανάρτηση στο FB, 17 Mαΐου 2022)

«Εκ της αλησμονήτου πατρίδος μου Σηλυβρίας της Ανατολικής Θράκης κατέφυγον μετά 100 περίπου οικογενειών εις Καβάλλαν, στεγάσας την οικογένειάν μου εν τη οικία του Οθωμανού Μεχμέτ Ζουχδή, οδός Ταχυδρομείου.[1] Μετά την ανταλλαγήν του εν λόγω Οθωμανού εστεγάσθησαν εν τη ειρημένη οικία τρεις έτεραι προσφυγικαί οικογένειαι, μία Θρακική της περιφερείας μας και δύο Μικρασιατικαί εκ των πρώτων οικογενειών του Γκιουνέν Πανόρμου, εγκαταλειψάντων τα ήμισυ μέλη των εις την μάχαιραν του Κεμάλ […].

Ένας δημοσιογράφος (Παντελής Καψής) στην Καβάλα των προσφύγων, 1926

 

Ένας δημοσιογράφος (Παντελής Καψής) στην Καβάλα των προσφύγων, 1926

(ανάρτηση στο FB, 30 Μαΐου 2021)

 

Σαν σήμερα πριν από 95 χρόνια - Στα τέλη Μαΐου 1926 ήρθε στην Καβάλα (μαζί με άλλους δημοσιογράφους που ακολουθούσαν τον περιοδεύοντα Γενικό Διοικητή Μακεδονίας και Θράκης) ο Παντελής Καψής, γνωστός εκδότης και δημοσιογράφος της Σμύρνης και μετά το 1922 των Αθηνών. Από το ύψωμα του σημερινού Αγίου Σίλα θαυμάζει την Καβάλα, “αναπαυομένην νωχελώς σαν οδαλίσκη Αιγυπτία μόλις εξελθούσα του λουτρού”. Ένα μικρό απόσπασμα από την ανταπόκρισή του:



Ημείς οίτινες εζήσαμεν μέσα εις τα σχολεία…

Ημείς οίτινες εζήσαμεν μέσα εις τα σχολεία…

(σημείωμα στο FB, 17 Νοεμβρίου 2016)

Φωτ. Βούλας Παπαΐωάννου

Το Μάρτιο του 1952 οι κάτοικοι του συνοικισμού Κωνσταντινιά Νέστου απευθύνονται στο Βασιλέα Παύλο, τον Πρόεδρο της Κυβέρνησης και τον Υπουργό Παιδείας και ζητούν οικονομική ενίσχυση για την ανέγερση σχολείου και εκκλησίας:

"Τυγχάνομεν πρόσφυγες εκ Τραπεζούντος Πόντου, πιστοί και αφοσιωμένοι υπήκοοι της Υμετέρας Σεπτής Μεγαλειότητος και γνήσιοι αδελφοί και τέκνα της προσφιλεστάτης μητρός Ελλάδος. 29 έτη συμπληρούνται αφ’ ότου ήλθομεν εκ Τραπεζούντος εις την Ελλάδα, συμφώνως προς την συνθήκην ανταλλαγής Λωζάνης, και εγκατεστάθημεν ενταύθα εις τον συνοικισμόν Κωνσταντινιά (Κοτσαγλάρ) επαρχίας Νέστου - Νομού Καβάλας, όπου εξακολουθούμεν μένοντες ως κάτοικοι αυτής.

Στη Σέλιανη (σημ. Φιλίππους)

 

Στη Σέλιανη

(σημείωμα στο FB, 26 Νοεμβρίου 2016)


Πρόσφυγες στη Σέλιανη (από το αρχείο του Πολιτιστικού Συλλόγου Φιλίππων)

  "Στην Καβάλα μείναμε μόνο 2-3 μέρες. Στην καπναποθήκη του Τσιμίνο, πίσω από τις Καμάρες. Μετά άρχισαν να μας στέλνουν στα χωριά. Η επιτροπή μας έδωσε ένα κάρο για να βολέψουμε στο ταξίδι τους ανήμπορους και τα παιδιά. Οι άλλοι κινήσαμε με τα πόδια.
        Φτάσαμε στη Σέλιανη αργά το απόγευμα. Μας υποδέχτηκαν στην είσοδο του χωριού οι Τούρκοι προύχοντες και μας καλωσόρισαν. Ο πρόεδρος έφυγε και σε λίγη ώρα ξαναφάνηκε κρατώντας από το καπίστρι ένα γάιδαρο φορτωμένο με δυο κοφίνια. Το
 
ένα κοφίνι ήταν γεμάτο ψωμιά, το άλλο είχε φασόλια, τραχανά, τυρί, μυζήθρα, δυο ξερές κολοκύθες, ένα κιούπι τουρσί, ένα μπουκάλι λάδι, ξερά σύκα, αυγά και καμιά οκά αλάτι. Επάνω στο σαμάρι είχε ένα τσουβάλι πατάτες κι ένα μεγάλο σακούλι αλεύρι. Κράταγε κι ένα μικρό γκιούμι γεμάτο γάλα. Για τα παιδιά, είπε. Είναι βρασμένο…

Μια προσφυγική κοινότητα θαλασσινών στην Καβάλα: Οι ψαράδες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ


Μια προσφυγική κοινότητα θαλασσινών στην Καβάλα: Οι ψαράδες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ 


Από τους περίπου τριάντα χιλιάδες (30.000) πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Καβάλας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή των Πληθυσμών[1], ένα σημαντικό ποσοστό προέρχονταν από παραθαλάσσιες περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας και της Προποντίδας και είχαν ως κύρια επαγγελματική δραστηριότητά τους την αλιεία.
Από τα Βιβλία Νηολογίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου Καβάλας της περιόδου 1920-1940 μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι τα κάθε είδους αλιευτικά της Καβάλας ανήκαν κυρίως στο προσφυγικό στοιχείο. Ως “πατρίς” των ιδιοκτητών, δηλ. τόπος προέλευσης, αναφέρονται τα εξής μέρη: Σηλυβρία, Νέοι Επιβάτες, Καλλίπολη, Ηρακλείτσα, Μήδεια, Μυριόφυτο (της Αν. Θράκης), Αγία Παρασκευή, Αρετσού, Καστέλι, Πάνορμος, Απολλωνιάδα,  Μουδανιά, Νικομήδεια, Πέραμος, Τρίγλια, Κατιρλή, Μοσχονήσια, Αρβανιτοχώρι κ.ά. (της Μ. Ασίας).[2]

Από το Γκιολτζούκ της Νίγδης στην Καβάλα (μια μαρτυρία, Νοέμβ. 1924)


Από το Γκιολτζούκ της Νίγδης στην Καβάλα (μια μαρτυρία, Νοέμβ. 1924)*
(ανάρτηση στο FB, 30 Νοεμβρίου 2016)


Από το χωριό Γκιολτζούκ της περιφέρειας Νίγδης ξεκινήσαμε χίλιοι (1.000) πρόσφυγες και με το ατμόπλοιο “Καβάλλα” φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί μας έκλεισαν δεκαέξι (16) μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου. Συνέχεια μας ταπείνωναν για την τούρκικη γλώσσα μας και μας αντιμετώπιζαν σαν δούλους, με ξύλο, βρισιές και προσβολές.

Έλληνες πρόσφυγες στο Χαλέπι της Συρίας



Τότε στο Χαλέπι...



Η φωτογραφία εντοπίστηκε πριν από χρόνια στο αρχείο της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου (Library of Congress), αναρτήθηκε όμως τον τελευταίο καιρό σε διάφορες ιστοσελίδες, όταν βρέθηκε στην επικαιρότητα το θέμα των Σύρων προσφύγων. Στο πάνω μέρος της αναγράφεται: "Έλληνες πρόσφυγες στο Χαλέπι" (πόλη της Συρίας) και στη θέση της λεζάντας υπάρχει σημείωση: "Δόθηκε φαγητό σε 12.000 Έλληνες από τους Αμερικανούς". Στη δεύτερη σειρά της λεζάντας διακρίνεται ο τίτλος της αμερικανικής φιλανθρωπικής οργάνωσης Near East Relief (Αμερικανική Περίθαλψη Εγγύς Ανατολής), το σήμα της οποίας φαίνεται στην πόρτα του μοναδικού οχήματος.

“…της ανθρωποεμπορίας των λαών”. Η Σύμβαση της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των πληθυσμών


“…της ανθρωποεμπορίας των λαών”
Η Σύμβαση της Λωζάννης για την Ανταλλαγή των πληθυσμών


Η τελευταία πράξη του μικρασιατικού δράματος γράφτηκε από τη διεθνή διπλωματία στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης της Λωζάννης, η οποία συγκλήθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1922 (νέο ημερ.) για να διευθετήσει τα εκκρεμή ζητήματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αποτέλεσμα των πολύμηνων εργασιών της υπήρξε η τελική Συνθήκη Ειρήνης της 24ης Ιουλίου 1923, με την οποία τερματίστηκε η εμπόλεμη κατάσταση που είχε συνταράξει την Ανατολή από το 1914 μέχρι το 1922.

Η ελληνική κρίση και τα διδάγματα της Ιστορίας


Η ελληνική κρίση και τα διδάγματα της Ιστορίας*



Γιορτινές οι μέρες, αλλά η ατμόσφαιρα στην Ελλάδα καταθλιπτική. Το χειρότερο δεν είναι η απειλή της οικονομικής κατάρρευσης και η γενικευμένη κοινωνική κρίση. Ούτε η διεθνής απαξίωση της χώρας, ο χλευασμός των άλλων, τα δηλητηριώδη σχόλια των ξένων μέσων ενημέρωσης. Ούτε ακόμη ο διάχυτος φόβος και η ανασφάλεια για το μέλλον της πατρίδας και των παιδιών μας. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ο λαός μας έχει χάσει το αίσθημα της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης. Η απαισιοδοξία διαπερνά όλη τη δημόσια σφαίρα και διαχέεται και στην ιδιωτική.
«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα»; Αυτοί που πιστεύουν ότι το «παν απόλλυται», ότι ζούμε στην εποχή του «finis Graeciae» (του τέλους της Ελλάδος), ότι αυτό το «κράτος» είναι ανίκανο κι αυτός ο λαός άχρηστος, όλοι αυτοί πρέπει να θυμηθούν ή να μάθουν ότι αυτή η χώρα κι αυτός ο λαός έχουν αστείρευτες δυνάμεις, ότι μπόρεσαν στο παρελθόν να ξεπεράσουν πολύ μεγαλύτερες κρίσεις και να αναγεννηθούν από τις στάχτες τους.

Προσφυγικές σελίδες της Καβάλας: Οι εκτιμητικές επιτροπές


Προσφυγικές σελίδες της Καβάλας: Οι εκτιμητικές επιτροπές


Οι προσφυγικές αποζημιώσεις και οι εκτιμητικές επιτροπές

Ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα της προσφυγικής αποκατάστασης ήταν το ζήτημα των αποζημιώσεων. Η ελληνοτουρκική Σύμβαση περί ανταλλαγής των πληθυσμών, που συνομολογήθηκε στη Λωζάννη τον Ιανουάριο του 1923, όριζε ότι ο “μετανάστης” έπρεπε να λάβει, στη χώρα εγκατάστασής του, περιουσία ίσης αξίας με αυτήν που εγκατέλειψε στην πατρίδα του. Την εκτίμηση της συνολικής αξίας των εκατέρωθεν περιουσιών ανέλαβε μια “Μικτή Επιτροπή” με 11 μέλη, 4 από την Ελλάδα, 4 από την Τουρκία και 3 εκλεγμένα από την Κοινωνία των Εθνών. Αν μετά την ολοκλήρωση του έργου της επιτροπής προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της μίας χώρας, αυτή αναλάμβανε την υποχρέωση της καταβολής του.[*]
Προκειμένου να βοηθήσει το έργο της ελληνικής αντιπροσωπείας στη “Μικτή Επιτροπή”, το Μάιο του 1924 συστάθηκε στο Υπουργείο Γεωργίας η Γενική Διεύθυνση Ανταλλαγής Πληθυσμών, με σκοπό να συγκεντρώσει τα στοιχεία για τις περιουσίες των ανταλλάξιμων ελληνορθόδοξων πληθυσμών που προσέφυγαν στην Ελλάδα και να προβεί στην οριστική τους εκτίμηση.

Πριν από 10 χρόνια… “Η Καβάλα των Προσφύγων (1914-1924)”




Πριν από 10 χρόνια… “Η Καβάλα των Προσφύγων (1914-1924)”



Το Σεπτέμβριο του 2008 οι συντοπίτες μας είχαν την ευκαιρία να επισκεφτούν την έκθεση «Η Καβάλα των Προσφύγων (1914-1924). Έκθεση αρχειακού και φωτογραφικού υλικού για τους πρόσφυγες στο Ν. Καβάλας», την οποία διοργάνωσαν τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Καβάλας. Κατά κοινή ομολογία επρόκειτο για μια από τις καλύτερες εκθέσεις που έχουν γίνει στην πόλη μας, ως προς τον πλούτο και την ποιότητα του ιστορικού υλικού και ως προς τη θεματική της πληρότητα.

“Αν δεν μου δώσει η μάνα σου ογδόντα ομολογίες…” - Μια προκήρυξη της Εθνικής Τράπεζας προς τον προσφυγικό κόσμο

“Αν δεν μου δώσει η μάνα σου ογδόντα ομολογίες…”[1]  


Αν δεν μου δώσει η μάνα σου ογδόντα ομολογίες,
κι άλλες σαράντα μετρητές θα ’χομε φασαρίες.

Πανάθεμά σε, τράπεζα, που δίνεις ’μολογίες
και δεν τα δίνεις μετρητά να παντρευτεί καμιά Σμυρνιά.

"Τη γλώσσα ή τη θρησκεία". Ένας μύθος για την τουρκοφωνία των χριστιανών της οθωμανικής Ανατολής

Τη γλώσσα ή τη θρησκεία!

Αριστερά: Επιγραφή στον Ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στη Σύλλη Ικονίου  (από "KARAMANLIDES - ΚΑΡΑΜΑΝΛΙΔΕΣ...") - Δεξιά: Πιστοποιητικό Βαπτίσεως από το Γκιολτζούκ της Καππαδοκίας (ΓΑΚ - Αρχεία Ν. Καβάλας). 


Το διαβάζουμε συνεχώς σε έντυπα και σε ιστοσελίδες με προσφυγική κυρίως και θρησκευτική θεματολογία και το ακούμε να επαναλαμβάνεται σε πολιτιστικές εκδηλώσεις: «Σε κάποιες περιοχές της Μικράς Ασίας οι Τούρκοι εισβολείς επέβαλαν στους κατακτημένους ελληνικούς πληθυσμούς να διαλέξουν ανάμεσα στη γλώσσα και στη θρησκεία τους. Οι πρόγονοί μας προτίμησαν να κρατήσουν τη θρησκεία τους και έτσι απαρνήθηκαν την ελληνική γλώσσα τους».

Ένας ρατσιστικός λόγος για τις Γυναίκες της Προσφυγιάς


"Γυναίκες της Αθήνας" - "Γυναίκες της Ανατολής"



      Η εγκατάσταση των προσφύγων στον ελλαδικό χώρο πυροδότησε τα ξενοφοβικά σύνδρομα των γηγενών για τους «πρόσφιγγες», τους «τουρκόσπορους», τους «γιαουρτοβαφτισμένους», «σκατοογλούδες», για τις «σμυρνιές» και «παστρικές». Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά και τα πολιτικά αίτια αλλά και το πολιτιστικό χάσμα που χώριζε τις δύο πλευρές και εμπόδιζε τη μεταξύ τους επικοινωνία. Για τους γηγενείς, ήταν ο διαφορετικός τρόπος ζωής και οι συνήθειες των προσφύγων, τα ήθη και έθιμά τους, η χρήση της τουρκικής γλώσσας και τα «κακόηχα» επίθετά τους, τα περίεργα ντυσίματά τους, η «εξωτική» κουζίνα τους, η ανατολίτικη μουσική, τα τραγούδια και οι χοροί τους, η έντονη κοινωνικότητά τους, η θορυβώδης διασκέδαση, η ροπή στα γλέντια και την «καλοπέραση»…

      Η γυναίκα πρόσφυγας θεωρήθηκε απειλή για την ηθική τάξη της κοινωνίας. Η στερεότυπη εικόνα εμφάνιζε την προσφυγοπούλα ως κοπέλα με χαλαρές ηθικές αρχές, που επιστράτευε την ανατολίτικη θηλυκότητά της για να συνάψει σχέσεις με γηγενείς νέους, να τους παρασύρει και να τους «τυλίξει», ώστε να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή, έξω από την αθλιότητα των προσφυγικών συνοικισμών. Το έγραψε αργότερα κι ο Μυτιληνιός συγγραφέας Ασημάκης Πανσέληνος: «Όταν στα 1922 η κουτάλα της Ιστορίας ξανάδειασε, σ’ ολάκερη την Ελλάδα, όλους πια τους Μικρασιάτες (και τις Σμυρνιές), διάτορη ακούστηκε η φωνή “μας παίρνουν τους άντρες μας”, σα να είταν η χώρα καντίνα που είχε υποχρέωση να φουρνίρει άντρες, μονάχα στις ντόπιες γυναίκες».

Αγρότες πρόσφυγες στο Νομό Καβάλας, 1922-1926.


Αγρότες πρόσφυγες στο Ν. Καβάλας, 1922-1926

Εισαγωγή





Η αγροτικού τύπου προσφυγική αποκατάσταση περιλάμβανε την παραχώρηση γεωργικού κλήρου και κατοικίας, τον εφοδιασμό των αγροτών προσφύγων με ζώα, σπόρους, δέντρα, λιπάσματα, εργαλεία κλπ. και την παροχή ενός χρηματικού ποσού για τη συντήρηση της οικογένειας ως την πρώτη σοδειά.

Μέχρι τις αρχές του 1924 την ευθύνη της αγροτικής αποκατάστασης την είχε η Διεύθυνση Εποικισμού του Υπουργείου Γεωργίας και από το 1924 η νεοσύστατη Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) με τα κατά τόπους Γραφεία Εποικισμού (ένα από αυτά ήταν της Καβάλας).

"Η Καβάλλα πρέπει ν’ αραιώση, γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος..." Μια προκήρυξη προς τους πρόσφυγες της Καβάλας, Μάης 1923



Η Καβάλλα πρέπει ν’ αραιώση, γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος…*


Στο ιστορικό αρχείο του Μουσείου μας  [του Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού στην Καβάλα] κατατέθηκε πρόσφατα μία σπάνια τυπωμένη προκήρυξη της τοπικής Επιτροπής Περιθάλψεως Προσφύγων «Προς τους εν Καβάλλα διαμένοντας πρόσφυγας», με ημερομηνία 12 Μαΐου 1923. Βρέθηκε στο οικογενειακό αρχείο του κ. Αλέξανδρου Καραδημητρίου (με καταγωγή, εκ μητρός, από τον Πλάτανο Ανατολικής Θράκης) και το παραχώρησε στο Μουσείο μας, μαζί με πολλά άλλα, η σύζυγός του Ρόη Ζεϊνοπούλου, μέλος του Συλλόγου μας. 
Τα «εφήμερα» έντυπα (προκηρύξεις, βεβαιώσεις, άδειες, πιστοποιητικά, ανακοινώσεις και αποδείξεις προσφυγικών συλλόγων, διαφημιστικά, φέιγ βολάν, προγράμματα και εισιτήρια εκδηλώσεων κλπ.), σήμερα σπανίζουν. Οι πρόσφυγες διαφύλαξαν μεν τα επίσημα έγγραφα που θεμελίωναν δικαιώματα (ληξιαρχικά, περιουσιακά, για προσφυγικές αποζημιώσεις, απόκτηση κατοικίας ή κλήρου, εξόφληση χρεών κ.ά.), όμως τα υπόλοιπα «χαρτιά» είτε τα χρησιμοποίησαν για διάφορες πρακτικές ανάγκες (π.χ. για προσάναμμα), είτε τα θεώρησαν άχρηστο υλικό και τα πέταξαν στα σκουπίδια. Έτσι χάθηκαν πολύτιμες ιστορικές πηγές.
Δυστυχώς, οι γνώσεις μας για την πρώτη περίοδο της προσφυγιάς στην Καβάλα, περίπου μέχρι το 1926, είναι ελλιπείς. Οι τοπικές εφημερίδες της εποχής δεν έχουν διασωθεί, τα αρχεία των δημοτικών και δημόσιων υπηρεσιών έχουν καταστραφεί και οι λίγες διαθέσιμες μαρτυρίες των προσφύγων της πρώτης γενιάς αναφέρονται συνήθως σε προσωπικές εμπειρίες και δεν δίνουν μια συνολική εικόνα για την κατάσταση στην πόλη.
Κατά τούτο είναι λοιπόν πολύτιμο το έντυπό μας: Έρχεται να ρίξει φως σε αρκετές πτυχές της προσφυγικής πραγματικότητας στην Καβάλα του 1923, εννιά μήνες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και πριν τεθεί σε εφαρμογή η Σύμβαση για την Ανταλλαγή των Πληθυσμών. Μία από τις πτυχές θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια. Θα παραθέσουμε μικρά αποσπάσματα από την προκήρυξη (με την ορθογραφία της) και κατόπιν θα σχολιάσουμε το περιεχόμενό τους: 

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΝ ΚΑΒΑΛΛΑ ΔΙΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ
Η Καβάλλα πρέπει ν’ αραιώση, γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος. / Όσοι μένετε στις καπναποθήκες πρέπει να φύγετε το γρηγορώτερο, γιατί τώρα το καλοκαίρι με τες ζέσταις θα πέσουν αρρώστειες. / Όσοι είναι Γεωργοί πρέπει να πάνε στα τούρκικα χωριά όπου θα εύρουν σπήτια, χωράφια και ό,τι άλλο τους χρειάζεται για να ζήσουν. /
Οι Θαλασσινοί, Περάμιοι και Γανοχωρίτες πρέπει να πάνε στας Ελευθεράς. Η κυβέρνησις μας έστειλε 400 χιλ. δραχμάς για να κτισθούν τα σπίτια των Ελευθερών και θα μας δώση και καΐκια για να μεταφέρετε τα πράγματά σας. […]
Εις το τέλος του μηνός όσοι μένουν στες Καπναποθήκες θα διαγραφούν από τους καταλόγους της Περιθάλψεως και δεν θα παίρνουν ούτε αλεύρι, ούτε ψωμί, ούτε τίποτε. / Από τις 10 Ιουνίου θ’ αρχίσωμε με τη βία και με την Αστυνομία να αδειάζωμε τες Καπναποθήκες. […]

Η Επιτροπή επισημαίνει επιτακτικά ότι «η Καβάλλα πρέπει ν’ αραιώση, γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος». Πόσος άραγε; Στην πρώτη, ατελή απογραφή των προσφύγων του Απριλίου 1923 καταμετρήθηκαν στην Καβάλα 16.889 πρόσφυγες, όμως σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείο Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως υπήρχαν στην πόλη και 15.000 πρόσφυγες "μη περιληφθέντες εις την Απογραφήν". Η αύξηση του προσφυγικού πληθυσμού ήταν ραγδαία: Το Νοέμβριο του 1924 ο υπουργός Μπακάλμπασης δήλωνε ότι «υπάρχουν σήμερον εντός της Καβάλλας 60.000 πρόσφυγες και τα ατμόπλοια εξακολουθούν να αποβιβάζουν. Πού βαίνομεν αδυνατώ να προΐδω». Λίγο αργότερα ο εδώ ανταποκριτής της δραμινής εφημερίδας «Θάρρος» και η καβαλιώτικη εφημερίδα «Κήρυξ» έγραφαν ότι την επαύριον της Μικρασιατικής Καταστροφής η πόλη συγκέντρωνε 75.000 κατοίκους. 

Χάρτης της ΕΑΠ με τους προσφυγικούς οικισμούς
στο Ν. Καβάλας, 1927
Όπως είναι γνωστό, η Καβάλα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς προορισμούς της προσφυγικής πλημμυρίδας εξ αιτίας της γεωγραφικής της θέσης και του λιμανιού της αλλά και λόγω της οικονομικής της ευρωστίας. Η πόλη φημιζόταν ως το Ελδοράδο της καπνικής οικονομίας και οι πρόσφυγες προσδοκούσαν ότι θα βρουν εργασία στα πολυάριθμα καπνεργοστάσιά της και μάλιστα με καλύτερους όρους απασχόλησης (8ωρο και μεροκάματα υψηλότερα από τις γειτονικές πόλεις). Όλα αυτά συνετέλεσαν στην απότομη αύξηση του πληθυσμού της πόλης, που μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή είχε περίπου 25.000 κατοίκους (22.939, σύμφωνα με την Απογραφή του 1920).
Τα επόμενα χρόνια, με τη συρροή νέων προσφύγων, το πρόβλημα θα έπαιρνε εκρηκτικές διαστάσεις. Το 1927 έγινε στη Νομαρχία Καβάλας σύσκεψη των τοπικών φορέων για την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος, παρουσία του υφυπουργού Γεωργίας και του Γενικού Διευθυντή Εποικισμού Μακεδονίας. Εκεί, ο Νομάρχης Καβάλας ανέφερε ότι η πόλη δεν μπορούσε να απορροφήσει «τον σημερινόν πληθυσμόν των 100.000 κατοίκων»! Υπερβολική ασφαλώς η εκτίμησή του, αλλά σκόπιμη: Απ’ τη μια έπρεπε να επισπευσθεί η ανέγερση των δύο τελευταίων προσφυγικών συνοικισμών («Βύρωνος» και «Γκιρτζή») και απ’ την άλλη έπρεπε να ληφθούν άμεσα και δραστικά μέτρα για το «ζήτημα της αραιώσεως του πληθυσμού της Καβάλλας και της εγκαταστάσεως μέρους αυτού εις την ύπαιθρον ίνα ασχοληθή με την γεωργίαν και την παραγωγήν».
Η μετακίνηση του προσφυγικού πληθυσμού της Καβάλας στην αγροτική ενδοχώρα ήταν, όπως βλέπουμε και στο έγγραφο του 1923, μόνιμο αίτημα των Αρχών και του Τύπου της πόλης από τους πρώτους κιόλας μήνες. Όπως είναι ευνόητο, με τον ερχομό χιλιάδων ανθρώπων η πόλη δέχτηκε έναν ισχυρό κλονισμό: Σε όλα τα σημεία της, ακόμη και στα κεντρικότερα, φύτρωσαν σκηνές και άθλια παραπήγματα. Οι καπναποθήκες, τα σχολεία, οι εκκλησίες και τα τζαμιά κατακλύστηκαν από πρόσφυγες, με αποτέλεσμα να αποδιοργανωθεί η οικονομική και κοινωνική ζωή. Οι γηγενείς νοικοκυραίοι είδαν την ανθρώπινη δυστυχία να σκιάζει την καθημερινότητά τους, φοβήθηκαν το ετερόκλητο πλήθος των ξένων, τη βρωμιά και τις αρρώστιες τους. Οι αστοί είδαν την εξαθλιωμένη προσφυγιά να καταλαμβάνει τις λέσχες, τα κέντρα διασκέδασης, τα ξενοδοχεία, τους κινηματογράφους, όλους τους δημόσιους χώρους ακόμη και τα σπίτια τους. Οι φτωχοί ένιωσαν αδικημένοι, καθώς είδαν την κρατική μέριμνα να στρέφεται στους νεοφερμένους. Οι γυναίκες φοβήθηκαν ότι οι νόστιμες προσφυγοπούλες θα «κλέψουν» τους άνδρες και τα παιδιά τους… Την ίδια ώρα οι πρόσφυγες προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τον εφιάλτη που έζησαν και αναζητούσαν απεγνωσμένα τα απολύτως αναγκαία: την ανύπαρκτη στέγη, το λιγοστό νερό, τα υπερτιμημένα τρόφιμα, τα ρούχα για να καλύψουν τη γύμνια τους, τα απαραίτητα φάρμακα…
Η Καβάλα του 1923 δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε όλα αυτά. Το πιο δυσεπίλυτο πρόβλημα ήταν το στεγαστικό, αφού οι μουσουλμάνοι ήταν ακόμη εδώ και οι προσφυγικοί συνοικισμοί δεν είχαν κτιστεί. Και συνεχώς κατέφθαναν νέοι πρόσφυγες. Το Νοέμβριο του 1924, όταν αποβιβάζονταν οι νέες καραβιές με τους ανταλλάξιμους, ο υπουργός Μπακάλμπασης δεν έκρυβε την ανησυχία του: «... εάν η κατάστασις εξακολουθήση άνευ λήψεως ριζικών μέτρων, πολύ ταχέως θα ευρεθώμεν ουχί πλέον προ λυπηρών, αλλά δυστυχώς προ τραγικών επεισοδίων». 
Αυτή την πραγματικότητα απηχεί η προκήρυξή μας. Η Επιτροπή καλεί τους «γεωργούς» πρόσφυγες να φύγουν από την Καβάλα και να πάνε στα τούρκικα χωριά του νομού «όπου θα εύρουν σπήτια, χωράφια και ό,τι άλλο τους χρειάζεται για να ζήσουν». Βέβαια τα τουρκοχώρια κατοικούνταν ακόμη από τους ντόπιους μουσουλμάνους (αυτοί έφυγαν το 1924), είχαν όμως επιταχθεί όλα τα αναγκαία για την επιβίωση των νέων κατοίκων: σπίτια ή κάποια δωμάτια, χωράφια, ζώα κι ένα μέρος από τη σοδειά και τα γεννήματα των Τούρκων. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για τους «θαλασσινούς», δηλ. τους πρόσφυγες από τα παράλια, τους Περαμίους και τους Γανοχωρίτες, οι οποίοι καλούνται να εγκατασταθούν στην περιοχή των Ελευθερών, δηλ. στον κόλπο της σημερινής Νέας Περάμου και στα κοντινά μεσόγεια χωριά. Τα μέρη αυτά είχαν παρόμοιο φυσικό περιβάλλον με τον τόπο προέλευσής τους κι αυτό θα βοηθούσε στον ταχύτερο εγκλιματισμό και στην ευκολότερη προσαρμογή τους.

Προσφυγικά σπίτια στη Νέα Ηρακλίτσα
(ΓΑΚ - Αρχεία Ν. Καβάλας,
Αρχείο κ. Μένιας Σπυριδωνάκη)
Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι όλα αυτά γίνονταν υπό την πίεση της ανάγκης και χωρίς ιδιαίτερο σχεδιασμό. Για παράδειγμα, στην πρώτη περίπτωση, των «γεωργών», δεν αναφέρεται κανένα κριτήριο για την κατανομή τους (τα περισσότερα τούρκικα χωριά ήταν καπνοχώρια, αλλά η πλειονότητα των προσφύγων δεν είχε ιδέα από καπνά), ενώ στη δεύτερη περίπτωση, των Ελευθερών, κάποια μέρη δεν είχαν τις αναγκαίες υποδομές (μόλις είχαν δοθεί χρήματα για να κτιστούν σπίτια) ή ήταν ακατοίκητα και ελώδη. Η συστηματική και οργανωμένη αποκατάσταση των προσφύγων στα χωριά της Καβάλας θα άρχιζε το επόμενο έτος, με την ίδρυση της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ). 
Όμως εκείνη τη στιγμή, το Μάιο του 1923, έπρεπε να αποκατασταθεί, στο μέτρο του  δυνατού, η ομαλή κοινωνική και οικονομική ζωή της Καβάλας. Το πιο πρόσφορο μέτρο ήταν η αποσυμφόρηση της πόλης, με την ταυτόχρονη εκκένωση των καπναποθηκών, όπου συνωστίζονταν επί μήνες χιλιάδες άνθρωποι. Στις τεράστιες σάλες τους, που είχαν χωριστεί σε «δωμάτια» με κουρελούδες και κουβέρτες, η μαζική διαβίωση ήταν αφόρητη. Ο ιδιωτικός και οικογενειακός βίος είχε καταργηθεί και ο κίνδυνος των ηθικών παρεκτροπών ήταν καθημερινός, η συνύπαρξη του ετερόκλητου πλήθους ήταν δύσκολη και οι συγκρούσεις αναπόφευκτες, οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες και η απειλή των επιδημιών άμεση, εν όψει μάλιστα του καλοκαιριού. Υπήρχε όμως κι ένας ακόμη σημαντικός λόγος: Από την άνοιξη μέχρι και το φθινόπωρο ήταν η περίοδος της επεξεργασίας των καπνών. Η πολυπληθής καπνεργατική τάξη της Καβάλας έβγαινε τότε από την πολύμηνη αναγκαστική ανεργία της και έπιανε δουλειά στα καπνεργοστάσια. Εάν λοιπόν συνεχιζόταν η κατάληψη των καπναποθηκών, η οικονομία και η κοινωνία της πόλης και της περιοχής θα δεχόταν μεγάλο πλήγμα.
Έτσι εξηγείται προφανώς η επιτακτική εντολή: «Όσοι μένετε στις καπναποθήκες πρέπει να φύγετε το γρηγορώτερο». Η Επιτροπή επικαλείται τον κίνδυνο των επιδημιών, απειλεί τους πρόσφυγες με άμεση διακοπή των κοινωνικών παροχών και δηλώνει αποφασισμένη να λάβει δραστικά μέτρα, «με τη βία και με την Αστυνομία». Έτσι δικαιολογείται όμως και το δέλεαρ: Προτεραιότητα είτε για την απόκτηση σπιτιού στην Καβάλα είτε για την αποκατάσταση «στας Ελευθεράς» είχαν οι πρόσφυγες που διαβιούσαν στις καπναποθήκες. Σύμφωνα με το έγγραφο, και στις δύο περιπτώσεις ο αρχηγός της προσφυγικής οικογένειας έπρεπε, εκτός των άλλων δικαιολογητικών, «να φέρη και μια απόδειξι ότι κάθεται σε καπναποθήκη».
Όσο για τις απειλές της βίαιης έξωσης, δεν ξέρουμε αν έγιναν πράξη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αρκετές προσφυγικές οικογένειες συνέχισαν να μένουν σε καπναποθήκες (κάποιες μέχρι και για δύο χρόνια!), και ότι πολλές καπναποθήκες, κυρίως των ανταλλάξιμων Τούρκων, χρησιμοποιούνταν για προσωρινή στέγαση προσφύγων (νεοφερμένων, μετακινούμενων, πυροπαθών κ.ά.) μέχρι και το 1926! Όπως μαθαίνουμε από τον Τύπο της εποχής,  μόλις το Νοέμβριο του 1926 έγινε δυνατό να αποκτήσουν «κανονική» στέγη, δηλ. ένα δωμάτιο στα τούρκικα ανταλλάξιμα ή στους προσφυγικούς συνοικισμούς, και οι πρόσφυγες που διέμεναν προσωρινά «εις τας καπναποθήκας, τεμένη, σκηνάς, αυλάς κλπ.».

* Δημοσιεύτηκε στη Μνήμη του Συλλόγου Μικρασιατών Καβάλας, φ. 8 (Ιαν. 2012).




Η Μακρόνησος των Προσφύγων

Η Μακρόνησος των Προσφύγων*

Κυριάκου Λυκουρίνου

... Κι η Παναγιά του Πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλυτη στην αμμουδιά...

Γιάννης Ρίτσος, Πέτρινος χρόνος - Τα Μακρονησιώτικα



Η Μακρόνησος είναι γνωστή στους περισσότερους ως στρατόπεδο “εθνικής αναμόρφωσης” και ως τόπος εξορίας για πολιτικούς κρατούμενους, από το 1947 μέχρι το 1958. Ελάχιστοι γνωρίζουν πως στις αρχές της δεκαετίας του 1920 το ξερονήσι λειτούργησε ως λοιμοκαθαρτήριο για τους εκπατρισμένους από την περιοχή του Καυκάσου και για τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, κυρίως τους ξεριζωμένους από το μικρασιατικό Πόντο.