Το πρώτο Γυμναστήριο στην Καβάλα, 1904


Το πρώτο Γυμναστήριο στην Καβάλα, 1904
(ανάρτηση στο FB, 15-6-2020)
Το Γυμναστήριο σε εκδήλωση, 1914 

Στα μέσα Ιουνίου 1904 η Αντιπροσωπεία της Ελληνορθόδοξης Κοινότητος Καβάλας (το ανώτατο διοικητικό όργανο της Κοινότητας) αποφάσισε "όπως συσταθή και εν τη πόλει ημών Γυμναστήριον διά τους μαθητάς των Σχολών και τους θέλοντας εκ των πολιτών". Για το σκοπό αυτό διατάχθηκε η Επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου να παραχωρήσει το χώρο "τον μεταξύ της εκκλησίας και του κήπου αυτής".
Ο χώρος στον οποίο θα κατασκευαστεί το γυμναστήριο είναι η αυλή του σημερινού 12ου Δημοτικού Σχολείου, του Αγίου Ιωάννη. Εκεί βρισκόταν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1880 το παλιό νεκροταφείο της Εβραϊκής Κοινότητας, όμως μετά τη μεταφορά του στο Κιουτσούκ Ορμάν (σημερινή Ραψάνη, στο ύψος του δημοτικού σταδίου, πολύ κοντά στη θάλασσα) η έκταση παραχωρήθηκε στην ελληνική κοινότητα.

Μια προσφυγική κοινότητα θαλασσινών στην Καβάλα: Οι ψαράδες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ


Μια προσφυγική κοινότητα θαλασσινών στην Καβάλα: Οι ψαράδες από την Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ 


Από τους περίπου τριάντα χιλιάδες (30.000) πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Καβάλας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή των Πληθυσμών[1], ένα σημαντικό ποσοστό προέρχονταν από παραθαλάσσιες περιοχές της δυτικής Μικράς Ασίας και της Προποντίδας και είχαν ως κύρια επαγγελματική δραστηριότητά τους την αλιεία.
Από τα Βιβλία Νηολογίου του Κεντρικού Λιμεναρχείου Καβάλας της περιόδου 1920-1940 μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι τα κάθε είδους αλιευτικά της Καβάλας ανήκαν κυρίως στο προσφυγικό στοιχείο. Ως “πατρίς” των ιδιοκτητών, δηλ. τόπος προέλευσης, αναφέρονται τα εξής μέρη: Σηλυβρία, Νέοι Επιβάτες, Καλλίπολη, Ηρακλείτσα, Μήδεια, Μυριόφυτο (της Αν. Θράκης), Αγία Παρασκευή, Αρετσού, Καστέλι, Πάνορμος, Απολλωνιάδα,  Μουδανιά, Νικομήδεια, Πέραμος, Τρίγλια, Κατιρλή, Μοσχονήσια, Αρβανιτοχώρι κ.ά. (της Μ. Ασίας).[2]

Ήμαρτον! - Ένας αφορισμός στην Καβάλα του 1860


Ήμαρτον! - Ένας αφορισμός στην Καβάλα του 1860
(Ανάρτηση στο FB, 9 Νοεμβρίου 2016)



Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες του οθωμανικού κράτους είχαν δική τους εσωτερική ζωή: Τα ζητήματα προσωπικών σχέσεων (αρραβώνες, γάμοι, χωρισμοί, υιοθεσίες κ.ά.) υπάγονταν στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας, ενώ οι οικονομικού χαρακτήρα ιδιωτικές συναλλαγές (πωλητήρια, εξοφλητικά, συμβόλαια, συμφωνητικά κ.ά.) στην αρμοδιότητα της Δημογεροντίας. (Ουσιαστικά στη δικαιοδοσία της οθωμανικής διοίκησης απέμεναν κυρίως τα ζητήματα φορολογίας, ακίνητης περιουσίας, δημόσιας τάξης).

“ἑάλω η Χριστώνυμος πόλις, ήγουν ἡ Χριστούπολις” (1319, η κατάληψη της Χριστούπολης)


άλω η Χριστώνυμος πόλις, ήγουν Χριστούπολις” (1391, η κατάληψη της Χριστούπολης)
(ανάρτηση στο FB, 27 Νοεμβρίου 2016)


Mια λιτή “ενθύμηση” σε χειρόγραφο κώδικα της αγιορείτικης Μονής Παντελεήμονος (σημείωση από χέρι άγνωστου γέροντα) μνημονεύει ες αεί την καταστροφή και το δραματικό τέλος της Χριστούπολης, της βυζαντινής Καβάλας:
“ἔτους ͵ςωϟθ΄, νδικτινος ιδ΄ [1391] ν ατ τ τει άλω παρά τν πίστων Μωαμεθανν Χριστώνυμος πόλις, ήγουν Χριστούπολις κα κατεδαφίσθη κ βάθρων, ες τάχος, κα ο οκήτορες τατης διεμερίσθησαν ν διαφόροις τόποις κα χραις. γέγονε δ τοτο τ λέθριον κακόν, διά τινων οκητόρων τσδε τς πόλεως κακς βεβιοκότων. τοσαύτη δ γέγονε φθορά κα κατάλυσις τν νοικούντων τούτων Χριστιανν ς γωγε ομαι, οα γέγονεν κπαλαι πί Ναβουχοδονόσωρ ν τ ερουσαλήμ πόλει”.

Από το Γκιολτζούκ της Νίγδης στην Καβάλα (μια μαρτυρία, Νοέμβ. 1924)


Από το Γκιολτζούκ της Νίγδης στην Καβάλα (μια μαρτυρία, Νοέμβ. 1924)*
(ανάρτηση στο FB, 30 Νοεμβρίου 2016)


Από το χωριό Γκιολτζούκ της περιφέρειας Νίγδης ξεκινήσαμε χίλιοι (1.000) πρόσφυγες και με το ατμόπλοιο “Καβάλλα” φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί μας έκλεισαν δεκαέξι (16) μέρες στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου. Συνέχεια μας ταπείνωναν για την τούρκικη γλώσσα μας και μας αντιμετώπιζαν σαν δούλους, με ξύλο, βρισιές και προσβολές.

Το Ραμαζάνι στην παλιά Καβάλα (μαρτυρία περιηγητή)


Το Ραμαζάνι στην παλιά Καβάλα (μαρτυρία περιηγητή)
(ανάρτηση στο FB, 23-5-2020)


Ενώ αύριο είναι το Ραμαζάν Μπαϊράμ των μουσουλμάνων φίλων (θερμές ευχές για υγεία, αγάπη και ειρήνη!), βρίσκω τυχαία σε παλιό δημοσίευμά μου κάτι ενδιαφέρον από τη θρησκευτική λαογραφία του Ραμαζανιού:
«Από την επίσκεψή του στην Καβάλα [ο Γάλλος μηχανικός και γεωλόγος Louis de Launay, το Μάιο του 1894] αποκομίζει και μια πρωτόγνωρη εμπειρία: Το πρώτο κιόλας βράδυ από παντού γύρω του ξεσπούν πυροβολισμοί. “Με πληροφόρησαν -γράφει- ότι κάτι σοβαρό συνέβη: Ένα τηλεγράφημα έφτασε από τη Δράμα, που πληροφορούσε όχι ότι έγινε επανάσταση στη Βοσνία ή ότι οι Ρώσοι κατέβηκαν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά… ότι είχαν δει το φεγγάρι”! Με αυτόν τον τρόπο άρχιζε η περίοδος του Ραμαζανιού. Για έναν ολόκληρο μήνα, από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου οι πιστοί μουσουλμάνοι τηρούσαν απόλυτη νηστεία. Μόνο το φεγγάρι μπορούσε να τους δει να τρώνε, να πίνουν και να καπνίζουν. Αυτό βέβαια δεν ίσχυε για το διοικητή της Θάσου και διευθυντή του Ιμαρέτ της Καβάλας, ο οποίος κατέφευγε σε σπίτια χριστιανών φίλων του για να απολαύσει, κρυφά από τους ομοθρήσκους του, τον καφέ και το τσιγάρο του».
[Louis de Launay, Chez les Grecs de Turquie. Autour de la mer Égée, Paris 1897, σ. 174-177. Το απόσπασμα από την εργασία μου «Η Καβάλα της τουρκοκρατίας (1391-1912) στα κείμενα των ξένων περιηγητών», Υπόστεγο, 8-9 (Καβάλα, φθιν. 1997), 166-206]

Μια φωτογραφία: Με τους τενεκέδες στη δημόσια βρύση, Καβάλα 1924


Μια φωτογραφία: Με τους τενεκέδες στη δημόσια βρύση, Καβάλα 1924

(ανάρτηση στο FB, 2-12-2016)



“Η ζωή εκεί [στα Πεντακόσια] ήταν δραματική. […] Λίγες βρυσούλες υπήρχανε στους δρόμους σε μεγάλες αποστάσεις και για να βρούμε νερό, Θεέ μου, πολλές φορές μέχρι τους Στρατώνες πηγαίναμε. Σηκωνόμασταν νύχτα και βάζαμε σειρά, πότε δύο φορές την εβδομάδα ερχόταν το νερό και πότε τρεις. Καυγάδες και ξύλο έπεφτε αρκετό.
Υπήρχανε οι τσαούσες που παίρνανε πάντοτε νερό πρώτες. Ας πιάσω από την δική μου γειτονιά. Η Σοφία του Μ…, όταν ερχόταν στη βρύση, στην άκρη όλες, γι’ αυτήν σειρά δεν υπήρχε, έβαζε τα πόδια της γύρω από την βρύση και άρχιζε το γέμισμα. Παραπλεύρως στεκόταν η κόρη και έπαιρνε τους γεμάτους τενεκέδες και της έδινε τους άδειους. Στο τέλος γέμιζε και ένα μπουκάλι και περήφανα-περήφανα έφευγε. Καμιά δεν τολμούσε να της μιλήσει γιατί θα έτρωγε ξύλο, έξι τενεκέδες να σας χαρώ και πότε τέσσερις. Θεός σχωρέστην.

Τα Πεντακόσια στην Καβάλα


Τα Πεντακόσια στην Καβάλα
(ανάρτηση στο FB, 15-12-2017)


Στην Καβάλα η πρώτη φάση της κατασκευής προσφυγικών οικημάτων (με τις παράγκες του Κιουτσούκ Ορμάν και τα παραπήγματα της Αγίας Βαρβάρας και του Αγίου Αθανασίου, συνολικά 535 κατοικίες) ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1923.
Κατά τη δεύτερη περίοδο (1924-1930) υιοθετείται η πολιτική της οριστικής αποκατάστασης και το κράτος προσανατολίζεται στην ανέγερση μεγάλων αστικών προσφυγικών συνοικισμών. Στην Καβάλα το έργο υλοποιήθηκε από το Υπουργείο Πρόνοιας, σε έκταση 160 στρεμμάτων στo Κιουτσούκ Ορμάν (“Χίλια”, “Δεκαοκτώ”, “Βύρωνος” και “Γκιρτζή”) και σε έκταση 45 στρεμμάτων ανατολικά της συνοικίας Χαμιδιέ (“Πεντακόσια” και “Αγία Βαρβάρα”).

Τα προσφυγικά της Αγίας Βαρβάρας στην Καβάλα




Τα προσφυγικά της Αγίας Βαρβάρας
(ανάρτηση στο FB, 14-12-2017)



Μέχρι τον ερχομό των προσφύγων, ακραίο όριο της συνοικίας Χαμιδιέ, της μετέπειτα Αγίας Βαρβάρας, ήταν το Διεθνές Νοσοκομείο των Απόρων (“Gureba”). Αυτός ο μαχαλάς συγκροτήθηκε ως οικιστική ενότητα μάλλον στη δεκαετία του 1890 (πρωτοαναφέρεται στους τόμους του Οθωμανικού Κτηματολογίου του καζά Καβάλας μόλις το 1896) και στα χρόνια των προσφύγων ήταν ακόμη αραιοκατοικημένος.
Τα πρώτα προσφυγικά οικοδομήθηκαν στις αρχές του 1923 από το νεοσύστατο Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων. Κατά την πρώτη αυτή περίοδο το κράτος λόγω της επείγουσας ανάγκης και των ισχνών οικονομικών του επιλέγει τη λύση των πρόχειρων και βραχυπρόθεσμων κατασκευών.
Έτσι, την ίδια εποχή με τις παράγκες του Κιουτσούκ Ορμάν (1923), στην Αγία Βαρβάρα (αλλά και σε ανταλλάξιμα οικόπεδα της συνοικίας Αγίου Αθανασίου, επί των οδών Αγίου Αθανασίου και Σαππαίων) κτίστηκαν 253 μονώροφα παραπήγματα του ενός δωματίου. Τα μικρά σπιτάκια, ανόμοια μεταξύ τους, είχαν λίθινη θεμελίωση και ανωδομή από τσατμά, ήταν χωρισμένα σε ομάδες και είχαν κοινά μαγειρεία και αποχωρητήρια. Κατοικήθηκαν από 253 οικογένειες. Πολλά παραπήγματα κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής και πολύ περισσότερα στη δεκαετία του 1950. Μερικά ακόμη υφίστανται, στην Αγία Βαρβάρα, ακατοίκητα και μισοερειπωμένα.
Την ίδια εποχή, σε ανταλλάξιμα οικόπεδα των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη, Σανταρόζα, Μ. Μπότσαρη, Κανάρη, Σαχτούρη, Αγ. Βαρβάρας, Γκούρα και Καραϊσκάκη, ανεγέρθηκαν ακόμη 190 κατοικίες, ομαδοποιημένες σε περίπου 40 διώροφες οικοδομές. Δε συγκροτούσαν συνοικισμό συγκεντρωμένων κατοικιών, αλλά βρίσκονταν ανάμεσα σε άλλα οικοδομήματα. Μέχρι τον όροφο ήταν κτισμένες με πέτρα και στη συνέχεια με καλαμωτή και είχαν μαγειρείο και αποχωρητήριο στο ισόγειο και ένα ή δύο δωμάτια στον όροφο. Σ’ αυτά τα κτίσματα συνωστίστηκαν 190 οικογένειες.
Το 1924-25, την εποχή που ανεγέρθηκαν και τα Πεντακόσια, στην Αγία Βαρβάρα κτίστηκαν ακόμη 89 μονώροφες οικοδομές (διπλοκατοικίες), που όμως δε συγκροτούσαν κάποια οικιστική ενότητα. Οι κατοικίες ήταν τώρα λίθινες και όχι από τσατμά, όπως του 1923. Υπολογίζεται ότι κατοικήθηκαν από 160-200 οικογένειες.
Βλ. περισσότερα: Κυριάκος Λυκουρίνος, «Καβάλα 1922-1930. Η στέγαση των προσφύγων και οι προσφυγικοί συνοικισμοί», https://lykourinos-kavala.blogspot.com/2016/12/1922-1930.html







Οι προσφυγικοί συνοικισμοί Βύρωνος και Γκιρτζή στην Καβάλα


Οι προσφυγικοί συνοικισμοί Βύρωνος και Γκιρτζή στην Καβάλα
(ανάρτηση στο FB, 5-12-2017)
Τμήμα του συνοικισμού Γκιρτζή, περίπου 1930

Λίγο νοτιότερα από τους Αμπελόκηπους (Χίλια και Δεκαοκτώ), στο πιο χαμηλό και ομαλό μέρος του Κιουτσούκ Ορμάν, χτίστηκαν οι 75 διώροφες οικοδομές (τετραπλοκατοικίες) του συνοικισμού “Βύρωνος”. Αρχικά αναφερόταν ως “συνοικισμός εργολαβίας Γκιρτζή” και σπανιότερα ως "νέος συνοικισμός των 75". Το Μάιο του 1929 με απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της Νομαρχίας Καβάλας ονομάστηκε συνοικισμός Βύρωνος, ονομασία που δόθηκε προς τιμήν του μεγάλου φιλέλληνα Λόρδου Μπάιρον, όπως και σε άλλες πόλεις. Οι 75 τετραπλοκατοικίες του Βύρωνα άρχισαν να διατίθενται τον Απρίλιο του 1929. Σ’ αυτές εγκαταστάθηκαν 300 οικογένειες.