“Αν δεν μου δώσει η μάνα σου ογδόντα ομολογίες…” - Μια προκήρυξη της Εθνικής Τράπεζας προς τον προσφυγικό κόσμο

“Αν δεν μου δώσει η μάνα σου ογδόντα ομολογίες…”[1]  


Αν δεν μου δώσει η μάνα σου ογδόντα ομολογίες,
κι άλλες σαράντα μετρητές θα ’χομε φασαρίες.

Πανάθεμά σε, τράπεζα, που δίνεις ’μολογίες
και δεν τα δίνεις μετρητά να παντρευτεί καμιά Σμυρνιά.

Αν δε σου δώσει η μάνα σου ογδόντα ομολογίες
και άλλα τόσα μετρητά θα χάσει τις ελπίδες.

Αν δε σου δώσει η μάνα σου σαράντα ’μολογίες,                             
θα σε θωρεί παντοτινή να κάθεσαι στο ράφι.

Πανάθεμά σε, τράπεζα, που δίνεις ’μολογίες
και δεν τις δίνεις μετρητά να παντρευτούν οι χήρες.

Αν δε σου δώσει η μάνα σου, ογδόντα ομολογίες,
θ’ ανέβω μες στο σπίτι σου να κάνω φασαρίες.

Σκόρπιοι στίχοι από τις «Ομολογίες», το γνωστό τραγούδι της ανώνυμης ρεμπέτικης δημιουργίας, που το βρίσκουμε σε πολλές παραλλαγές στους στίχους αλλά και στον τίτλο.* 

Η προκήρυξη 

Στο 8o φύλλο της «Μνήμης» μιλήσαμε για τη σημασία των «εφήμερων» προσφυγικών εντύπων[2] και παρουσιάσαμε ένα από αυτά. Στο παρόν φύλλο παρουσιάζουμε μια προκήρυξη που εξέδωσε μάλλον η Εθνική Τράπεζα στα 1926-27 (στο έντυπο δεν αναφέρεται φορέας και χρονολογία έκδοσης) και η οποία απευθύνεται στους πρόσφυγες, με οδηγίες, παροτρύνσεις και νουθεσίες για τη σωστή αξιοποίηση των Προσφυγικών Ομολογιών. Προέρχεται από το οικογενειακό αρχείο του συμπολίτη κ. Γεώργιου Βουλουτίδη, που τα πεθερικά του ήταν πρόσφυγες από το Γάνο της Ανατολικής Θράκης. Το περιεχόμενό της (κρατούμε την ορθογραφία της) έχει ως εξής:
ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ!
Προσέξατε να μη εξευτελίσητε τας ομολογίας της αποζημιώσεώς σας.
Από σας εξαρτάται όχι μόνο να κρατηθούν εις την αξίαν των αλλά και να αυξήση αύτη. / Και αυτό θα γίνη αν έχετε υπομονήν και δε σπεύσετε να τις πωλήσετε όσα κι όσα. / Αι ομολογίαι της αποζημιώσεώς σας είναι η ιερά αξία των περιουσιών που αφήσατε στον τόπον σας. / Πρέπει να τις κρατήσετε όσον ημπορείτε, και όσον τις κρατάτε τόσον αυξάνει η αξία των.   
Τας ομολογίας αυτάς ημπορείτε να τας χρησιμοποιήσετε αντί μετρητού χρήματος. Με αυτάς ημπορείτε να κάνετε τις εξής δουλειές:

1ον) Να αγοράσητε εις την δημοπρασίαν Μουσουλμανικά Κτήματα και Σπίτια. Θα καταβάλητε το ακέραιον της αξίας των εις ομολογίας.

2ον) Να αγοράσητε κάθε είδους κτήματα του Δημοσίου ή της Αεροπορικής Αμύνης. Θα καταβάλητε το ακέραιον της αξίας των εις ομολογίας.

3ον) Να πληρώσητε τα σπίτια που σας παρεχώρησε το Δημόσιον εις τους Κρατικούς συνοικισμούς του Υπουργείου Περιθάλψεως.

4ον) Να πληρώσητε τα οφειλόμενα τυχόν ενοίκια Μουσουλμανικών σπιτιών και κτημάτων.

5ον) Να πληρώσητε εις το ακέραιον οφειλόμενους τυχόν φόρους και τον φόρον κληρονομίας.

6ον) Να πληρώσητε το ήμισυ των τυχόν οφειλομένων εις την Εθνικήν Τράπεζαν επαγγελματικών δανείων σας και να ενισχύσητε ούτω την πίστην σας.

Μη πωλείτε τας ομολογίας σας. / Ζημιώνετε τους εαυτούς σας και τας οικογενείας σας. / Αι ομολογίαι αυταί είναι η ζωή σας. / Από τας ομολογίας αυτάς θα εισπράττετε καθ’ εξαμηνίαν τόκον 8% τον οποίον θα σας πληρώνη η Εθνική Τράπεζα.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Διά να μη χάσετε την αποζημίωσίν σας ή να μη σας την κλέψουν να την καταθέσετε εις την Τράπεζαν.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Τα μετρητά που παίρνεται μαζί με τας ομολογίας σας να τα χρησιμοποιήσετε με προσοχή και με πόνο. / Τα λεπτά αυτά είναι το αίμα σας. Να μη τα σπαταλήσετε εδώ και εκεί χωρίς λόγο και σε περιττά έξοδα. / Κοιτάξτε να αρχίσετε μ’ αυτά μια δουλειά ή να στερεώσετε και να μεγαλώσετε τη δουλειά που έχετε στα χέρια σας. / Με αυτά τα λεπτά θα φτιάξετε πάλι την ευτυχία σας. Μη τα σπαταλάτε. / Η Εθνική Τράπεζα σας δίνει αυτή την συμβουλή σαν Μητέρα. / Καλόν είνε όσα δεν σας χρειάζονται αμέσως να τα καταθέσητε αμέσως τώρα εις το Ταμιευτήριον.

Οι αποζημιώσεις των προσφύγων

Για την κατανόηση της προκήρυξης, σκόπιμη είναι μια συνοπτική αναφορά στο πολύπλοκο θέμα των Αποζημιώσεων, που αποτέλεσε κεντρικό ζήτημα του προσφυγικού προβλήματος: Σύμφωνα με τη «Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών Πληθυσμών» (Λωζάνη, 3-7-1923), ο «μετανάστης» έπρεπε να λάβει, στη χώρα εγκατάστασής του, περιουσία ίσης αξίας με αυτήν που εγκατέλειψε στην πατρίδα του. Την εκτίμηση της συνολικής αξίας των εκατέρωθεν περιουσιών ανέλαβε μια «Μικτή Επιτροπή» με 11 μέλη, 4 από την Ελλάδα, 4 από την Τουρκία και 3 εκλεγμένα από την Κοινωνία των Εθνών. Αν μετά την ολοκλήρωση του έργου της επιτροπής προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της μίας χώρας, αυτή αναλάμβανε την υποχρέωση της καταβολής του.

Σύμφωνα με αυτά, σε πρώτη φάση, κάθε πρόσφυγας συμπλήρωνε μία ατομική «Δήλωση Εκκαθάρισης», στην οποία κατέγραφε αναλυτικά την κινητή και ακίνητη περιουσία που εγκατέλειψε στην Τουρκία και την αξία της σε τουρκικές λίρες.
Πιο συγκεκριμένα, στις 8σέλιδες «Δηλώσεις» αναφέρονται τα εξής στοιχεία: α) Η ταυτότητα του πρόσφυγα και ο τόπος καταγωγής του: Πόλη ή χωριό της Τουρκίας, καζάς (υποδιοίκηση), σαντζάκι (διοίκηση), ενίοτε και μητροπολιτική περιφέρεια. β) Ο τόπος διαμονής στην Ελλάδα: Νομός, πόλη ή χωριό, συνοικία και οδός ή περιοχή, προσφυγικός οικισμός, καπναποθήκη κλπ. γ) Η ακίνητη περιουσία που εγκατέλειψε: το είδος, δηλ. σπίτι, χωράφι, κατάστημα κ.ά., τα μέτρα ή η έκτασή τους, η θέση στην οποία βρίσκονται κλπ., με την αντίστοιχη αξία τους. δ) Η κινητή περιουσία: Ζώα, μηχανήματα, εμπορεύματα κ.ά., με την αντίστοιχη αξία. ε) Η απώλεια περιουσίας ή η στέρηση εισοδήματος κατά την περίοδο των πρώτων διωγμών, από το 1908 μέχρι τον τερματισμό του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, 1918.

Σε δεύτερη φάση, μετά την υποβολή των «Δηλώσεων Εκκαθάρισης» από την πλευρά των προσφύγων, ελεγχόταν η αλήθεια των δηλώσεων και το βάσιμο ή όχι των απαιτήσεων. Το έργο αυτό ανέλαβαν οι τοπικές Εκτιμητικές Επιτροπές, που συγκροτήθηκαν στις έδρες των νομών και σε μεγάλα αστικά κέντρα (π.χ. Εκτιμητική Επιτροπή Περάμου…, Νεοχωρίου…, Μυριοφύτου…, έδρα Καβάλα), ακόμη και σε μικρά χωριά (π.χ. Εκτιμητική Επιτροπή Γέροντα, έδρα Καρατζιλάρ – Ζαρκαδιά). Στις Επιτροπές συμμετείχαν συντοπίτες από την πατρογονική εστία των προσφύγων, ευυπόληπτοι πολίτες στον τόπο καταγωγής αλλά και στη νέα πατρίδα. Αυτοί με ανακοινώσεις και δημοσιεύματα στον τοπικό Τύπο, καλούσαν τους πρόσφυγες να παρουσιαστούν ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής για να δικαιολογήσουν τις απαιτήσεις τους, με τίτλους ιδιοκτησίας, μάρτυρες κλπ.

Στη συνέχεια συνέτασσαν μία πράξη (Πράξη Εκτιμητικής Επιτροπής), βάσει της οποίας επιδικαζόταν το τελικό ποσό της αποζημίωσης για κάθε πρόσφυγα. Σε περιπτώσεις διαφορετικών εκτιμήσεων ή άλλων προβλημάτων και διαφωνιών, οι Δηλώσεις Εκκαθάρισης και οι Πράξεις των τοπικών Εκτιμητικών Επιτροπών παραπέμπονταν σε δευτεροβάθμιες επιτροπές, ενίοτε και σε μια Κεντρική Επιτροπή, αποτελούμενη από κυβερνητικούς υπαλλήλους και εκπροσώπους των προσφύγων, για τελική έγκριση.

Πράξη εκτιμητικής Επιτροπής

Οι Ομολογίες

Επειδή το έργο της εκκαθάρισης των περιουσιών από τη «Μικτή Επιτροπή» προχωρούσε αργά, η Πολιτεία αποφάσισε να καταβάλει στους πρόσφυγες χρηματικές προκαταβολές, με βάση την προσωρινή εκτίμηση της περιουσίας τους από τις Εκτιμητικές Επιτροπές. Για να επιταχυνθεί η διαδικασία της αποζημίωσης, χωρίς να επιβαρυνθεί υπέρμετρα ο κρατικός προϋπολογισμός, αποφασίστηκε η έκδοση Ομολογιών με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου και κάλυμμα τα ανταλλάξιμα ακίνητα (εκτός από αυτά που είχαν παραχωρηθεί στην ΕΑΠ). Τα ακίνητα αυτά περιήλθαν το 1925 στην Εθνική Τράπεζα (Ε.Τ.Ε.), η οποία θα τα ρευστοποιούσε, ώστε να εξαργυρώσει τους ομολογιακούς τίτλους.


Το ποσοστό της προκαταβολής ανερχόταν στο  5-25% (κατά μέσο όρο στο 15%) της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που εγκατέλειψε ο πρόσφυγας στην Τουρκία και καλύφθηκε από τα ομολογιακά δάνεια που εξέδωσε η Ε.Τ.Ε. από το 1926 έως το 1928, γνωστά ως «δάνεια ανταλλαξίμων». Η προκαταβολή δόθηκε κατά το 20% σε μετρητά και κατά το 80% σε ομολογίες. Η ονομαστική αξία κάθε Ομολογίας ήταν 1.000 δρχ., όταν όμως κυκλοφόρησαν στην αγορά, αμέσως έχασαν σημαντικό μέρος της αξίας τους (κυμαίνονταν από 660 έως 830 δρχ.).

Όπως είναι ευνόητο, οι πρόσφυγες περίμεναν σαν σανίδα σωτηρίας τις αποζημιώσεις για να καλύψουν τις τεράστιες βιοτικές τους ανάγκες. Επόμενο ήταν λοιπόν να προχωρήσουν σε μαζική ρευστοποίηση των Ομολογιών και να πέσουν θύματα των επιτήδειων, που εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη τους έσπευδαν να τις αγοράζουν σε πολύ κατώτερη τιμή.

Θυμάται η Σμυρνιά τραγουδίστρια Αγγέλα Παπάζογλου: «Αμ την αποζημίωση; Εκεί να δεις απάτη. Σου λέω, δεν ντρεπόμαστε το κράτος ούτε μια καρφίτσα. Αποζημίωση μας δώκανε, αυτά τα λίγα που μας δώκανε, και τα πήραμε ένα χιλιάρικο την ομολογία και ήτανε απ’ έξω οι αγοραστές, οι ίδιοι δηλαδή –μαύρος Γιάννης κερνά, μαύρος Γιάννη πίνει– και μας τσι παίρνανε ένα πεντακοσάρικο τη μια. Από έξω μέχρι μέσα χάναμε τα μισά… Κι ο κόσμος είχε ανάγκη και τσι χάλαγε αμέσως. Τι να κάνει;». 

Η ραγδαία πτώση της αξίας των Ομολογιών θορύβησε τους προσφυγικούς φορείς, οι οποίοι ζητούσαν συνεχώς από την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για την προστασία τους. Στα τέλη του 1926, όταν οι ομολογίες είχαν χάσει το 40% της αξίας τους (μέσα σε μόλις δύο μήνες· στην Καβάλα λ.χ. η καταβολή των αποζημιώσεων άρχισε στις 3 Νοεμβρίου), ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπαναστασίου τόνιζε στους εκπροσώπους των προσφυγικών οργανώσεων ότι ο μόνος πρακτικός τρόπος προστασίας είναι «να μην εκποιούν τας ομολογίας των, διότι ούτω συντελούν εις την πτώσιν αυτών» και εξέφραζε το φόβο για την περαιτέρω μείωσή τους. Συμβούλευε δε τους πρόσφυγες να χρησιμοποιούν τις ομολογίες στις διάφορες πληρωμές τους προς το κράτος και την ΕΑΠ, δηλ. σε συναλλαγές όπου οι ομολογίες υπολογίζονταν με την ονομαστική τους αξία.

Σ’ αυτό το πνεύμα κινείται και η προκήρυξή μας: Ο εκδότης (η Εθνική Τράπεζα;) συμβουλεύει τους πρόσφυγες να κάνουν υπομονή, να μην πωλούν τις ομολογίες όσο - όσο, αλλά να τις κρατούν όσο μπορούν, ώστε να επωφελούνται και από τον εξαμηνιαίο τόκο 8%. Υποδεικνύει επίσης τρόπους για τη σωστή αξιοποίησή τους: Αγορά ανταλλάξιμων ακινήτων ή προσφυγικών οικιών από δημόσιους φορείς, καταβολή ενοικίων, πληρωμή φόρων και χρεών κλπ. Τους νουθετεί επίσης να μη σπαταλούν τα μετρητά (δηλ. το 20% της αποζημίωσής τους) σε περιττά έξοδα, αλλά να τα χρησιμοποιούν για να στήσουν μια δουλειά ή να τα καταθέτουν στο ταμιευτήριο.

Επιλογικά πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η μερική έστω αποζημίωση ανακούφισε κάπως τον προσφυγικό κόσμο. Οι πρόσφυγες με τα λίγα μετρητά και τις Ομολογίες άρχισαν να πληρώνουν τα χρέη τους και να κτίζουν τα θεμέλια της νέας ζωής τους. Σημειώνει στα απομνημονεύματά της η Καβαλιώτισσα Αικατερίνη Λαχουβάρη – Χατζηκωνσταντή, από το Οδεμήσιο της Σμύρνης: «Μετά από χρόνια δόθηκε κάποια αποζημίωση και οι πρόσφυγες άνοιξαν κάπως τα μάτια τους, μπήκαν μερικές σόμπες, σε μερικά σπίτια πέρασαν και φωτισμό… Βρέθηκαν όμως μερικοί έξυπνοι και τάζοντας ένα μεγάλο τόκο πήραν από τις γυναικούλες τις ανίδεες τα πιο πολλά λεφτά και κάναν φτερά…».[3] Χαμένοι βρέθηκαν όμως κι αυτοί που κράτησαν τις ομολογίες· όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση του 1929-1932, έχασαν εντελώς την αξία τους…  
     
Τελικά οι πρόσφυγες δεν αποζημιώθηκαν πλήρως για τις χαμένες περιουσίες τους. Η «Μικτή Επιτροπή» κατέληξε σε αδιέξοδο και το 1930, με το Σύμφωνο φιλίας Βενιζέλου - Ινονού, αποφασίστηκε ο συμψηφισμός των εκατέρωθεν περιουσιών, παρότι η αξία των ελληνικών ήταν πολλαπλάσια (κατά έναν υπολογισμό, οι ελληνικές περιουσίες ήταν αξίας 100 δισεκατομμυρίων δρχ., ενώ των τουρκικών 12,5). Αυτό αναστάτωσε τους πρόσφυγες, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και υπήρξε αιτία για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


* Από τις πολλές εκτελέσεις ξεχωρίσαμε: 
με τον Αντώνη Νταλγκά : https://www.youtube.com/watch?v=TCSrAeksw5k  
με τον Βαγγέλη Σωφρονίου :  https://www.youtube.com/watch?v=wLEFTq5-8AU 
με τον Γ. Αγγελίνα :  https://www.youtube.com/watch?v=0-4JCLcgL2k 

[1] Δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Οι προσφυγικές Ομολογίες» στην εφημερίδα "Μνήμη" του Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας, φ. 10, Σεπτ. 2012, σ. 14-15 (εδώ κάναμε ελάχιστες αλλαγές.  

[2] Τα «εφήμερα» έντυπα (προκηρύξεις, βεβαιώσεις, άδειες, πιστοποιητικά, ανακοινώσεις και αποδείξεις προσφυγικών συλλόγων, διαφημιστικά, φέιγ βολάν, προγράμματα και εισιτήρια εκδηλώσεων κλπ.), σήμερα σπανίζουν. Οι πρόσφυγες διαφύλαξαν μεν τα επίσημα έγγραφα που θεμελίωναν δικαιώματα (ληξιαρχικά, περιουσιακά, για προσφυγικές αποζημιώσεις, απόκτηση κατοικίας ή κλήρου, εξόφληση χρεών κ.ά.), όμως τα υπόλοιπα «χαρτιά» είτε τα χρησιμοποίησαν για διάφορες πρακτικές ανάγκες (π.χ. για προσάναμμα), είτε τα θεώρησαν άχρηστο υλικό και τα πέταξαν στα σκουπίδια. Έτσι χάθηκαν πολύτιμες ιστορικές πηγές (Κυριάκου Λυκουρίνου, «Η Καβάλλα πρέπει ν’ αραιώση, γιατί μαζεύτηκε πολύς κόσμος…», Μνήμη 8,  Ιαν. 2012, σελ. 22-23).

[3] Κατίνας Λαχουβάρη Χατζηκωνσταντίνου, Δύσκολα Χρόνια. Από τη Σμύρνη στην Καβάλα – Στο Ορφανοτροφείο – Πόλεμος και Κατοχή, έκδ. Συλλόγου Μικρασιατών Ν. Καβάλας, Επιμέλεια έκδοσης – εισαγωγή: Κυριάκος Λυκουρίνος – Σχεδιασμός εξωφύλλου – σελιδοποίηση – καλλιτεχνική επιμέλεια: Κατερίνα Κελέσογλου, Καβάλα 2012, σ. 26. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου